ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 15 Δεκέμβρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Βιογραφικό Γιώργος Ι. Κοκοσούλας

Ο Γιώργος Ι. Κοκοσούλας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1926. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, Οργάνωση και Διοίκηση στην Ελλάδα και Οργάνωση - Λειτουργία Λιμένων - Πληροφορική στη Γαλλία και το Βέλγιο. Σπούδασε, επίσης, Θεωρία μουσικής -Αρμονία στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Διαθέτει Δίπλωμα γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και Πανεπιστήμιο της Tour).

Εκδοθέντα βιβλία: Ο εμπορικός λιμήν (1973), Μεσολόγγι 1830-1990 (1990), Μίμης Λιμπεράκης (εκδ. «Φιλιππότη» 1997), Γύρω από μια φιλία (εκδ. «Φιλιππότη» 1998), Ιω. Ν. Κοκοσούλα: Πολεμικά Ημερολόγια (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2000), Η Τάξη μου και άλλες ιστορίες λογής λογής (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2001).

Μεταφράσεις: Ρομαίν Ρολλάν, Μπετόβεν - Μεγάλες Δημιουργικές Εποχές: Η Ενάτη συμφωνία (με προσθήκη λεξιλογίου μουσικών όρων), (εκδ. «Γκοβόστη» 1995), Finita Comoedia, Οι Αγαπημένες του Μπετόβεν, Τα τελευταία κουαρτέτα. (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2002).

Λημματογράφηση μουσικών όρων στη 2η έκδοση του Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη.

Θεώρηση μετάφρασης, σημειώσεις στο βιβλίο Το Μυστικό του Μπαχ του Philippe Delelis (εκδ. Γκοβόστη 1999).

Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης, στον Αθηναϊκό και τοπικό Τύπο. Μένει στο Μεσολόγγι και γράφει στον τοπικό Τύπο.


Υπόθεση Χρ. Κουτσογιαννόπουλου «1943-1944»

Γρηγοριάδης Κώστας

Από καιρό τώρα, προτού να καταπιαστώ μ' αυτήν την αφήγηση των μαθητικών χρόνων, είχα βάλει στο νου μου να μιλούσα για μιαν ιστορία από τα χρόνια της κατοχής, από τις τόσες που έχει ο καθένας μας να διηγηθεί κι αυτό διότι αξίζει να έμενε μια γραπτή μαρτυρία της. Μια ιστορία που φαίνεται λίγο μυθιστορηματική, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Πρωταγωνιστής της απίθανης ιστορίας που ακολουθεί είναι ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος, έμπορος υφασμάτων από το Αγρίνιο, που τη νύχτα της 21ης Νοεμβρίου 1943 κατόρθωσε να ξεφύγει απ' τα νύχια των Γερμανών και φυσικά από σίγουρη εκτέλεση. Ο Κουτσογιαννόπουλος ήταν ένας από τους πολλούς επισκέπτες (συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, Ιταλοί - στρατιώτες φυγάδες) που έστω μια βραδιά διανυκτέρευσαν στο σπίτι μας στα χρόνια της κατοχής (αλλά και μετά τον πόλεμο όταν ερχόντουσαν για υποθέσεις στα δικαστήρια και τα στρατοδικεία από τη Μακρυνεία και το Αγρίνιο). Ο Κ. πρέπει να πρωτοήρθε στο σπίτι μας το καλοκαίρι του '42. Καλοντυμένος, γύρω στα 36, με καλούς τρόπους κι ευκίνητο περπάτημα, μέτριο ανάστημα και προχωρημένη κάπως φαλάκρα, που την έκρυβε κάτω από το καπέλο του. Πρέπει να μας έκανε μια επίσκεψη και με την ανεψιά του Δανάη (Σπηλιωπούλου), που είχε ταλέντο στο τραγούδι και έμενε στην Αθήνα. Ηταν άνθρωπος μορφωμένος, θα έλεγε κανείς, με ξένες γλώσσες και ταλέντο στη μουσική. Επαιζε διάφορα όργανα: πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα, μαντολίνο και συνέθετε τραγούδια, όπως το «Μην ξεχνάς, αν μ' αγαπάς ακόμα...». Μου έμαθε μερικά τραγούδια του Μπιάνκο, τότε που μάθαινα κιθάρα με τον Πέτρο Γεωργακόπουλο, όπως το «Ιλ καμινίτο» και το «Α μέτζα νότε βα» που άρεσαν ιδιαίτερα. Κάποτε μου έφερε ένα ωραίο ύφασμα κρεπ ζαπόν σε χρώμα θαλασσί, που μου το έραψε πουκάμισο η μητέρα. Τις λίγες φορές που έτρωγε ο Κ. στο σπίτι μας, διότι μοίραζε το βάρος της φιλοξενίας και στον Απόστολο Καραβία, που ήταν συγγενής του, ευχαριστιόταν ιδιαίτερα τις μελιτζάνες ιμάμ μπαϊλντί (που είχαμε από το κτήμα μας το οποίο καλλιεργούσε τα δύσκολα εκείνα χρόνια ο Παναγής Παρίσης, ένας καλός καλλιεργητής κηπευτικών, που έμπαιναν καθημερινά σχεδόν στο τραπέζι μας), αλλά και το πλιγούρι με ντομάτα που το κόβαμε στον μύλο του πιπεριού, που μας έμεινε από το μαγαζί του πατέρα μας, και εξυπηρετούσε για το κόψιμο του πλιγουριού ολόκληρη τη γειτονιά.

Κάποτε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον χάσαμε τον Κ. μέχρι που μια μέρα στις αρχές του '44 ψηλά από την ταράτσα του σπιτιού μας τον είδαμε, ο Κλέαρχος κι εγώ, να έρχεται προς το σπίτι μας κάτω από μια εμφάνιση πολύ ασυνήθιστη. Αντί για τον κομψοντυμένο πάντοτε Κ. που είχαμε συνηθίσει, αντικρίζαμε έναν Κ. να πλέει μέσα σε μια μακριά μαύρη πατατούκα που του έφτανε κάτω κάτω λίγο πάνω από τα παπούτσια.

Αν και ήταν Γενάρης μήνας ο καιρός ήταν γλυκός κι έτσι ανεβάσαμε τον Κ. στην ταράτσα κι εκεί μας διηγήθηκε τη φοβερή περιπέτεια που είχε με τους Γερμανούς από την οποία σαν από θαύμα γλίτωσε κάτω από απίστευτες για το δέμας του ήρωα της ιστορίας συνθήκες.

Συνέβη, λοιπόν, να υπηρετεί στο γερμανικό στρατό κατοχής ένας Γάλλος, Αλσατός από το Στρασβούργο, ο Ζαν Μιστλέρ, που είχε επιστρατευτεί παρά τη θέλησή του. Κάποια μέρα έτυχε να περιεργάζεται ο Ζ. Μ. τη βιτρίνα του εμπορικού του Κ. κι εκεί στην πόρτα του καταστήματος έπιασε κουβέντα μαζί του καθώς ο Κ. μιλούσε τα γαλλικά σαν μητρική του γλώσσα. Η απλή αυτή γνωριμία είχε τη συνέχειά της και εξελίχτηκε σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Ζ. Μ. τον γερμανικό στρατό και να βρει καταφύγιο στο σπίτι του Κ. Διά παν ενδεχόμενο καταστρώθηκε και ένα σχέδιο διαφυγής που συνδέθηκε με μέλη της οργάνωσης του ΕΑΜ και διάφορα στέκια καταφυγής. Δυστυχώς, το κρησφύγετο του Ζ. Μ. προδόθηκε στους Γερμανούς. Ο Κ. υποψιάστηκε τη Ζανόν, που προπολεμικά έκανε γαλλικά στην πόλη μας, και τώρα ήταν διερμηνέας των Γερμανών στο Αγρίνιο. (Δεν ξέρω αν η υποψία αυτή του Κ. είχε συνέχεια μετά την απελευθέρωση). Ετσι, τα μεσάνυχτα της 20ής προς την 21η Νοεμβρίου 1943, δυνατά χτυπήματα στην πόρτα και άγριες φωνές στα γερμανικά, ξύπνησαν τους ενοίκους του σπιτιού του Κ. Στη στιγμή ο Ζ. Μ. το 'σκασε από τη γκλαβανή της κουζίνας κι εξαφανίστηκε χωρίς ν' αφήσει ίχνη διαφυγής πίσω του, ενώ ο Κ. έριξε στους ώμους του μια κουβέρτα και κατέβηκε για ν' ανοίξει την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στα προτεταμένα όπλα των Γερμανών. Δυο τρεις απ' αυτούς ανέβηκαν επάνω να ψάξουν για τον καταζητούμενο και κατέβηκαν άπρακτοι αφού αναστάτωσαν τα πάντα μέσα στο σπίτι. Εβαλαν τότε μπροστά τον Κ. και τον οδηγούσαν στην Γκεστάπο. Ο Κ., όμως, νιώθοντας το σχοινί της αγχόνης να τυλίγεται γύρω από το λαιμό του, είχε την έμπνευση και την τόλμη να κάνει το σάλτο μορτάλε. Κάποια στιγμή που πλησίαζαν σ' ένα στενοσόκακο αιφνιδίασε τους Γερμανούς, ρίχνοντας επάνω τους την κουβέρτα που είχε στους ώμους του και ευκίνητος καθώς ήταν το 'σκασε μέσα σ' ένα ζιγκ-ζαγκ από σοκάκια κι εξαφανίστηκε για να σωθεί σε κάποιο από τα στέκια καταφυγής.

Στο μεταξύ, η Γερμανική Διοίκησις έβγαλε ανακοίνωση προς τον Λαόν της Πόλεως Αγρινίου, που δημοσιεύτηκε στις 23 Νοεμβρίου 1943 στην εφημερίδα «Δυτική Ελλάς»:

«Καθίσταται γνωστόν ότι ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος, κάτοικος Αγρινίου οδός Στάϊκου 35, προσεπάθησε να πείση Γερμανικά Στρατιωτικά στελέχη, όπως εγκαταλείψουν τη Σημαίαν των και δραπετεύσουν...

Εκείνος όστις ήθελε παράσχη προστασίαν και άσυλον εις τον Χρήστον Κουτσογιαννόπουλον καθίσταται υπεύθυνος ως υποστηρικτής των πράξεων τούτου και θα κληθεί να λογοδοτήση...».

Δυστυχώς, η περιπέτεια αυτή δεν επιφύλασσε αίσιο τέλος για τον Ζ. Μ. Οι κακουχίες στο βουνό στάθηκαν μοιραίες. Ο Ζ. Μ. έπαθε δυσεντερία με πυρετό και μένοντας χωρίς γιατρό και φάρμακα άφησε εκεί πάνω, στις 11 Δεκεμβρίου, την τελευταία του πνοή στα 23 του χρόνια. Ο σκληρός αυτός θάνατος, που ήταν η κατάληξη μιας πράξης καλοπροαίρετης, βύθισε σε μεγάλη απελπισία τον Κ., που πλέον ούτε στο βουνό μπορούσε να μείνει ούτε και στο Αγρίνιο μπορούσε να ξαναγυρίσει. Κατάφερε, όμως, να πάρει πιστοποιητικό γεννήσεως από κάποιον Πρόεδρο Κοινότητας με το όνομα Χρήστος Ελευθερίου, που να θυμίζει και να φέρει την ποθητή Ελευθερία από τη γερμανική κατοχή και κατέβηκε ο αθεόφοβος στο Μεσολόγγι για να βγάλει νέα ταυτότητα και άδεια ταξιδίου (παπίερ) για την Αθήνα, όπου έμενε η αδερφή του Βιβή Κουτσογιαννοπούλου - Σπηλιωπούλου.

Κι εμείς, χωρίς ν' αναλογιστούμε τον κίνδυνο που διατρέχαμε παρέχοντας άσυλο σε καταζητούμενο από τους Γερμανούς, όπως δεν τον είχαμε αναλογιστεί τον Σεπτέμβριο του '43 που κοιμίζαμε στην ταράτσα μας Ιταλούς στρατιώτες φυγάδες, δεχτήκαμε τον Κ. στο σπίτι μας, πότε εμείς πότε ο Απόστολος Καραβίας, μέχρι να κατορθώσει να φύγει για την Αθήνα.

Κάποτε, κατάφερε ο Κ. να βγάλει νέα ταυτότητα, να γίνει Χρήστος Ελευθερίου και να πάρει παπίερ, την άδεια ταξιδίου για την Αθήνα. Τον αποχαιρετήσαμε με το αίσθημα μελαγχολίας που γεμίζει το κενό που αφήνει η αναχώρηση ενός προσώπου που το έχουμε συνηθίσει, ανάμεικτα μ' ένα αίσθημα ανακούφισης που απομακρύνθηκε ο κίνδυνος που μας απειλούσε καθημερινά. Στην Αθήνα ο Χ. Ελ. για λόγους προνοίας δεν έμεινε στης αδερφής του, αλλά στο σπίτι ενός Στάϊκου από το Αγρίνιο.

Από τότε τον χάσαμε για χρόνια τον Κ., μέχρι που κάποια μέρα του '47 ή του '48, ο Πέτρος Γεωργακόπουλος, με τον οποίο υπηρετούσαμε φαντάροι γραφιάδες στο Στρατολογικό Γραφείο Μεσολογγίου, μου τον φέρνει από το διπλανό γραφείο εφεδρείας στο Γραφείο Πρωτοκόλλου που κρατούσα τότε, για να πρωτοκολλήσω μια αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού στρατολογικής κατάστασης για αποδημία. Αφού πέρασε η έκπληξη από την απρόσμενη αυτή συνάντηση, μου εξήγησε ο Κ. ότι θα πήγαινε στη Γαλλία τα οστά του άτυχου Ζαν Μιστλέρ και θα παντρευόταν τη νεότερη αδερφή του, τη Ζοζεφίν, με την οποία είχε αναπτυχθεί ειδύλλιο μέσα από την αλληλογραφία που είχε ανοίξει ο Κ. με την οικογένεια Μιστλέρ μετά το τέλος του πολέμου.

Υστερα από χρόνια, στις 23 Αυγούστου 1950, συνάντησα στο Αιτωλικό τον Κ. με τη γυναίκα του, την ξανθιά Ζοζεφίν, που είχαν έρθει για το πανηγύρι της Αγιαγάθης. Τελευταία φορά συναντηθήκαμε κάποτε, μετά το 1953, στην οδό Σταδίου στην Αθήνα, καθώς πήγαινε βιαστικός για να προλάβει κάτι.

Θα συμπληρώσω αυτή την ιστορία με μερικές πληροφορίες από δημοσίευμα του Θ. Μ. Πολίτη στα «Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας» τεύχος 22, Απρίλιος 1997:

Οι Γερμανοί μετά τη λιποταξία του Ζαν Μιστλέρ συλλάβανε την οικογένειά του στο Στρασβούργο και την έκλεισαν σε στρατόπεδο.

Οταν ο Κ. πήγε στο Στρασβούργο παντρεύτηκε εκεί τη Ζοζεφίν με καθολικό γάμο και γυρίζοντας στο Αγρίνιο στεφανώθηκαν σε ορθόδοξη εκκλησία στις 20 Απριλίου 1950. Ο γάμος τους δεν άφησε απογόνους.

Στη δεκαετία του '70 μια ανιψιά της Ζοζεφίν από αδερφή της ήρθε να τους δει στο Αγρίνιο κι εκεί γνωρίστηκε με τον Χριστόφορο Σπαθούλα και παντρεύτηκαν. Από τον δεύτερο αυτόν ελληνογαλλικό γάμο γεννήθηκαν η Ιρέν κι ο Δημήτρης.

Ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος πέθανε στις 21 Απριλίου 1982 στα 76 του, καθώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια του Αγίου Χριστόφορου και η Ζοζεφίν πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1997 στα 72 της χρόνια.

Και θα κλείσω τη μυθιστορηματική αυτή ιστορία με ένα επεισόδιο από τα αμίμητα του Πέτρου Γεωργακόπουλου: Κάποτε που βρέθηκε ο Πέτρος στο Αγρίνιο έτυχε να πάρει κάπου το μάτι του τον Κουτσογιαννόπουλο. Τον πλησίασε και χωρίς να γίνει αντιληπτός άρχισε να τραγουδάει από πίσω του ένα ρεφρέν:

«Μην ξεχνάς αν μ' αγαπάς ακόμα

τις γλυκιές που ζήσαμε μαζί στιγμές

τους καημούς που μόνο η νύχτα άκουγε

να βγαίνουν από δυο καρδιές».

«Μα, πού ξέρετε εσείς το τραγούδι μου;» γυρίζει έκπληκτος ο Κ. προτού αναγνωρίσει τον Πέτρο.

Από το βιβλίο του Γεωργίου Ι. Κοκοσούλα «Η τάξη μου και άλλες ιστορίες».




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org