Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η ιατρική κάνναβη αντιμετωπίζει το άγχος, τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (ΔΜΤΣ) ή την κατάθλιψη, σύμφωνα με δύο νέες ερευνητικές εργασίες - ωστόσο, πολλοί άνθρωποι που λαμβάνουν κάνναβη για ιατρικούς σκοπούς χρησιμοποιούν το φάρμακο ακριβώς γι' αυτές τις παθήσεις. Ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ φτάνουν να προτρέπουν τη χρήση κάνναβης ειδικά για άτομα με αυτές τις παθήσεις. Ωστόσο μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο «Lancet Psychiatry» δεν βρήκε επαρκή στοιχεία ότι η κάνναβη είναι αποτελεσματική ή ασφαλής θεραπεία για το άγχος, τη ΔΜΤΣ ή την κατάθλιψη.
Οι επιστήμονες συνέταξαν και ανέλυσαν τα αποτελέσματα 54 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών που εξέτασαν την κάνναβη για διάφορες ψυχικές παθήσεις. Αυτού του είδους οι δοκιμές αποτελούν το καθιερωμένο πρότυπο για τον προσδιορισμό της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας ενός νέου φαρμάκου. Οι 54 δοκιμές περιγράφηκαν σε άρθρα που δημοσιεύτηκαν μεταξύ 1980 και 2025 και οι περισσότερες απ' αυτές περιλάμβαναν λιγότερους από 100 συμμετέχοντες. Η κάνναβη δεν έδειξε καμία επίδραση στις αγχώδεις διαταραχές, στη ΔΜΤΣ, στη νευρική ανορεξία ή στις ψυχωσικές διαταραχές.
«Ο τρόπος με τον οποίο η κάνναβη για ιατρική χρήση έχει κυκλοφορήσει (σ.σ. στις ΗΠΑ) είναι εντελώς αντίστροφος από τον τρόπο με τον οποίο τα φάρμακα συνήθως κυκλοφορούν στην αγορά», λέει ο ψυχολόγος Τόρι Σπιντλ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, ο οποίος δεν συμμετείχε στη νέα έρευνα. Συνήθως ένα νέο φάρμακο πρέπει να ολοκληρώσει τουλάχιστον μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή πριν εγκριθεί για χρήση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA). Αλλά η κάνναβη είναι παράνομη τόσο για ψυχαγωγική όσο και για ιατρική χρήση σε ομοσπονδιακό επίπεδο, πράγμα που σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίζεται το φάρμακο εξαρτάται από τις επιμέρους πολιτείες.
«Υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και στα ιατρικά στοιχεία», λέει ο Ντιπάκ ντε Σούζα, ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Ο ντε Σούζα δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Lancet», αλλά συνυπέγραψε μια ανεξάρτητη ανασκόπηση για την κάνναβη και την ψυχική υγεία, που δημοσιεύτηκε την περασμένη βδομάδα στο «Journal of the American Medical Association». Η ανασκόπηση του ντε Σούζα βρήκε πολύ παρόμοια αποτελέσματα με την ομάδα του Τζακ Γουίλσον, του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, που συνέταξε τη μελέτη του «Lancet» και τόνισε πως η κάνναβη μπορεί στην πραγματικότητα να βλάψει άτομα με ορισμένες ψυχικές παθήσεις: Μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα μανίας σε άτομα με διπολική διαταραχή και τα ψυχωτικά συμπτώματα σε άτομα με ψυχωσικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια.
«Και οι δύο καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα: Υπάρχουν πολύ λίγα - και ως επί το πλείστον χαμηλής ποιότητας - στοιχεία που να υποστηρίζουν οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα των παραγώγων κάνναβης στη θεραπεία διαταραχών ψυχικής υγείας», λέει ο ντε Σούζα.
Αντιθέτως, οι αρνητικές επιπτώσεις της κάνναβης έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα. Η κάνναβη μειώνει τις πνευματικές ικανότητες, ιδιαίτερα την απομνημόνευση και τη συγκέντρωση της προσοχής. Δεκάδες μελέτες έχουν δείξει ότι «φτιαγμένα» άτομα έχουν χειρότερη απόδοση σε τεστ λειτουργικής μνήμης, συγκριτικά με όταν είναι νηφάλια. Εχει αποδειχθεί ότι η κάνναβη αδυνατίζει τον κινητικό συντονισμό και παρεμβαίνει στη δυνατότητα γρήγορου ελέγχου για εμπόδια στον γύρω χώρο. Χρήση κατά την εγκυμοσύνη, όταν διαμορφώνεται ο εγκέφαλος του εμβρύου, έχει επιπτώσεις στην πνευματική ανάπτυξη του μωρού.
Μελέτη με δείγμα περισσότερους από 1.000 Νεοζηλανδούς έδειξε ότι όσοι άρχισαν να καπνίζουν κάνναβη σε μικρή ηλικία είχαν 8 μονάδες χαμηλότερο δείκτη ευφυίας (IQ) όταν έφτασαν τα 38, αντίθετα με όσους δεν κάπνισαν ποτέ, που είχαν αύξηση μίας μονάδας όταν έφτασαν στην ίδια ηλικία. Αλλη μελέτη με δείγμα 1.600 Αυστραλών μαθητών ηλικίας 14-15 ετών έδειξε ότι τα παιδιά που κάπνιζαν «χόρτο» διέτρεχαν 5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν στο μέλλον κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή, ενώ δεν συνέβαινε το αντίστροφο, δηλαδή τα παιδιά με κατάθλιψη να έχουν τάση να χρησιμοποιήσουν κάνναβη.
Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε αναφορά που δημοσίευσε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Μοριακής Βιολογίας, «...δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη λίστα παθολογιών που μπορούν να θεραπευτούν από βασισμένα στην κάνναβη φάρμακα, καθώς δεν πρόκειται για θεραπεία, αλλά μάλλον για καταπραϋντική αγωγή. Εναπόκειται στους γιατρούς να αποφασίσουν κάτω από ποιες συνθήκες η κάνναβη μπορεί να συνταγογραφείται και ποιοι ασθενείς θα ωφελούνταν από μια τέτοια αγωγή...».
Βακτήρια μηνιγγίτιδας (Neisseria meningitidis) |
Η μεταδοτική λοίμωξη εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε νέους στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στην Αγγλία. Εκτοτε η ασθένεια έχει εξαπλωθεί γρήγορα σε άλλους φοιτητές και άτομα στην περιοχή: Από τις 19 Μαρτίου, χιλιάδες άνθρωποι είχαν επικοινωνήσει με τις υγειονομικές αρχές λόγω πιθανής έκθεσής τους στην ασθένεια, τουλάχιστον 22 άτομα είχαν επιβεβαιωμένες ή ύποπτες μολύνσεις και 2 είχαν πεθάνει, σύμφωνα με τις βρετανικές υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας.
Η μηνιγγίτιδα είναι φλεγμονή των μεμβρανών που ονομάζονται μήνιγγες και περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Μπορεί να προκληθεί από βακτήρια, μύκητες, ιούς και αυτοάνοσα νοσήματα, εξηγεί ο Νίκολας βαν Σίκελς, ιατρικός διευθυντής του προγράμματος πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι. «Σε ένα περιβάλλον επιδημίας, ωστόσο, αυτό για το οποίο μιλάμε συνήθως είναι η βακτηριακή μηνιγγίτιδα», λέει. «Συχνά ακούτε γι' αυτήν σε καταστάσεις όπως αυτό που συμβαίνει στην Αγγλία, όπου έχετε μια πανεπιστημιούπολη και συχνά πολύ υγιή άτομα εμφανίζονται ως πάρα πολύ άρρωστα σε σύντομο χρονικό διάστημα - και μερικά πεθαίνουν».
Η βακτηριακή μηνιγγίτιδα προκαλείται συνήθως από μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, μια λοίμωξη από το βακτήριο Neisseria meningitidis, το οποίο μπορεί να μεταδοθεί μέσω σταγονιδίων αερολύματος και στενής προσωπικής επαφής. Είναι εξαιρετικά μεταδοτική σε κλειστούς χώρους, όπως κοιτώνες κολεγίων, στρατιωτικές κουκέτες ή κέντρα κράτησης. Τα αρχικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, πονοκέφαλο, γρήγορη αναπνοή και ρίγη. Τα μολυσμένα άτομα μπορεί επίσης να εμφανίσουν ένα κόκκινο ή μωβ εξάνθημα, που δεν εξαφανίζεται υπό πίεση. Η ασθένεια μπορεί να εξελιχθεί πολύ γρήγορα, εξαπλούμενη στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στον εγκέφαλο. «Ο ασθενής μπορεί να νιώσει υπνηλία, να προχωρήσει σε παραλήρημα και στη συνέχεια να πέσει σε κώμα», λέει ο Γουίλιαμ Σάφνερ, γιατρός μολυσματικών ασθενειών στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Βάντερμπιλντ.
Το βακτήριο μπορεί επίσης να διεισδύσει στην κυκλοφορία του αίματος, προκαλώντας φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία, κάτι που μπορεί να αφήσει μόνιμη βλάβη ακόμα και σε άτομα που αναρρώνουν από την αρχική λοίμωξη. «Ακόμα κι αν η λοίμωξη αντιμετωπιστεί καλά, υπάρχει τόσο έντονη φλεγμονή που μπορεί να έχει ως συνέπεια μακροχρόνιες αναπηρίες», λέει ο Σάφνερ. «Μερικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ακοή. Μερικές φορές παθαίνουν γάγγραινα και οι ακρωτηριασμοί καθίστανται απαραίτητοι».
Τα αντιβιοτικά μπορούν να θεραπεύσουν τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα και είναι πιο αποτελεσματικά όταν λαμβάνονται πολύ νωρίς σε μια λοίμωξη, λέει ο Σάφνερ. Αυτήν τη στιγμή οι υγειονομικοί υπάλληλοι του Ηνωμένου Βασιλείου χορηγούν χιλιάδες δόσεις αντιβιοτικών - ένα μέτρο πρώτης γραμμής παρέμβασης - σε μαθητές που έχουν εκτεθεί ή που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Αλλά τα εμβόλια είναι το κλειδί για τη μείωση του κινδύνου αυτών των επιδημιών στο μέλλον, προσθέτει.
Δύο διαφορετικοί τύποι μηνιγγιτιδοκοκκικών εμβολίων είναι διαθέσιμοι τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στις ΗΠΑ: MenACWY και MenB. Τα γράμματα αντιπροσωπεύουν διάφορα στελέχη του N. meningitidis, που καλύπτει κάθε εμβόλιο. Τα στελέχη A, C, W και Y είναι γενικά πιο συνηθισμένα από το στέλεχος B.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα εμβόλια MenACWY συνιστώνται σε εφήβους περίπου στην ηλικία των 14 ετών. Οι υγειονομικοί συνιστούν επίσης μια πρώτη δόση του εμβολίου MenB για βρέφη ηλικίας 8 εβδομάδων, μια δεύτερη δόση στις 12 εβδομάδες και μια αναμνηστική δόση στην ηλικία του ενός έτους. Η επιδημία στο Κεντ προκλήθηκε από το σπανιότερο στέλεχος Β. Προηγουμένως το αμερικανικό CDC συνιστούσε όλα τα παιδιά να λαμβάνουν δύο δόσεις του MenACWY - την πρώτη μεταξύ 11 και 12 ετών και μια αναμνηστική στην ηλικία των 16 ετών. Αλλά τον Ιανουάριο ο οργανισμός άλλαξε τη σύστασή του ώστε να κάνει το εμβόλιο MenACWY προαιρετικό, στο πλαίσιο κοινής κλινικής λήψης αποφάσεων για τα περισσότερα παιδιά. Το μέλλον αυτής της αλλαγής είναι ασαφές, καθώς συνεχίζεται μια νομική αμφισβήτηση εναντίον της.