ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 17 Ιούλη 2005
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Πολυχρόνη ΓΚΡΟΥΖΟΥΔΗ

Ο Πολυχρόνης Π. Γκρουζούδης γεννήθηκε το 1923 στο χωριό Βρυσικά Διδυμοτείχου Εβρου και εργάστηκε σαν καροποιός - ξυλουργός. Το 1941 έγινε μέλος του ΚΚΕ. Μετά την Απελευθέρωση συλλαμβάνεται, κακοποιείται και φυλακίζεται. Στα τέλη του '46 εντάχθηκε στο ΔΣΕ. Τραυματίζεται βαριά και μεταβαίνει στη ΛΔ Ρουμανίας για θεραπεία. Μετά την ανάρρωσή του, εργάζεται σαν παιδαγωγός στους παιδικούς σταθμούς των προσφυγόπουλων, που αριθμούσαν 5.500 κατατρεγμένα παιδιά. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου του Τμήματος Ιστορίας. Στα 35 χρόνια προσφυγιάς, ήταν συνεργάτης της εφημερίδας «ΝΕΑ ΖΩΗ», οργάνου των πολιτικών προσφύγων της ΛΔ Ρουμανίας. Επαναπατρίστηκε το 1984. Είναι συνεργάτης του «Δημοκρατικού Εβρου». Κατά καιρούς έχει δημοσιεύσει 10 διηγήματα, για τα παιδιά της Εθνικής Αντίστασης. Ασχολείται με τη Λαογραφία και συνέβαλε στη δημιουργία του Λαογραφικού Μουσείου Βρυσικών. Εχει εκδώσει 5 βιβλία.


Ο μικρός ΕΠΟΝίτης

Γρηγοριάδης Κώστας

Στον καπετάνιο του τμήματος είχαν παρουσιαστεί πάνω από 10 ΕΠΟΝίτες του χωριού για να καταταχτούν στον ΕΛΑΣ. Δε δέχτηκαν κανέναν γιατί δεν είχαν όπλα να τους δώσουν. Ο Βαγγελάκος, που μόλις πατούσε τα δεκάξι του χρόνια, αποφάσισε να πάει και μόνος του στον καπετάνιο, ότι αυτός έχει όπλο.

- Θέλω να 'ρθώ μαζί σας να πολεμήσω, είπε στον καπετάνιο.

- Μα είσαι μικρός, του απάντησε εκείνος.

- Τι μικρός! ΕΠΟΝίτης είμαι, απάντησε το παιδί.

- Και μικρός! Και η μάνα σου θα μείνει μοναχή, πρόσθεσε ο υπεύθυνος του ΕΑΜ του χωριού. Και εξήγησε στον καπετάνιο, τι είχε γίνει με τον πατέρα του παιδιού. Σαν άκουσε ο καπετάνιος πως τον πατέρα του τον κρέμασαν οι Γερμανοί, τον πλησίασε, τον κοίταξε στοργικά και του εξήγησε πως πρέπει να μείνει κοντά στη μάνα του.

- Μα η μάνα μου με αφήνει να 'ρθω μαζί σας, είπε το παιδί.

- Ναι, αλλά βλέπεις δεν έχουμε και όπλα.

- Οπλα, έκαμε το παιδί όπλα. Εγώ έχω όπλο και έβγαλε κάτω από το γιλέκο του ένα περίστροφο.

- Και πού το βρήκες, ρώτησε γελώντας ο καπετάνιος.

- Η μάνα μου μού το έδωσε. Ηταν του πατέρα μου. Δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει. Πάρτε με, τουλάχιστον εγώ να το βροντήξω. Και πάλι ο καπετάνιος δεν αποφάσιζε. Οχι, όχι δε γίνεται. Δεν μπορούμε να σε πάρουμε είσαι μικρός ακόμα και η μάνα σου μοναχή. Δε γίνεται. Ετσι ο Βαγγελάκος έφυγε πικραμένος για το σπίτι. Τα χαράματα όταν ξεκίνησε το τμήμα με τέσσερα αμάξια φορτωμένα με τρόφιμα - αλεύρια και όσπρια, ο Βαγγελάκος καβάλησε κρυφά σ' ένα αμάξι. Το πρωί, όταν ξεφόρτωσαν στο λημέρι τα αμάξια βρήκαν και το παλικαρόπουλο ανάμεσα στα τσουβάλια με αλεύρι. Ο επιμελητής νόμισε ότι ήταν παιδί κανενός αμαξά. Οταν έμαθε όμως τι συμβαίνει, πήρε το Βαγγελάκο από το χέρι να τον παρουσιάσει στον καπετάνιο. «Αν θέλεις να γίνεις αντάρτης για παίνεμα, τότε πάρε ποδάρι». Σαν έφτασαν στον καπετάνιο, τον χάιδεψε και του είπε πάλι γλυκά: «Μα τι είπαμε από βραδύς. Μείνε για την ώρα κοντά στη μάνα σου και αργότερα βλέπουμε». Το παιδί σήκωσε παρακαλεστικά τα γαλανά μάτια του στον καπετάνιο, μα δεν μπορούσε να βγάλει λαλιά, και ξέσπασε με αναφιλητά, παρακαλούσε: «Πάρτε με, πάρτε με». Ο καπετάνιος συγκινήθηκε, έκαμε νόημα πως θα τον κρατήσουν με τον όρο θα δουλεύει στο μαγειρείο. Ετσι ο ΕΠΟΝίτης έγινε αντάρτης. Σιγά - σιγά άνδρωνε στα λεύτερα βουνά, είχε γίνει το παιδί του τμήματος. Ολοι τον καμάρωναν για τη σβελτάδα του και προπαντός για την εξυπνάδα του. Δεν ξεχνούσαν οι αντάρτες πως κάποτε ο μικρός μάγειρας πήρε εντολή να αναποδογυρίσει το καζάνι με τα φασόλια και το πλιγούρι και να αναχωρήσουν. Τότε ο Βαγγελάκος αφού έριξε κρύο νερό στο καζάνι για να κρυώσει, στράγγισε αμέσως το ζουμί και τα φουσκωμένα φασόλια με το πλιγούρι τα έδωσε με την κουτάλα στους αντάρτες που περνούσαν βιαστικά από το μαγειρειό. Τα υπόλοιπα τα μάζεψε σε τσουβάλι και έτσι οι αντάρτες είχαν τι να βάλουν στο στόμα τους τις δυο μέρες των μαχών και όταν οι αντάρτες, μοίραζαν με το κουτάλι, λέγανε και ξαναλέγανε: «Να μας ζήσει ο ΕΠΟΝιτάκος».

Οσο περνούσε ο καιρός, το παλικάρι δεν αισθανόταν καλά στο μαγειρειό. Μια μέρα, χωρίς να ρωτήσει κανέναν εγκατέλειψε το μαγειρειό και τράβηξε για τη μάχη που είχε ανάψει από τα χαράματα. Ο γερο-μάγειρας έτρεξε ξοπίσω του - πίσω γύρνα, πίσω δεν ακούς; Ο ΕΠΟΝίτης σταμάτησε. Σαν έφτασε ο γέρος κοντά του, τον ρώτησε: «Τι θέλεις και φωνάζεις»; «Να γυρίσεις πίσω», του λέει. Μια ριπή από μακριά τους ανάγκασε να ξαπλώσουν. «Γερμανοί», είπε το παιδί. «Να εκεί στην πλαγιά». «Το υψωματάκι, παιδί μου να πιάσουμε. Αλλιώς πάν' τα παλικάρια μας». Σαν έπιασαν το υψωματάκι και ξανασάνανε λιγάκι ο γέρος και το παιδί άρχισαν να σημαδεύουν τους Γερμανούς που είχαν βγει από τη ρεματιά. Ο γέρος είπε στον ΕΠΟΝίτη να πάψει να πυροβολεί. «Μα γιατί, δε βλέπεις που προχωρούν», διαμαρτυρήθηκε ο ΕΠΟΝίτης. «Αυτό που σου λέω να κάμεις», ξανάπε ο γέρος. «Μα θα μας τσαλαπατήσουν δε βλέπεις»;

- «Κάτσε εγώ ορίζω τώρα. Αστους να προχωρήσουν με την εντύπωση ότι είμαστε μονάχα ένας. Εσύ μόνον κανόνισε πώς θα μπορέσεις να ρίξεις τις χειροβομβίδες και βλέπουμε» και του έδωσε και τις δικές του. Ο Βαγγελάκος κατάλαβε το σχέδιο και ετοιμάστηκε. Σε λίγο οι χειροβομβίδες σκάγανε ανάμεσα στους Γερμανούς και το αυτόματο θέριζε.

- Τι θέλετε, μωρέ, στα χώματά μας, φώναζε ο Βαγγελάκος.

- Βάρα, φώναζε ο γέρος. Βάρα στο ψαχνό, βάρα για να κλάψουν κι αυτωνών οι μάνες για να βάλουν μυαλό. Τέτοια επιτυχία είχαν οι χειροβομβίδες που η γερμανική ομάδα στρώθηκε στο ξέφωτο. Και όσοι έμειναν πισωγύρισαν. «Ποιος λέει ότι δε δείχνουν πλάτη οι Γερμανοί», μονολογούσε ο γέρος και με την αραβίδα του σημάδευε. «Απάνω, φώναζε ο γέρος στο Βαγγέλη επάνω, εγώ θα μείνω λίγο εδώ, μήπως ξεμυτίσει κανένας και έρχομαι ύστερα κι εγώ».

Ο Βαγγέλης σαν έφτασε στο ύψωμα, πρώτα αντάμωσε 4 τραυματίες που τους παραστεκόταν μια νοσοκόμα. Σε λίγο έφτασε και ο γέρος.

- Ηρθες, τον ρώτησε ο Βαγγελάκος. - Εφτασα, κάτσε, τώρα θα τους δείξουμε. Μα αυτοί από πίσω μήπως... Ερχεται δύναμη και θα τους πάρει ο διάβολος. Ενα τέταρτο θα μπορέσουμε να βαστάξουμε. Η μάχη πείσμωσε. «Σταματήστε το ντουφεκίδι», πρόσταξε ο γέρος - Ποιος είσαι εσύ που δίνεις εντολή, τον ρώτησε ένας αντάρτης. - Δε με γνωρίζεις; Από το μαγειρειό. Α, α... έκαμε ο αντάρτης και τώρα στο κουμάντο. Αφήστε τους να μας πλησιάσουν. Ερχονται οι δικοί μας, έρχονται φώναξε με χαρά η νοσοκόμα και ξάπλωσε δίπλα στον Βαγγελάκο.

- Πώς πάει, του είπε. Εδώ δεν είναι να πλένεις καζάνια. Μην παρεξηγείσαι;

- Οχι. Γιατί να παρεξηγηθώ, είπε καλόκαρδα το παλικάρι και κροτάλισαν τα όπλα. Οι μύτες των Γερμανών αναγκάστηκαν να φάνε χώμα. Η ενίσχυση είχε φτάσει και τότε να βλέπατε τους «αήττητους» πώς δείχνουν πλάτη. Ξανά δεν τόλμησαν να επιτεθούν. Το βραδάκι ο καπετάνιος είχε μάθει τα γεγονότα που είχαν γίνει και διέταξε να παρουσιαστούν ο γέρος με τον μικρό ΕΠΟΝίτη. Ετσι και έγινε. Αφού χαιρέτισαν περίμεναν τη διαταγή.

- Να αφοπλιστούν και οι δύο, πρόσταξε ο καπετάνιος, γιατί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.

Ο γέρος ξεκρέμασε το όπλο από τον ώμο του και έτοιμος να το παραδώσει.

- Ακου τα τώρα μικρέ... Συναγωνιστή καπετάνιε, πριν το παραδώσω θα ήθελα να σας παρακαλέσω τον ΕΠΟΝιτάκο να μην τον αφοπλίσεις.

- Γιατί, του λέει ο καπετάνιος.

- Πρώτα πρώτα γιατί είναι μικρός. Αλλά το βασικό είναι ότι το λάθος του βγήκε σε καλό. Για δες, πόσα όπλα και φυσίγγια μαζέψαμε. Αν δε θα 'τρεχε ο μικρός και γω ξοπίσω του, θα τρώγανε από τα πλάγια τους δικούς μας και ποιος ξέρει τι άλλες ζημιές θα μας κάνανε οι Γερμανοί. Αυτά είχα να πω και έδωσε την αραβίδα στον καπετάνιο.

Ο καπετάνιος συγκινημένος τον αγκάλιασε και του έδωσε πίσω την αραβίδα.

- Πάρ' την πίσω γέροντα. Τι τιμωρία να σας βάλω με τον μικρό ΕΠΟΝίτη μας; Για μετάλλια μάλιστα θα σας προτείνω και αγκάλιασε τον Βαγγελάκο.

- Καπετάνιε, θα μ' αφήσεις τώρα στα μάχιμα τμήματα; Είδες, τώρα πως μπορώ να πολεμώ.

- Και βέβαια. Υστερα άντρωσες. Και τον έβαλε δίπλα στη νοσοκόμα. Κοντεύεις να την φτάσεις στο μπόι.

* Το διήγημα είναι από το ανέκδοτο βιβλίο 15 διηγημάτων με το γενικό τίτλο «Τα παιδιά της Αντίστασης».


Πολυχρόνης ΓΚΡΟΥΖΟΥΔΗΣ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org