Σε μια ζεστή εκδήλωση στην Καισαριανή
RIZOSPASTIS |
Η Αθήνα δεν είναι μόνον δρόμοι και κτήρια, είναι ένα ατελείωτο ανθρώπινο κείμενο που γράφεται κάθε λεπτό. Κι εγώ, χρόνια τώρα, νιώθω πως μ' αρέσει να το διαβάζω ξανά και ξανά...».
Αυτά γράφει μεταξύ άλλων στον πρόλογό της η Σεμίνα Διγενή στο βιβλίο της «Καθ' οδόν. 15 μονόλογοι στην Αθήνα», δίνοντας από την αρχή κιόλας στον αναγνώστη το στίγμα του νέου της βιβλίου, που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή».
Η πάντα δημιουργική Σεμίνα Διγενή, με την ευαισθησία και την πρωτοτυπία που τη διακρίνει, καλεί τον αναγνώστη να διαβάσει τους μονολόγους, αυτά τα μικρά μονόπρακτα καθημερινότητας που δίνουν φωνή σε όσα μένουν ανείπωτα μέσα στη βοή της πόλης...
Στην πρώτη παρουσίαση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή το απόγευμα, στην Καισαριανή, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου, παρευρέθηκε πλήθος κόσμου, καθώς και αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, ο οποίος απηύθυνε χαιρετισμό.
Την εκδήλωση άνοιξε η Κανέλα Γεωργοπούλου, αντιδήμαρχος Παιδείας, Πολιτισμού και Κοινωνικών Υπηρεσιών του δήμου Καισαριανής.
RIZOSPASTIS |
Η Σεμίνα Διγενή παρουσίασε τις τρεις υπέροχες ηθοποιούς, τις αγαπημένες της φίλες, που όπως είπε είναι μεγάλη η τιμή της που βρίσκονται στο πλάι της, την Κατιάνα Μπαλανίκα, την Ευαγγελία Μουμούρη και την Μαριάννα Πολυχρονίδη. Και οι τέσσερις μαζί αφηγήθηκαν μοναδικά τον πρώτο μονόλογο, «Πιάσε με αν μπορείς».
Η όμορφη και πολύ ζεστή εκδήλωση ολοκληρώθηκε με αγαπημένα τραγούδια που ερμήνευσαν οι τρεις ηθοποιοί. Στο πιάνο τις συνόδευσε η Μαρίνα Τσοκάνη.
Θα ακολουθήσουν και άλλες παρουσιάσεις του βιβλίου και σε άλλες περιοχές.
Είμαστε σίγουροι ότι και το καινούργιο βιβλίο της Σεμίνας Διγενή θα είναι καλοτάξιδο!
RIZOSPASTIS |
Ο χαιρετισμός του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα
RIZOSPASTIS |
Εχω βρεθεί σε πολλές παρουσιάσεις αυτών των μικρών διαμαντιών της Σεμίνας. Αλλα τα έχω προλογίσει, για άλλα έχω μιλήσει, σε άλλα απλά παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα. Πάντα, όμως, όλα είχαν ουσία, αίσθημα και συναίσθημα, περιεχόμενο και μορφή διαλεκτικά δεμένα, συγκίνηση αλλά και ιστορικό αποτύπωμα, ζώσα ανατρεπτική μνήμη.
Αυτό εδώ όμως που κρατάμε στα χέρια μας, με συγκίνησε ιδιαίτερα για τους εξής λόγους, που θα προσπαθήσω να εξηγήσω:
Πρώτο: Παρουσιάζεται στην Καισαριανή σε μια πολύ φορτισμένη περίοδο. Και δεν μπορούσε παρά να είναι η Καισαριανή που φιλοξενεί την παρουσίαση αυτού του βιβλίου, αφού η Σεμίνα σε αυτό γράφει για ανθρώπους που περπάτησαν στους δρόμους όλης της Αθήνας, της Καισαριανής, άλλων συνοικιών, στους δρόμους δηλαδή όπου «είναι χαραγμένα τρεξίματα διαδηλώσεων, βήματα εραστών, επαναστατών, ζητιάνων, νοικοκυραίων, παιδιών που έπαιξαν, ποιητών που τραγούδησαν», αλλά και «χαφιέδων» και «αστυνόμων που πυροβόλησαν» και άλλων.
Δεύτερο: Βρισκόμαστε στην Καισαριανή λίγο καιρό μετά την αποκάλυψη της ύπαρξης των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 παλικαριών κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου μεταφέρθηκαν από το Χαϊδάρι και που αντίκρισαν τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά, τραγουδώντας και χορεύοντας. «Σαν τους αητούς φτερούγησαν στις στράτες», στέλνοντας το μήνυμα του ανυποχώρητου, του ασυμβίβαστου αγώνα για ανώτερα ιδανικά και αξίες.
Και τούτες τις μέρες, με τον πόλεμο να μας χτυπάει για μια ακόμα φορά την πόρτα μας, ενώ μαίνεται στη γειτονιά μας, με την πιθανότητα ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου να είναι περισσότερο ορατή από ποτέ μετά τη λήξη του Δεύτερου, γίνεται ακόμα πιο σημαντική και εμβληματική η παρουσία μας εδώ, απόψε, σε αυτό τον τιμημένο τόπο.
Τρίτο: Τους χαρακτήρες αυτού του έργου της Σεμίνας δεν τους δημιούργησε η φαντασία της, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι οργιάζουσα, ανέκαθεν και στο διηνεκές. Οπως και η ίδια παραδέχεται στον πρόλογο, δεν είναι επινοημένοι χαρακτήρες, αλλά άνθρωποι που υπήρξαν, που υπάρχουν, κάποιους τους έζησε, τους γνώρισε. Κάποιοι είναι και κοινοί μας γνωστοί.
Οταν διάβασα τον πρώτο μονόλογο, που αναφέρεται «σε μια αγωνίστρια που ποτέ δεν λύγισε, ποτέ δεν παραστράτησε», χωρίς να αναφέρει το όνομά της, την γνώρισα αμέσως. Η Σεμίνα μιλά για την Πότα Κακαβά, την αγωνίστρια, την κομμουνίστρια, την γυναίκα, με πολύχρονες φυλακές και εξορίες, βασανιστήρια, μια μαχήτρια της ζωής, πανταχού παρούσα, μέχρι το τέλος της ζωής της, πρωτοπόρα στην Καλαμάτα, στην Πελοπόννησο όπου ζούσε, στους δρόμους της Αθήνας, στις διαδηλώσεις, στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, στις πορείες, στα Συνέδρια. Πάντα έτοιμη για σκληρή κριτική για τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μας - ακόμα και για τα κιλά που παίρναμε για να καταλάβετε - αλλά και ταυτόχρονα γλυκιά, ανθρώπινη, αναγνωρίζοντας την κούραση, την προσφορά κάθε ανθρώπου, κάθε συντρόφου στον μεγάλο αγώνα που δίνουμε για «να ανθρωπέψει ο άνθρωπος».
Και βέβαια προχωρώντας σε άλλους μονολόγους του βιβλίου, συναντάς άλλες μορφές εμβληματικές κι αγαπημένες. Στον 11ο μονόλογο, όπου και εκεί δεν αναφέρει το όνομά της, αλλά την αναγνωρίζεις αμέσως, είναι η Μάγδα Φύσσα που, μαζί με τον ελληνικό λαό και τη νεολαία, έδωσε έναν πολύ μεγάλο αγώνα κατά του φασισμού, κατά της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Αγώνας, φυσικά, που δεν πρέπει να σταματήσει, πρέπει να συνεχιστεί απ' όλους μας, από σύσσωμο τον ελληνικό λαό και τη νεολαία.
Μετά από αυτά, όταν η Σεμίνα μού ζήτησε να είμαι σήμερα εδώ και να πω δυο λόγια, δεν είχα κανέναν δισταγμό, θα άφηνα ακόμα και κάποια άλλη επίσης σοβαρή δουλειά, έτσι και αλλιώς, για να βρίσκομαι εδώ μαζί σας και να μοιραστούμε αυτές τις στιγμές.
Θα σταματήσω όμως εδώ, γιατί φαντάζομαι και οι υπόλοιποι συντελεστές σήμερα εδώ σε αυτή την παρουσίαση θα μιλήσουν και για τις υπόλοιπες σελίδες, σελίδες γεμάτες συναισθήματα όμορφα, για ανθρώπους που περπάτησαν και περπατούν στους δρόμους της Αθήνας. Οχι σε όλες τις σελίδες, υπάρχουν και σε κάτι άλλες κάποιοι που δεν θέλεις ούτε να τους συναντάς, θα τους δείτε αλλά δεν θέλω καν να μιλήσω γι' αυτούς.
Εγώ θα μιλήσω για ανθρώπους σαν όλους εμάς, σ' αυτούς που αναφέρεται το βιβλίο, σαν όλους όσους και όσες έφυγαν αλλά πάντα είναι παρόντες και παρούσες. Ανθρωποι που τους αγνοεί η τηλεόραση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνολικά η αστική εξουσία. Δεν προβάλλει το ήθος, το μεγαλείο τους, προτιμώντας φτηνά, καταναλωτικά και λαϊκίστικα προϊόντα υποκουλτούρας και παρακμής.
Γι' αυτό κι εμείς, όπως κι εκείνοι, τραγουδάμε, φωνάζουμε πως δεν καταδεχόμαστε να «υψώσουμε το κεφάλι μας στα αστροφώτιστα διαστήματα...», γιατί «τα άστρα είναι μακριά κι η Γη μας τόσο δα μικρή»... γιατί, «ό,τι και να είναι τ' άστρα, εμείς την γλώσσα μας τους βγάζουμε»...
Ακριβώς γιατί για εμάς «το πιο εκπληκτικό, το πιο μυστηριακό, το πιο μεγάλο, είναι πάντα ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίσει, είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε...».
Κι αυτός ο άνθρωπος, παρ' όλα αυτά, σηκώνεται και περπατά μαζί μας, στους δρόμους της Ελλάδας, στους δρόμους του κόσμου, για «να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση».
Καλοτάξιδο κι αυτό το βιβλίο σου θα είναι, Σεμίνα.
Καλή δύναμη, καλή ανάσταση λαών.