ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 10 Οχτώβρη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Βασίλη ΦΥΤΣΙΛΗ

Ο Βασίλης Φυτσιλής γεννήθηκε στη Σέκλιζα της Καρδίτσας, το 1927. Από τους νεαρότερους ΕΠΟΝίτες, ανήκει στη νεότερη γενιά της Αντίστασης 1941-1944. Πριν προλάβει να τελειώσει το Γυμνάσιο, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το «δρόμο του βουνού» και κατατάχθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πιάστηκε αιχμάλωτος, στο πέρασμα της Νιάλας, τον Απρίλη του 1947. Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και έμεινε στη φυλακή και στα ξερονήσια συνολικά δώδεκα χρόνια. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Α' Αντιπρόεδρος του κεντρικού ΔΣ της ΠΕΑΕΑ. Εργα του: «Το γιοφύρι» - μυθιστόρημα, «Φυλακισμένα Τραγούδια» - ποιήματα, «Φωνές απ' τα σίδερα» - ποιήματα, «Κουβέντες του Κυνηγιού» - διηγήματα, «Βαγγελίτσα Κουσιάντζα» - ιστορικό/ βιογραφικό, «Ο Τσιριφλίνος» - παιδικό παραμύθι, «Θρήνος και Τραγούδι για το μικρό Καπετάνιο» - ποιητική σύνθεση, «Γιασμίνα» - μυθιστόρημα, «Ο Σιδέρης και το κακό αφεντικό» - παραμύθι, «Κουβεντιάζοντας με τον Γιάννη» - μαρτυρία, «Στους δρόμους του αγώνα» - αυτοβιογραφική μαρτυρία (2 τόμοι), «Διακριτικά» - χρονογραφήματα από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» (έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής»).


Το φιλί της Ανθούλας

Β.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Από τα ελεύθερα βουνά του, όπου, μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, πολεμούσε κι αυτός, παρέα με τους συντρόφους του, τους Αμερικανούς επικυρίαρχους και τους ντόπιους υποτακτικούς τους, ο Αντώνης Καραγιάννης βρέθηκε ξαφνικά (μετά την αιχμαλωσία του και ύστερα από μια συνοπτική παρωδία «δίκης», στο έκτακτο στρατοδικείο της Λαμίας), στα κρατητήρια της Αθήνας και, από κει, στη φυλακή της Αίγινας.

Τους είχαν στριμώξει σε κλοιό θανάσιμο οι κυβερνητικοί, τον Απρίλη του 1948, σε μια ρεματιά, κοντά στο χωριό Βραγγιανά των Αγράφων, και τους προξένησαν μεγάλες απώλειες. Εκείνος, προσπαθώντας να ξεφύγει από ένα διασελάκι που βαλλόταν από παντού, δέχτηκε μια ριπή και έπεσε στα χέρια τους ζωντανός, με χτυπημένα και τα δυο του πόδια, πλημμυρισμένος στα αίματα.

Με το γενικό και τυποποιημένο κατηγορητήριο, «ούτος, από κοινού συμφέροντος μετ' άλλων κομμουνιστοσυμμοριτών, κατήρτισε ένοπλον ομάδαν, με τον σκοπόν όπως προσβάλλει διά βίας τας αρχάς και τα όργανα της δημοσίας δυνάμεως και δημοσίας ασφαλείας αφαιρέσουν μέρος ή το όλον της ελληνικής επικρατείας» και λοιπά, τον καταδίκασαν «τετράκις εις την εσχάτην των ποινών», χωρίς κανένα ελαφρυντικό, μηδέ του νεαρού της ηλικίας, αφού ήταν μόλις δεκαοχτώ χρόνων.

Δεν πρόλαβε καλά καλά να γνωριστεί με τους συντρόφους του, να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον της φυλακής και μια κρίση οξείας σκωληκοειδίτιδας τον έστειλε άρον άρον στο Τζάνειο Νοσοκομείο, στον Πειραιά, για εγχείριση.

Ο Ξυδέας ένας ντόπιος Αιγινίτης γιατρός τον εξέτασε με προσοχή, και, αυθόρμητος και εκδηλωτικός, όπως ήταν, έκανε αμέσως και μεγαλοφώνως τη διάγνωση, απευθυνόμενος στο νοσοκόμο του: «Οξεία σκωληκοειδίτις! Κίνδυνος περιτονίτιδος! Αμέσως, προκαΐνη των πεντακοσίων και, το συντομότερον, μεταφορά του στο νοσοκομείο».

Τον συνόδεψε ο ίδιος μέχρι το Τζάνειο και τον παρέδωσε στον υπεύθυνο του χειρουργικού τμήματος του νοσοκομείου.

Τον έκλεισαν σε ένα δωμάτιο, που προοριζόταν ειδικά για φυλακισμένους, με σιδερένια κάγκελα στο παράθυρο και με μόνιμο φρουρό, μέρα - νύχτα, έξω από την πόρτα του θαλάμου. Τον εγχείρισε αμέσως, «εν θερμώ», ένα νεαρό γιατρουδάκι. Ομως, έκανε σα να μη συμβαίνει τίποτα, και μιλούσε όλη την ώρα με το γιατρό, χωρίς να τον δυσκολέψει καθόλου στη δουλιά του. Είχε να το λέει μετά στους συναδέλφους του ο γιατρός, για την ψυχραιμία και την άριστη συνεργασία του ασθενούς.

Η Ανθούλα, η νοσοκόμα, ένα όμορφο, ξανθό κορίτσι, δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονών, τον περίμενε στο θάλαμο όπου τον έφεραν με το φορείο και ανέλαβε όλη τη φροντίδα, μέχρι την αποθεραπεία του.

Τον επισκεπτόταν συχνά, πολλές φορές και πέρα από την κανονική ώρα της υπηρεσίας της. Εφερνε κοντά στο κρεβάτι του ένα σκαμπό και καθόταν δίπλα του, να του κάνει παρέα. Εβλεπε ότι εκεί στο «θάλαμο κρατουμένων», που τον είχαν σε πλήρη απομόνωση, δεν είχε κανέναν δικό του άνθρωπο να πει δυο κουβέντες, να ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση και προσπαθούσε εκείνη να καλύψει το κενό. Του έπιανε την κουβέντα για το ένα και για το άλλο, να κάνει λίγο ελαφρότερη την απομόνωσή του, να απαλύνει λίγο τη μοναξιά του. Τον ρωτούσε, χαμηλώνοντας τη φωνή της, για να μην τους ακούει ο φρουρός, πώς έγινε και τραυματίστηκε σ' εκείνη τη μάχη και τον έπιασαν αιχμάλωτο. Τον ρώτησε και για το χωριό του, για τους δικούς του, για την οικογένειά του. Απ' τους γονείς του ζούσε μόνο η μάνα του. Τον πατέρα του τον σκότωσαν, μετά την απελευθέρωση, οι Βουρλάκηδες, ντόπιοι ληστοσυμμορίτες παρακρατικοί. Εχει και μια αδελφή, την Ασημίνα, ένα χρόνο μικρότερη απ' αυτόν. Είναι τώρα κι εκείνη στο αντάρτικο. Μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο χωροφύλακας, που στεκόταν φρουρός στην πόρτα του «θαλάμου κρατουμένων», την είχε «συμβουλέψει» με ύφος αυστηρό, να μην έχει πολλά πάρε δώσε μαζί του, «γιατί αυτός», λέει, «είναι επικίνδυνος κομμουνιστής και μπορεί να της κάνει κακό». Ομως, εκείνη δεν του έδωσε καμιά σημασία.

Το τραύμα του, απ' την εγχείριση, είχε κάποια επιπλοκή και τον κράτησαν στο νοσοκομείο μερικές μέρες παραπάνω. Την τελευταία μέρα, η Ανθούλα άκουσε, στο Γραφείο της Προϊσταμένης, ότι του ετοίμαζαν το εξιτήριο και θα τον ξαναέστελναν πίσω, στη φυλακή. Με την μπλούζα της υπηρεσίας και με το άσπρο καπελάκι στα μαλλιά της, έτρεξε πάλι κοντά του, να τον αποχαιρετήσει. Του έπιασε και τα δυο του χέρια μέσα στα δικά της και τον κοίταζε στα μάτια, με ένα βλέμμα επίμονο, που του φάνηκε κάπως παράξενο.

«Θα στενοχωρηθώ πολύ, τώρα που θα φύγεις», του είπε ύστερα, κρατώντας πάντα τα χέρια του μέσα στα δικά της. «Νομίζω ότι... σε ερωτεύτηκα», του ψιθύρισε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε πάλι στα μάτια, περιμένοντας με αγωνία την απάντησή του. Ο Αντώνης ένιωσε έναν κόμπο να του σφίγγει το λαιμό. Η γλυκιά παρουσία της, όλες εκείνες τις μέρες της νοσηλείας του, του έφερνε μια παράξενη αναστάτωση, αλλά ποτέ δεν τόλμησε ν' αφήσει τη σκέψη του να προχωρήσει περισσότερο. Ζορίζοντας τώρα τον εαυτό του, προσπάθησε να σταματήσει εκεί την κουβέντα τους.

«Ποιον ερωτεύτηκες, κορίτσι μου...», είπε, και η φωνή του έσταζε πίκρα και παράπονο. «Εγώ κοιμάμαι και ξυπνάω κάθε πρωί αγκαλιά με το θάνατο. Και δεν ξέρω πόσες μέρες έχω ακόμα μπροστά μου, μέχρι...».

«Πάψε!..». Τον μάλωσε, με φωνή παράξενα αυστηρή, και του έκλεισε με την παλάμη της το στόμα. «Τι λόγια είναι αυτά που λες... Τίποτα δε θα σου κάνουν. Εγώ θα σ' αγαπώ. Και θα σε περιμένω, όσα χρόνια κι αν περάσουν».

Εριξε μια ματιά προς την πόρτα, μήπως τους βλέπει ο φρουρός. Υστερα έσκυψε από πάνω του, με τις δυο παλάμες της γύρω στα μάγουλά του και τον φίλησε στο στόμα, με πολλή προσοχή, σα να φοβόταν μήπως κάνει κάποια ζημιά στα καλογραμμένα χείλη του. «Δε θα πάθεις τίποτα!», ξαναείπε με θέρμη. «Εγώ θα έρχομαι στην Αίγινα, να σε βλέπω. Και όταν βγεις απ' τη φυλακή...».

«Καραγιάννης!», ακούστηκε ξερά, πίσω απ' την πόρτα του θαλάμου η φωνή του δεσμοφύλακα, που τον καλούσε να ετοιμάσει τα πράγματά του, γιατί η θεραπεία του τελείωσε και η συνοδεία τον περίμενε κάτω, στην είσοδο, για να τον μεταφέρουν ξανά στο κελί της φυλακής.

Δεν πέρασαν δυο τρεις μέρες και η Ανθούλα έφτασε στην Αίγινα, με το καραβάκι της γραμμής. Στάθηκε, μαζί με τους άλλους επισκέπτες, μπροστά στη βαριά σιδερόπορτα της φυλακής και έδωσε στο φρουρό το σημείωμα με το όνομά της: Ασημίνα Καραγιάννη. Αδερφή του Αντώνη Καραγιάννη.

«Καραγιάννης!», φώναξε και το δικό του όνομα ένας από τους εσωτερικούς δεσμοφύλακες, όταν πήρε και διάβασε το σημείωμα της Ανθούλας. «Επισκεπτήριο! Απ' την αδερφή του».

Του φάνηκε παράξενο του Αντώνη. Η αδερφή του... Πώς θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί εδώ, στην Αίγινα, να του κάνει, μάλιστα, και επισκεπτήριο...

Οταν την είδε, με τα χέρια και το πρόσωπό της κολλημένα πίσω απ' το πυκνό συρματόπλεγμα να του χαμογελάει, χαρούμενη και ευτυχισμένη που τον ξαναέβλεπε, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος, εκεί, προς το μέρος της καρδιάς.

Είπαν λίγα λόγια, έτσι, σαν αδερφός με αδερφή, και πιο πολύ «μίλησαν» με τα μάτια τους, που δεν τα έπαιρναν ο ένας απ' τον άλλο, στα λίγα λεπτά που κράτησε η επίσκεψη. Υστερα, ο επιστάτης δεσμοφύλακας που παρακολουθούσε άγρυπνα τις συζητήσεις, πάνω απ' τα κεφάλια των επισκεπτών, χτύπησε δυο τρεις φορές τα χέρια του. «Επισκεπτήριο, τέλος! Οι επισκέπτες να αποχωρήσουν!», φώναξε, χτυπώντας ξανά τις παλάμες του.

Λίγες μέρες μετά από εκείνη την επίσκεψη, ένα βραδάκι, σουρουπώνοντας, μόλις τους είχαν κλειδώσει στα κελιά τους, ένας υπαρχιφύλακας πλησίασε στη σιδερόφραχτη πόρτα της «πτέρυγας», με ένα φύλλο χαρτί στο χέρι.

«Καραγιάννης Αντώνιος!», φώναξε δυνατά το όνομα. «Τα πράγματά του και στο Αρχιφυλακείο! Για... μεταγωγή», συμπλήρωσε, χαμηλώνοντας κάπως τη φωνή του. Αυτή η τελευταία «διευκρίνιση» του δεσμοφύλακα δεν έπεισε, ασφαλώς, ούτε τον ίδιο, ούτε κανέναν από τους συντρόφους του. Τέτοια ώρα δεν παίρνουν ποτέ κρατουμένους για μεταγωγή.

Κόλλησαν όλοι τα πρόσωπά τους στα κάγκελα των παραθυριών και άρχισαν, με τα χάρτινα χωνιά τους, να φωνάζουν δυνατά: «Λαέ της Αίγινας! Αυτή τη στιγμή, παίρνουν από κοντά μας τον μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, Αντώνη Καραγιάννη, για εκτέλεση! Αγωνίσου, για να σταματήσεις το έγκλημα της αμερικανόδουλης κυβέρνησης!».

Ηρεμος, με βήμα σταθερό, πέρασε όλον το διάδρομο, χαιρετώντας, με το ένα χέρι του γροθιά, τους συντρόφους του, που τον παρακολουθούσαν πίσω από τα στενά, θωρακισμένα φινιστρίνια.

«Γεια σας, αδέρφια! Ψηλά τη σημαία του αγώνα μας! Ζήτω το Κόμμα μας, το τιμημένο ΚουΚουΕ!».

«Γεια σου, σύντροφε Αντώνη! Γεια σου, αδερφέ μας!».

Τον κλείδωσαν στο ειδικό κελί της απομόνωσης, ώσπου να περάσει η νύχτα. Και το πρωί, τον οδήγησαν εκεί, «στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων», την ώρα που χάραζε μακριά, στα βουναλάκια της Ανατολής, η «ροδοδάκτυλη» αυγή. Του έλυσαν τα χέρια απ' τις χειροπέδες και τον έβαλαν να σταθεί απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, μπροστά σε ένα χαμηλό ντουβάρι, ξερολίθι. Τον ρώτησε ο βασιλικός επίτροπος, αν θέλει, έστω και την τελευταία αυτή στιγμή, να πει κάτι, δυο λέξεις μεταμέλειας και συγγνώμης, για το κακό που έκανε στην πατρίδα του και να του χαρίσουν τη ζωή. Να τον αφήσουν ελεύθερο να γυρίσει στο σπίτι του.

«Δεν έκανα κανένα κακό στην πατρίδα μου», είπε με φωνή σταθερή και ήρεμη. «Ούτε μετάνιωσα για ό,τι έκανα, για το λαό μας και την πατρίδα μου».

Με τρεμάμενα πόδια, ο «φρουρός της καθεστηκυΐας τάξεως» τον πλησίασε, κρατώντας στα χέρια του ένα άσπρο μαντίλι, για να του δέσει τα μάτια.

«Δε χρειάζεται», είπε, απλώνοντας μπροστά το χέρι του, με την παλάμη ανοιχτή.

«Θέλω μονάχα δυο λεφτά να μου χαρίσετε».

Αφωνοι, και με την απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, έμειναν να τον βλέπουν έτσι ορθόστητο, εκεί μπροστά στο ξερολίθι, να αγναντεύει με το περήφανο βλέμμα του, πέρα και πίσω από τα βουναλάκια της Αίγινας κι από τη γαλάζια θάλασσα του Σαρωνικού. Για τελευταία φορά, ήθελε να ξαναϊδεί, έστω και νοερά, τα παλιά λημέρια του, τα μέρη που περπάτησε ελεύθερος, με το όπλο στο χέρι και με τις αρμάθες «χιαστί» στο στήθος του. Ηθελε να χαρεί για λίγο ακόμα, έστω και με τη φαντασία του, τα βουνά της πατρίδας του, τον Κόζιακα, τα Αγραφα, την ανεμοδαρμένη ράχη της Νιάλας, που τα υπερασπίστηκε με το ντουφέκι του και με το αίμα του. Με τα μεγάλα, γαλαζοπράσινα μάτια του ορθάνοιχτα, καρφωμένα βαθιά στην καταγάλανη απεραντοσύνη του πρωινού, είδε και αγκάλιασε, νοερά, όλους τους δικούς του, τη μάνα του, την αδερφή του, τους φίλους και συντρόφους του, που κρατάνε ακόμα γερά τα μετερίζια, εκεί ψηλά στα ελεύθερα βουνά τους και συνεχίζουν τον αγώνα. Και, τελευταίο, κράτησε σφιχτά στα χείλη του και στην καρδιά του, να το πάρει μαζί του, συντροφιά ακριβή στο μακρινό ταξίδι του για «της λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση», ένα φιλί. Το πρώτο και το τελευταίο φιλί που έλαβε στη σύντομη ζωή του, από τα χείλη ενός κοριτσιού, γλυκού και αγαπημένου. Το φιλί της Ανθούλας...

«Είμαι έτοιμος», είπε, ύστερα, με φωνή ήρεμη, κοιτάζοντας κατάματα τους δολοφόνους του, που στέκονταν απέναντί του αποσβολωμένοι και αμήχανοι, μπροστά σ' εκείνη την απίστευτη και αδιανόητη γι' αυτούς μεγαλοσύνη, που αντίκριζαν τα μάτια τους.

(Από την ανέκδοτη Συλλογή, «Πληγές του Εμφύλιου»)


Του
Βασίλη ΦΥΤΣΙΛΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org