ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 19 Οχτώβρη 2014
Σελ. /40
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
KΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
Μπέκετ και επίκαιρα ελληνικά μονόπρακτα
«Τέλος του παιχνιδιού» στο «Τζένη Καρέζη»

«Τέλος του παιχνιδιού»
«Τέλος του παιχνιδιού»
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει. Οχι όμως και οι εφιαλτικές συνέπειες της πυρηνικής δοκιμής των ΗΠΑ στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Οι λαοί - θύματα του φασιστικού άξονα λαχταρούν την παγκόσμια ειρήνη, αλλά ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εξοπλιζόταν και πυρηνικά, αντιπαλεύοντας την ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες και το 1948 δημιουργεί το ΝΑΤΟ. Ο Ψυχρός Πόλεμος οξύνεται. Στην επιθετική πολιτική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους - λ.χ. πόλεμος στην Κορέα, επαναστρατιωτικοποίηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας και ένταξή της (9/5/1955) στο ΝΑΤΟ. Οι σοσιαλιστικές χώρες «απαντούν» με την υπογραφή (14/6/1955) του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Πάραυτα ΗΠΑ και ΝΑΤΟ απειλούν με πυρηνική επίθεση το σοσιαλιστικό κόσμο. Ο πυρηνικός εφιάλτης πλανιέται, διεθνώς. Ο τιμημένος με γαλλικό μετάλλιο για την αντιφασιστική του δράση, σπουδαίος δραματουργός Σάμιουελ Μπέκετ, επηρεασμένος από αυτόν τον εφιάλτη γράφει (1955 - 1956) το «Τέλος του παιχνιδιού». Πλάθει τέσσερα συμβολικά πρόσωπα, μέσα σε ένα ζοφερό «τοπίο» (εσωτερικά και εξωτερικά). Ενας τσιμεντένιος χώρος σαν «καταφύγιο», σαν θάλαμος αερίων ναζιστικού στρατοπέδου, με δύο κάδους σκουπιδιών. Ψηλά στον τοίχο δύο μικρά παράθυρα. Τίποτα ορατό από αυτά. Θάνατος, σκότος, χάος. Κι ο ήλιος «έχει βουλιάξει». Στεριά, ουρανός, θάλασσα, φύση και όλα πλάσματα νεκρά. Ακινησία και οσμή θανάτου και μέσα. Ο αφέντης του «καταφυγίου», Χαμ (σύμβολο της σάπιας, απάνθρωπης, αιματοβαμμένης κεφαλαιοκρατίας), αν και τυφλός, γέρος, ακινητοποιημένος σε αναπηρικό καρότσι, κατέχει όλα τα «αγαθά». «Σκυλοτροφή» δίνει στους πεταμένους στους σκουπιδοτενεκές γεννήτορές του, Ναγκ και Νελ, (σύμβολα της ανόητης μικροαστικής τάξης). Ο Χαμ, παρότι ξέρει το δικό του, αναπόφευκτο τέλος, ψευδολογεί ως «φιλάνθρωπος» και «σωτήρας» του μακρόχρονα καταπονημένου και πεινασμένου υπηρέτη του, Κλοβ. Αυτός μόνο αναγκαστικά κινείται, σερνάμενος και υποταγμένος στον αδιάφορο στη φρίκη που απειλεί τη ζωή αφέντη του. Το «παιχνίδι» ζωής - θανάτου τελειώνει. Θα νικήσει ο θάνατος ή η ζωή; Ο Κλοβ, σαν «έτοιμος από καιρό» για φευγιό, παρακολουθεί το θάνατο του Χαμ. Το έργο τελειώνει, αφήνοντας αιωρούμενο το ερώτημα: Τι θα κάνει ο Κλοβ; «Μοιραίος κι άβουλος» θα παραμείνει σ' αυτήν την «κόλαση» ή θα βρει τη διέξοδο από αυτήν; Ο Κώστας Καζάκος, στοχαστικός άνθρωπος, «πάμπλουτος» καλλιτεχνικά, αναζητώντας πάντα τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, ανέβασε το μπεκετικό αριστούργημα, κατορθώνοντας με τη μελέτη και την ερμηνευτική «ανάγνωσή» του να προσεγγίσει το «μεδούλι» του. Να «φωτίσει» ευρύτερα και ουσιωδέστερα τα «σκοτάδια» του. Να καταστήσει ευνόητα τα «δύστροπα» υπονοούμενά του. Να καταδείξει τον υπόκρυφο πολιτικό χαρακτήρα του. Να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για «θέατρο του παραλόγου», αλλά για έργο ενός «βαθύτερου ρεαλισμού» (όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος). Η επιτυχία του εγχειρήματος στηρίζεται καθόλα: Στη μετάφραση (Οδυσσέας Νικάκης), η οποία «φωτίζει» το κρυφό νόημα κάποιων ονομάτων, αλλά και του καθημερινού, πολυφθαρμένου λεξιλογίου που - σκοπίμως - χρησιμοποιούσε ο Μπέκετ. Στη λιτή σκηνοθεσία (Λεωνίδας Παπαδόπουλος). Στο συμβολισμό του αφαιρετικού σκηνικού και των κοστουμιών (Φαίδων Πατρικαλάκης). Στους φωτισμούς (Θανάσης Σταυρόπουλος). Προπάντων στις πολύ καλές ερμηνείες. Κυρίαρχη η ερμηνεία του Κώστα Καζάκου (Χαμ), ο οποίος με πνευματικότητα, σαρκαστικό χιούμορ, άμεσο και ταυτόχρονα πολύσημο νοηματικά λόγο μορφοποιεί τη «λογική», τον εγωτισμό, τον κυνισμό, τη συμπεριφορά ισχύος αλλά και το φόβο του εξουσιαστή - εκμεταλλευτή απέναντι στον εξουσιαζόμενο - υπηρέτη. Ο Κωνσταντίνος Καζάκος, με εκφραστική απλότητα στο λόγο και την κίνηση, υποδύεται τον Κλοβ (υπηρέτης). Αξιέπαινοι ερμηνευτικά είναι και οι Γιώργος Μωρόγιαννης (Ναγκ) και Νίνα Γιαννίδη (Νελ) στους ρόλους των «αποβλακωμένων» γεννητόρων του «αφέντη».

«Συμβαίνει σήμερα» στο «Θέατρο Τέχνης»

Πρωτοπόρο - και σε δύσκολους καιρούς όπως ο σημερινός - στην ανάδειξη της μεταπολεμικής ελληνικής δραματουργίας, το «Θέατρο Τέχνης», εγκαινίασε το φετινό χειμώνα στο «Υπόγειο», με την επανάληψη δύο μονόπρακτων (από όσα γράφτηκαν με «παραγγελία» του και παρουσίασε πέρσι), υπό τον ενιαίο τίτλο «Συμβαίνει σήμερα». Πρόκειται για το «Αλμανάκ» της νέας καλλιτεχνικής διευθύντριας του «ΘΤ», Μαριάννας Κάλμπαρη, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, και το «Ασκήσεις για γερά γόνατα» του Ανδρέα Φλουράκη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου. Πρόκειται για δύο μονόπρακτα για την Ελλάδα της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης, τις ποικιλότροπα επικίνδυνες συνέπειές της. Θεματολογικά, και τα δύο μονόπρακτα είναι σοβαρά και αξίζουν την ανταπόκριση του κοινού, παρότι δεν είναι ισάξια σε μορφή και περιεχόμενο.

Κατά τη γνώμη της υπογράφουσας το «Αλμανάκ» κυριαρχεί. Πολύπλευρο, εύστοχο, καίριο θεματολογικά. Πρωτότυπο δραματουργικά. Χιουμοριστικά «παιγνιώδες» μυθοπλαστικά. Χυμώδες γλωσσικά. Και με ευφυές «μήνυμα» στο φινάλε του. Το έργο αρχίζει με άρθρο γερμανικής εφημερίδας το αλήστου μνήμης έτος 1897. Οπως σήμερα, οι τότε και μετέπειτα «Μεγάλες Δυνάμεις», «σύμμαχοι» και «εταίροι» όλων των κυβερνήσεων του ελληνικού κράτους, έριχναν και κράτησαν μέχρι και τον 20ό αιώνα το λαό του στο «σφαγείο» των ιμπεριαλιστικών στόχων και των καπιταλιστικών κρίσεών τους. Ακολουθεί ημερολογιακή αναδρομή σε ιστορικά γεγονότα, πρόσωπα και πολιτικές που ξαναπέταξαν στον «καιάδα» της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης, με τις λογής - λογής συνέπειές της σε βάρος της ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Συνέπειες που αναδεικνύουν - ανάλογα με τις ημερολογιακές πολιτικοϊστορικές αναφορές - σύντομα «επεισόδια» - «σκετς» (για εργασιακά, οικονομικά, ατομικά, οικογενειακά βάσανα και κοινωνικά προβλήματα), σατιρικά διανθισμένα με «τραγούδια» εν είδει επιθεώρησης. Συνδετικός «κρίκος» του «ημερολογίου» και των «επεισοδίων» είναι μια έφηβη που δεν πιστεύει πια σε «παραμύθια», που δε θα περιμένει εκατό χρόνια το «πριγκιπόπουλο», για να «ξεπαγώσει». Μόνη της θα «ξυπνήσει» και θα ξαναφτιάξει αλλιώς τη ζωή. Αυτό το μήνυμα «εκπέμπει» το έργο, αλλά και η ευρηματική, εύφορη, ανάλαφρη, ευφρόσυνη σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη, με συνεργάτες τους Σπύρο Γραμμένο (μουσική, παιζόμενη επί σκηνής από τον ίδιο), Ιωάννα Αποστόλου (κίνηση), Κατερίνα Σωτηρίου (κοστούμια, σκηνικά), Κωστή Καπελώνη (φωτισμοί). Επιτυχία της σκηνοθεσίας είναι η επιλογή, αλλά και η υποκριτική καθοδήγηση των ηθοποιών, που με «νεύρο», αμεσότητα και χιούμορ παίζουν διάφορους ρόλους. Ιεραρχικά σημαντικότερες είναι οι ερμηνείες των Ανθής Ευσταθιάδου, Κατερίνας Λυπηρίδου, Αριάδνης Καβαλιέρου (Κορίτσι). Αξιέπαινοι είναι και οι Ορέστης Τζιόβας και Νέστωρ Κοψιδάς.

Θέμα του μονόπρακτου «Ασκήσεις στα γόνατα», είναι ο κυνισμός, η εξοντωτική εργασία, οι ψωρομισθοί, οι εκβιασμοί (εργασιακοί, ψυχολογικοί, ηθικοί), η πολύμορφη ταπείνωση που υφίστανται οι εργαζόμενοι - άνδρες και γυναίκες - από αχόρταγους μεγαλοεπιχειρηματίες, που εκτός των εργοδοτικών εγκλημάτων τους, αν δεν γεννούν οι ίδιοι το νεοναζιστικό «τέρας», πάντως το εκτρέφουν, το εγκολπώνονται και το διασπείρουν στην κοινωνία. Εκπρόσωπος του αδυσώπητου κεφαλαίου είναι μια γυναίκα. Ο νεαρός γιος της δε βύζαξε μητρικό γάλα. Νταντεμένος από άλλες γυναίκες, έχοντας τα πάντα, νεοναζί «πατριώτης» πλέον, ως κληρονομικός διάδοχος της επιχείρησης, αναλαμβάνει αυτός τις εργοδοτικές «μεθόδους». Η μητέρα του με το φόβητρο της απόλυσης μηδένιζε τον ελεύθερο χρόνο, την προσωπική και οικογενειακή ζωή των εργαζομένων. Τους ωθούσε σε αντισυναδελφικό ανταγωνισμό. Τους μετέτρεπε σε τετράποδους υπηρέτες. Ο γιος παίρνει τα «ηνία», εξελίσσοντας τη «μέθοδο». Κουνώντας το βούρδουλα, απαιτεί να περπατούν στα τέσσερα. Κι εκείνοι υποτάσσονται, αδιαμαρτύρητα. Ε, δεν υποτάσσονται παντού και όλοι οι εργαζόμενοι. Η σημερινή δραματουργία μας δεν «οφείλει» να αναζητήσει και να «καταγράψει» και αυτήν την πραγματικότητα; Τη δραματουργική «κοινοτοπία» του έργου και το αβαθές πλάσιμο των προσώπων προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε να συγκαλύψει η υποκριτική καθοδήγηση των ηθοποιών από τον Γιάννη Μόσχο. Τα επιφανειακά πλασμένα πρόσωπα του έργου, επιφανειακά, σχηματικά παίχθηκαν από τους (αλφαβητικά): Βασίλη Ζήση, Νέστορα Κοψιδά, Εύα Οικονόμου - Βαμβακά, Ράνια Σχίζα.


ΘΥΜΕΛΗ


ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΡΟΔΟ
Το ποίμνιο και το πλυντήριο

1. Η γενική παιδεία του Νεοέλληνα είναι αποκλειστικά και απελπιστικά τηλεοπτική. Παιδεία που έχει τις ρίζες της στην τηλεοπτική επταετία. Καμιά φορά τη θυμίζει, την αντιγράφει και την ξεπερνά σε αυταρχισμό. Η διαφορά της με τη χούντα είναι ότι τότε υπήρχε ένα αφεντικό. Τώρα έχει πολλά αφεντικά.

2. Προσπαθώντας να ξεπεράσουν την καθημερινή μιζέρια, οι πολίτες παρακολουθούν τη ζωή τους να καταρρέει, περιμένοντας ένα θαύμα μέσα από τη μικρή οθόνη. Ετσι, η τηλεόραση εξελίσσεται σε μια θρησκευτική αίρεση και ο θεατής σε ποίμνιο, που μετέχει σε όλες τις λειτουργίες της. Μακριά από τους πρόποδες της πραγματικότητας, το ποίμνιο ανεβαίνει τα όρη της τηλεόρασης, καταναλώνοντας ό,τι χρειάζεται: Μια γενναία δόση σκανδάλων και ατέλειωτες συνωμοσίες εις βάρος του που «αποκαλύπτονται» από «έγκυρες πηγές»!

3. Στους βοσκοτόπους των στούντιο, το ποίμνιο περιφέρεται σαν στη στάνη του, στον τόπο που θα ήθελε να ζήσει για πάντα, μέχρι αυτός να γίνει χλοερός και τόπος αναπαύσεως. Εκεί ακούς το ποίμνιο να μιλά με πάθος και αφέλεια στους δημοσιογράφους με τον τρόπο των αποκαλύψεων για τα προσωπικά του, «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ».

4. Η σκοτεινή καταγωγή της ελληνικής τηλεόρασης, εξαιτίας της αδυναμίας μας ν' αντιδράσουμε, κάνει την αίγλη της μεγαλύτερη. Υπάρχει και μας περιέχει με μια δωρική απλότητα και με το λόγο των δημοσιογράφων, που συχνά γίνεται παράγγελμα.

5. Το γεγονός ότι οι κάμερες της τηλεόρασης περιφέρονται σαν τις άδικες κατάρες παντού δίνουν την ψευδαίσθηση και στον τελευταίο θεατή να αισθάνεται αναπόσπαστο μέρος της μικρής οθόνης και να μπορεί να παρεμβαίνει σε κάθε θέμα.

6. Οπως κάθε πιστός διαλέγει μια εικόνα από τη θρησκεία του και τη λατρεύει, τη φοβάται και της υποτάσσεται, έτσι ακριβώς το ποίμνιο διαλέγει τον δημοσιογράφο που του ταιριάζει. Αργόστροφη και συντηρητική η δημοσιογραφία στην Ελλάδα. Δεν συνάντησε καμία δυσκολία στο να ωραιοποιεί κάθε ποταπότητα του καθεστώτος. Αντίθετα, είναι διάχυτη η δυσφορία της σε κάθε αντίθετη άποψη, γιατί την υποχρεώνει να φορέσει το βιαστικό βλέμμα του Πρετεντέρη, όταν μπαίνει στη γνωστή αγγαρεία να κατακεραυνώνει τα πλήθη.

7. Δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας, με τον πιο δαιμονικό τρόπο, η τηλεόραση ξεπλένει όλα τα κρίματα του χαλιφάτου της Αμερικής. Αποσιώπησε ομόφωνα ότι η Αμερική εκπαίδευσε και εξόπλισε του τζιχαντιστές ενάντια στον Ασαντ. Αλλά η ΙΣΙΣ, το γνήσιο παιδί της, ξεπέρασε τον δάσκαλό της σε αγριότητα, και τώρα φαίνεται καθαρά ότι ο τζιχαντιστής που κόβει κεφάλια και ο Αμερικανός πεζοναύτης που «καθαρίζει» μια ολόκληρη οικογένεια στο Αφγανιστάν είναι ένα και το αυτό. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο βασικός λόγος ύπαρξης της τηλεόρασης: Πρόκειται για πλυντήριο, στο οποίο το ποίμνιο παραδίνεται και ξεπλένεται μέσα στα απόνερα. Το μέλλον του ποιμνίου από δω και στο εξής είναι πάνω - κάτω γνωστό και το σημαδεύει για πάντα. Δεν μπορεί να κρατήσει στοιχειωδώς μια ισορροπία, αφού είναι ανεύθυνο ως προς τη ζωή του, η οποία είναι το πιο περιζήτητο εμπόρευμα. Τη ζωή του, που ανατράπηκε αργά αλλά σταθερά, επειδή το ποίμνιο παραμυθιάστηκε ότι, μέσω της μικρής οθόνης, μπορεί να γίνει μέρος της δύναμης που τη λειτουργεί.


Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org