ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 10 Φλεβάρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (Τριαντάφυλλου Γεροζήση)

Ο Τ. Γεροζήσης γεννήθηκε το 1934 στη Λάρισα. Νεαρός ΕΠΟΝίτης, το 1949 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ.

Τελείωσε τη Νυχτερινή Εμπορική Λάρισας το 1964. Εχει πτυχίο του Οικονομικού Τμήματος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθήνας (ΑΣΟΕΕ), πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δίπλωμα Προκεχωρημένων Σπουδών (DEA) του Πανεπιστημίου ΙΙ της Σορβόννης - Παρισίου, Διδακτορικό Δίπλωμα (Doctorat d' Etat) του ίδιου Πανεπιστημίου.

Είναι δικηγόρος Αθηνών και ανήκε στην Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής ως επιστημονικός συνεργάτης. Στην περίοδο 1993-1999 δίδαξε Συνταγματικό Δίκαιο στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Εργα του χρονολογικά, «Ο τελευταίος», «Τέλος και Αρχή» (θεατρικό), «Αγκόλα, το κλειδί της Αφρικής», «Η Βουλή των Ελλήνων για το Κυπριακό», με τους Πανταζή Αντ. και Κουτσουμπίνα Στ. «Κείμενα Συνταγματικής Ιστορίας», «Το Σώμα των Αξιωματικών 1881-1975» (Διδακτορική Διατριβή), «Δωδεκάνησα, 1947-1997», «Ανταρτόπουλο στο ΔΣΕ».

Εχει δημοσιεύσει άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες.


Χώμα πατρίδας

- Λενιώ, ω Λενιώ...

Το στενό δρομάκι αντήχησε από τις φωνές της Ιππολύτης.

- Τι είναι καλέ;

Η Λενιώ, η μάνα μου, βγήκε στο παράθυρο που έβλεπε στο στενό δρομάκι.

- Λενιώ τάξε...

- Γιατί, τι είναι;

- Τάξε που σου λέω, έχεις χαμπέρια.

- Αν είναι για καλό, έλα πάνω να φτιάσω καφέ, να σε τρατάρω και γλυκό, να μου πεις τα χαμπέρια.

- Εντάξει, για καλό είναι, το 'ταξες, θα 'ρθω σε λίγο. Κάτω στο σταθμό, στο Μπαμπά, είδαν τον Θανάση...

- Αντε καλέ...

- Αλήθεια σου λέω, τον είδε ο γραμματικός της Κοινότητας, μίλησαν κιόλας. Αυτός μ' έστειλε, δεν προλάβαινε να 'ρθει να στο πει ο ίδιος, του χρωστάς, όμως, το κέρασμα.

- Το τρένο έχει πολλή ώρα που πέρασε, θα είχε έρθει από κείνη την ώρα.

- Μήπως πήγε στο Δερελί να δει τη μάνα του...

Ηταν είτε πριν τα Χριστούγεννα, Δεκέμβρης του 1940 ή μετά τα Χριστούγεννα, Γενάρης του 1941.

Οταν άρχισε ο πόλεμος του 1940 και οι βομβαρδισμοί και οι σεισμοί μαζί στη Λάρισα, η μάνα μας, μας πήρε, τον αδερφό μου και μένα, και εγκατασταθήκαμε στα Αμπελάκια στο πατρικό της σπίτι, γιατί το σπίτι μας στην πόλη, ήταν κοντά στο αεροδρόμιο. Αργότερα που άρχισαν να λειτουργούν τα Σχολεία, ο αδελφός μου πήγαινε στο Γυμνάσιο στη Λάρισα και έμενε μαζί με τους παππούδες και τις αδερφές της μάνας μας. Εγώ, παλικαράκι έξι χρονών, πήγαινα στην πρώτη Δημοτικού, στο Σχολείο, στον Αϊ - Γιώργη, στα Αμπελάκια.

Ο πατέρας μου, αυτόν είχαν δει στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μπαμπά, σημερινά Τέμπη, ήταν μόνιμος αξιωματικός. Περίπου δυο χρόνια πριν, τον είχαν θέσει σε «αυτεπάγγελτη αποστρατεία» ως μη εμπνέοντα εμπιστοσύνη στη δικτατορία. Ομως, δυο μήνες πριν τον πόλεμο, τον ανακάλεσαν στην υπηρεσία και ο πόλεμος τον βρήκε κάπου στη Μακεδονία, ίσως στην Εδεσσα. Στην αρχή με είχαν γράψει στο Τρίτο Δημοτικό στη Λάρισα, με τον πόλεμο, όμως, και την εγκατάστασή μας στα Αμπελάκια, πήγαινα στο Σχολείο εκεί και είχαμε δασκάλα την «κυρία Κούλα». Ηταν ευχάριστη και καλόκαρδη γυναίκα και καλή δασκάλα, μας καλόπαιρνε εμάς τα «πρωτάκια», μας έδινε ξηρά σύκα ή κάστανα και κάπου κάπου μας έλεγε «τα νέα από το Μέτωπο». Ολοι στο χωριό περίμεναν τον ταχυδρόμο, που ερχόταν μέρα παρά μέρα και από την αρχή του χωριού, τον Αϊ - Κήρυκο, φώναζε «γράμμα από το Μέτωπο» και όσο να φτάσει στο Παζάρι, την πλατεία του χωριού, όλο το χωριό ήταν ενήμερο για την άφιξή του και εμείς «η μαρίδα», αν δεν είχαμε σχολείο, τρέχαμε πίσω του.

Κάπου κάπου το γράμμα από το Μέτωπο ήταν «πικρό» είτε για κάποιον από το χωριό ή για κάποιον από τα γύρω χωριά και τα νέα κυκλοφορούσαν σχεδόν την ίδια μέρα, γι' αυτά τα πικρά γράμματα που έρχονταν από το «υπουργείο».

Συχνά ακούγαμε τους μεγάλους να μιλάνε γι' αυτά τα γράμματα κι ακούγαμε κουβέντες, όπως «μοναχογιό τον είχε η δόλια» ή «έμεινε η κακομοίρα με δυο μικρά παιδιά, πώς θα τα μεγαλώσει;». Αλλος έλεγε, «έπεσαν για την πατρίδα, τις χήρες και τα ορφανά θα τα αναλάβει το κράτος» και άλλος απαντούσε, «ναι, όσο ανάλαβε τις χήρες, τα ορφανά και τους σακάτηδες της Μικρασίας». Εμείς ακούγαμε αυτά και στα μικρά μας μυαλά γινόταν μπέρδεμα μεγάλο και οι παιδικές ερωτήσεις στην κυρία Κούλα πήγαιναν σύννεφο. Αλλες φορές μας έπαιρνε στο προαύλιο και κοιτώντας τη σημαία τραγουδούσαμε τον Εθνικό Υμνο ή κάποιο άλλο πατριωτικό τραγούδι. Ο πατέρας μου ήρθε προς το απόγευμα. Ψηλός, με τις μπότες και τη «βραχεία χλαίνη», το πηλήκιο και ένα μικρό σακίδιο.

Τον πατέρα μου τον θαύμαζα και τον αγαπούσα με διαφορετικό τρόπο από τη μάνα μου. Οταν ήμουν κοντά του, ένιωθα «σιγουριά», ήθελα να του μοιάσω, να γίνω κι εγώ αξιωματικός. Δε με «πιλάτευε», όπως η μάνα μου που ήταν δασκάλα, με κείνα τα «μακρόν προ βραχέος περισπάται» και άλλα της Γραμματικής, που έπρεπε να τα μάθουμε «απ' έξω κι ανακατωτά».

Μου είχε φέρει ένα μπαστούνι χιονοδρόμου, αυτό μόνο θυμάμαι και που του 'λεγα, όταν ξανάρθει, να μου φέρει έναν Ιταλό «για να παίζω». Αντε να βρεις, με τα όσα ακούγαμε για τους «μακαρονάδες», τους «κοκορόφτερους», τους «γελοίους φρατέλους» και τα διάφορα τραγούδια της εποχής για τους Ιταλούς, πώς σκεφτόταν το παιδικό μυαλό μας.

Ο πατέρας μου έμεινε μαζί μας είκοσι τέσσερις ώρες. Δεν ξέρω αν ήρθε από το μέτωπο με άδεια ή στο πλαίσιο κάποιας αποστολής. Οταν έφυγε, τον πήγαμε με τη μάνα μου ως το «Εικονοστάσι», στα μισά του δρόμου Αμπελάκια - Τέμπη. Τα μάτια της μάνας μου ήταν κόκκινα και τη στιγμή που πήγε να ανοίξει τη μεγάλη δίφυλλη ξύλινη πόρτα του σπιτιού με τα μεγάλα καρφιά, έκλαιγε. Τότε ο πατέρας μου της πήρε το χέρι και της είπε λίγο αυστηρά:

- Λενιώ, όχι τέτοια έξω στο δρόμο.

Οσο να βγούμε από το χωριό, κάποιοι που ανταμώσαμε στο δρόμο, τον χαιρετούσαν με σεβασμό.

- Στο καλό κυρ Θανάση, η Παναγιά μαζί σας και με τη νίκη, τσακίστε τους τους βρωμιάρηδες, πετάξτε τους στη θάλασσα.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, κοντά στην «Μπότσιανη», ήρθε κοντά και είπε σιγανά:

- Λιώστε τους φασίστες Θανάση, για να δούμε κι εδώ άσπρη μέρα.

Οταν φτάσαμε στο «Εικονοστάσι», εκεί που θα χωρίζαμε, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και ο πατέρας μου συνέχισε τον κατηφορικό δρόμο. Η μάνα μου σκούπιζε τα μάτια της και μου 'πε ότι θα καθίσουμε εδώ, όσο θα τον βλέπουμε.

Είχε απομακρυνθεί ο πατέρας μου κάπου διακόσια μέτρα, όταν η μάνα μου κάτι θυμήθηκε.

- Αχ, ξέχασα. Τρέχα γρήγορα να προλάβεις τον πατέρα σου. Πάρε μια χούφτα χώμα και βάλτο στην τσέπη της χλαίνης του.

- Μαμά, χώμα; Θα με μαλώσει.

- Οχι, δε θα σε μαλώσει, ξέρει αυτός.

Ο πατέρας μου, σίγουρα συγχυσμένος κι αυτός από το χωρισμό, με αντιλήφθηκε μόνο όταν έβαλα το χέρι στην τσέπη του. Λίγο έκπληκτος, με χάιδεψε στο κεφάλι, κοίταξε προς τη μάνα μου, έκανε ένα χαιρετισμό και συνέχισε το δρόμο του.

Ρώτησα τη μάνα μου γιατί και μου είπε ότι άλλη φορά θα μου εξηγήσει, «είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις».

Περίμενα πώς και πώς να πάω την άλλη μέρα στο Σχολείο, να ρωτήσω την κυρία Κούλα, αυτή απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις μας.

Οταν τη ρώτησα, μέσα στην τάξη, όπου μιλούσαμε όλοι μαζί, μας είπε ότι θα μάθουμε ένα ποίημα που θα μας δώσει απάντηση.

«Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα

και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,

άφησε να πάρω, κάτι κι από σένα,

γαλανή πατρίδα, πολυαγαπημένη.

Αφησε μαζί μου, φυλαχτό να πάρω,

για την κάθε λύπη, κάθε τι κακό,

φυλαχτό απ' αρρώστια, φυλαχτό από χάρο,

μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

Χώμα ποτισμένο με βροχή του Μάη,

χώμα μυρωμένο, που γεννάει,

μόνο με του ήλιου τα ζεστά φιλιά,

το μοσχάτο κλήμα, το ξανθό σιτάρι,

τη χλωρή τη δάφνη, την πικρή ελιά».

Το 1943, ΕΑΜίτης πια, αφού γλίτωσε κάμποσες φορές από τα χέρια των Ιταλών, των Γερμανών και από προδοσίες, ο πατέρας μου πέρασε στον ΕΛΑΣ. Μας χαιρέτησε, αλλά μόνο η μάνα μου ήξερε πού θα πήγαινε. Τον πήρε σύνδεσμος, πέρασαν από τον Ευαγγελισμό, από κει πέρασαν τον Πηνειό, ανέβηκαν στο Γκονταμάνι στον Ολυμπο και από κει στα Χάσια, στο 5ο Σύνταγμα, νομίζω.

Τώρα ήμουν μεγαλύτερος και καταλάβαινα περισσότερα. Οταν παρατάθηκε η απουσία του και από τις κουβέντες των άλλων κατάλαβα ότι «είχε πάει με τους αντάρτες», ρώτησα τη μάνα μου, αν του είχε βάλει χώμα στην τσέπη. Μου απάντησε «όχι, γιατί δε θα φύγει έξω από την Ελλάδα». Μετά την Απελευθέρωση, όταν οι Εγγλέζοι εγκατέστησαν στην εξουσία τους δοσιλόγους και τους απόντες, τον απομάκρυναν από το στρατό με τον «περίφημο» Β` Πίνακα.

Μετά πολλά χρόνια, κουβεντιάζοντας με τον Σ. Κ., του διηγήθηκα αυτό το περιστατικό. Μου είπε ότι παλιά, αυτό το έθιμο να παίρνουν λίγο χώμα από την πατρίδα ήταν πολύ διαδομένο, είτε φεύγαν μακριά για πόλεμο, είτε φεύγαν να βρούνε μοίρα σε άλλη χώρα ως μετανάστες.

- Αλλά θα σου πω και κάτι άλλο, που μάλλον δεν το ξέρεις. Εχει γραφτεί κάπου, δε θυμάμαι πού, αλλά εγώ το ξέρω από τον ίδιο, αν και δεν πολυμιλούσε γι' αυτό. Ξέρεις, ο Ζαχαριάδης, την τελευταία μέρα που έπεσε ο Γράμμος, δεν ήθελε να περάσει τα σύνορα, να βγει από την Ελλάδα. Ηθελε να μείνει να σκοτωθεί με τους τελευταίους μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ. Οταν πείστηκε να ακολουθήσει, έκανε δυο πράγματα: Εσπασε το ρολόι που φορούσε στο χέρι, τη στιγμή που έβγαινε από την Ελλάδα και, το άλλο, ζήτησε και του δώσαν ένα μικρό σακουλάκι από πυρίτιδα, όπου έβαλε λίγο χώμα ελληνικό.

Αυτά τα δυο, το σπασμένο ρολόι που έδειχνε την ώρα που έφυγε από την Ελλάδα, και το σακουλάκι με το χώμα, τα κουβαλούσε πάνω του μέχρι το τέλος.


Του
Τριαντάφυλλου ΓΕΡΟΖΗΣΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org