Eπλασε το εικαστικό σύμπαν του με τα υλικά της βυζαντινής και της λαϊκής ζωγραφικής
Ο Τάκης Σιδέρης σε δύο πρόσφατες φωτογραφίες |
Αυτή η ημερομηνία θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη των κομμουνιστριών και των κομμουνιστών, όλων των γενεών, παλαιότερων και νεότερων, ως φάρος αγώνα μέχρι το άσβηστο φως του σοσιαλισμού.
Σ' αυτό, λοιπόν, το κείμενο βρήκε χώρο πολύτιμο και ο αδελφός του Γιώργη, ο Τάκης (Παναγιώτης) Σιδέρης, ο οποίος είχε φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο του δίσκου «Καισαριανή». Ομως, την Κυριακή, στις 8 του μήνα, ο ζωγράφος που έκανε μόνιμο και αποκλειστικό θέμα του τη φτωχομάνα των Μικρασιατών προσφύγων, έπαψε, σε ηλικία 97 ετών, να αναπνέει ανάμεσά μας.
Ο Τάκης, γιος Μικρασιατών προσφύγων, γεννιέται το 1929, μέσα στον Μεσοπόλεμο που προετοίμασε τον Β' μεγάλο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βύρωνας - Παγκράτι - Καισαριανή είναι οι τόποι που καθόρισαν και εν τέλει οριοθέτησαν το κοινωνικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον τού υπό διαμόρφωση εικαστικού.
Από παιδί, στιγμή δεν σταματάει να σχεδιάζει, ενώ τα ακόμη αδούλευτα χέρια του με πηλό πλάθουν μικρά γλυπτά. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη αξεχώριστα, χωρίς το καμίνι της κατοχής από Ιταλούς και Γερμανούς, το οποίο πήρε φωτιά από τη γόνιμη εστία της ΕΑΜικής Αντίστασης που τους έκαψε και τους εξαφάνισε.
«Τα έργα μου είναι ελληνοκεντρικά και λαϊκότροπα. Κυριαρχεί ο εξπρεσιονισμός αλλά τα πράγματα βασικά είναι πιο απλά: Πρώτο μέλημά μου είναι τα έργα μου να είναι άρτια σε τεχνικό επίπεδο», είχε περιγράψει την εργασία του σε μία από τις τελευταίες εκθέσεις του, την «Πολυχρωμία Ηχων», στην αθηναϊκή γκαλερί «Mataroa». «Αισθάνομαι ντόπιος», ακουγόταν η εξομολόγησή του, «ξεκινώ από την Ελλάδα για να φτάσω στον κόσμο. Το σημείο εκκίνησής μου είναι η βυζαντινή και λαϊκή ζωγραφική».
Ο Τάκης Σιδέρης σε δύο πρόσφατες φωτογραφίες |
Η δίψα του για μάθηση είχε πρόσκαιρα σβήσει, στη σχολή «A. B. C», με δάσκαλο τον Φάνη Γαλανό, αλλά ποτέ δεν θα απολέσει ολοκληρωτικά την άσβηστη δίψα για την τέχνη του. Σ' αυτήν τη στάση του, στάση ζωής, θα συμβάλει και η γνωριμία που θα εξελιχθεί σε στενή μαθησιακή σχέση, από νεαρή ηλικία, με τον μέντορά του, τον Καισαριανιώτη ζωγράφο Γιώργο Σικελιώτη (1917-1984).
Η μεταπολεμική εποχή ερεθίζει την σε πολλαπλούς καλλιτεχνικούς προσανατολισμούς φύση του, κι έτσι, σε παράλληλο βίο, σπουδάζει βιολί και μαντολίνο, δίπλα στον Γερμανό καθηγητή Τόνι Σούλτσε, στο Ωδείο Αθηνών.
Και η επιβράβευση δεν θα αργήσει δίκαια, πολύ δίκαια να τον συναντήσει. Μελετώντας τη ζωγραφική του Βασιλείου, του Παπαλουκά και του Στέρη, αλλά και διαβάζοντας τις επιστολές του Βαν Γκογκ, μπαίνει όλο και περισσότερο στα βαθιά, καθόλου αχαρτογράφητα, νερά της τέχνης του. Το 1962, του απονέμεται το Β' Βραβείο Ζωγραφικής, στο πλαίσιο της Β' Πανελλαδικής Εκθεσης Νέων που διοργανώνει το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθήνας.
Ορισμένα από τα τελευταία έργα του |
«Μ' αυγό και τέμπερα δουλεύει ως επί το πλείστον ο Τάκης Σιδέρης και τα θέματά του δεν επεκτείνονται πέρα από τον κύκλο της γειτονιάς, με τα κορίτσια στο μπαλκόνι, τις γυναίκες στις εξώπορτες, τα κυριακάτικα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, τις ανοιξιάτικες εκδρομές στην εξοχή.
Στο ύφος αυτό της λαϊκής ζωής ο ζωγράφος ανταποκρίνεται με μιαν εσωτερική αφέλεια στην ιχνογράφησή της, στο σχεδίασμα των στάσεων και των μορφών. Κάτω όμως απ' αυτήν την αφέλεια, κάτω από την απλότητα και καθημερινότητα των θεμάτων, τι πλούσιος κόσμος γεμάτος μαγεία αποκαλύπτεται, κυρίως στη χρωματική ευαισθησία, το χρωματικό θάμπος του νέου ζωγράφου (...)».
Με τέμπερα, ακουαρέλα, λάδι και παστέλ δρομολογεί το προσωπικό σύμπαν του. «Το θέμα», παραδέχεται, όταν πλέον έχει κατασταλάξει στην αισθητική του, «σαν πρόβλημα της μορφής και του περιεχομένου στα έργα μου, είναι κάτι που συνειδητά ή και ασυνείδητα με απασχολεί και φαίνεται ότι παίζει αποφασιστικό ρόλο στην ιδεολογική και αισθητική διαμόρφωση της δουλειάς μου».
Οπως προαναφέραμε, ουδέποτε, καθ' όλη τη μακρά διάρκεια της εικαστικής κατάθεσής του, δεν ξέχασε ότι είχε την ανάγκη να συνομιλεί η εικόνα με το κείμενο.
Ορισμένα από τα τελευταία έργα του |
Οχι μόνο σε βιβλία δικά του, αλλά και σε εκδόσεις φίλων του, φιλοτέχνησε το εξώφυλλο και το εσωτερικό τους. Την υπογραφή του φέρουν ο «Μπιντές» και τα «Απαντα» του φίλου του Μάριου Χάκκα, γέννημα - θρέμμα κι αυτός της Καισαριανής. `Η τα «Ρεμπέτικα τραγούδια» του Ηλία Πετρόπουλου ή «Ο Κολοκοτρώνης» του Δημήτρη Φωτιάδη. Και να μην το ξεχάσουμε: Δικό του είναι το εξώφυλλο του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (τεύχος 115-116, Ιούλης - Αύγουστος 1964).
Ορισμένα από τα τελευταία έργα του |
Ορισμένα από τα τελευταία έργα του |
H συλλογή διηγημάτων «Ο Αύγουστος στην Αιγείρα» που κυκλοφορεί |
Τα δύο βιβλία του Μάριου Χάκκα, με την εικαστική υπογραφή του: Ο «Μπιντές» και τα «Απαντα» |
Τα δύο βιβλία του Μάριου Χάκκα, με την εικαστική υπογραφή του: Ο «Μπιντές» και τα «Απαντα» |
Το εξώφυλλο του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (Ιούλης - Αύγουστος 1964) |