Γιώργος Σεφέρης
Το νούμερο 71 είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης. «Οχι εσύ, Ναπολέων», θα πει ο στρατοπεδάρχης, που χρειαζόταν, ως διερμηνέα τον Σουκατζίδη. Και ο Ναπολέων ο Μικρασιάτης, ο Ναπολέων ο Κρητικός, ο Ναπολέων ο Ελληνας, ο Ναπολέων ο κομμουνιστής, θα αρνηθεί την προσφορά, για να μην μπει άλλος κρατούμενος στη θέση του. Και θα βαδίσει οικειοθελώς στον θάνατο, αφήνοντας πίσω του τον ήλιο που εκείνη την ώρα χάραζε, πίσω από τον Υμηττό...
Και ύστερα η αναχώρηση και η διαδρομή, η διαδρομή θανάτου. Τελευταίοι αποχαιρετισμοί. Τα στόματα ανοίγουν για παραγγελίες στους δικούς τους ανθρώπους. Κάποιοι γράφουν και μικρά, πρόχειρα σημειώματα.
«Να βρεις τη μάνα μου. Στο επισκεπτήριο. Μην την αφήσεις να περιμένει, μην την ξεφτιλίσει ο σκοπός. Φεύγω ευτυχισμένος να της πεις. Να 'ναι περήφανη για το γιο της, όπως ήταν πάντα». Τα φευγαλέα λόγια του Νίκου, πριν ανέβει στο φορτηγό για το τελευταίο του ταξίδι, την τελευταία του ταλαιπωρία.
«Την κορούλα μου, την πριγκίπισσα της καρδιάς μου. Δεν την έζησα. Δεν τη χάρηκα. Θα είμαι νοερά δίπλα της. Μην την ξεχάσετε σύντροφοι... μην την ξεχάσετε...»
Δύσκολα έβγαιναν τα λόγια. Την φωτογραφία της πριγκίπισσάς του έσφιγγε στο χέρι ο Γιώργος. Την έσφιγγε σαν να φοβόταν ότι θα του την πάρουν. Ολα του τα είχαν πάρει. Δεν θα επέτρεπε και αυτό. Σφικτά αγκαλιασμένη η πριγκίπισσά του. Να μην την δουν.
Και ο Ναπολέων αγέρωχος στη σειρά και αυτός για το τελευταίο ταξίδι.
«Μην μας δουν να κλαίμε σύντροφοι... μην τους κάνουμε τη χάρη... Ακροναυπλιώτικα θα πεθάνουμε... όρθιοι, όπως τα δέντρα...», φώναξε συγκινημένος μπαίνοντας στο φορτηγό.
Ο Ανέστης ανεβασμένος σ' ένα πεζούλι με δυνατή φωνή δίνει το παράγγελμα. «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή...» Οι υπόλοιποι ακολουθούν. Κανείς δεν μπορεί να τους εμποδίσει. Κατάνυξη και συγκίνηση. Ιεροτελεστία ήταν. Από την ψυχή έβγαινε η φωνή. Η δύναμη των στίχων έδειχνε τεράστια. Και οι πέτρες λύγιζαν σ' αυτό το συγκλονιστικό θέαμα.
Ποτέ ο χαιρετισμός της Λευτεριάς δεν αντιλάλησε στις πολιτείες και τα χωριά, τα βουνά και τα φαράγγια της Ελλάδας πιο συγκινητικά, πιο ειλικρινά, πιο αντρειωμένα. Μέχρι την κορυφή του Υμηττού έφτανε. Και ο αντίλαλος χτυπούσε ευθεία τις καρδιές τους.
Και μετά οι ομοβροντίες των μυδραλίων ήταν εκκωφαντικές. Και μετά σιωπή, απέραντη σιωπή. Νεκρική. Λες και αυτό που ακούγονταν ήταν στη φαντασία τους. Και μετά πάλι τα ίδια, οι επόμενοι. Η πιο φτηνή αφαίρεση της ζωής. Η πιο ανεκτίμητη πράξη ζωής. Πάλι τα ίδια. Κατά εικοσάδες τους κατέβαζαν από τα καμιόνια. Τους έμπαζαν μέσα. Τους έστηναν. Και τους εκτελούσαν με τα πολυβόλα που ήταν στημένα σε 4 βάσεις και με οπλοπολυβόλα. Ενας αξιωματικός διέτασσε πυρ και πυροβολούσε πρώτος. Αυτός έδινε και τη χαριστική βολή στον εγκέφαλο.
Οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους και τους γέμισαν με λουλούδια. Ετσι, έκαναν κάθε φορά που ο δρόμος πλημμύριζε από το αίμα των ηρώων. Πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλο τόπο της Ευρώπης δεν έγιναν τόσες εκτελέσεις, σε έναν μικρό τόπο. Ηθελαν να τρομοκρατήσουν την αδούλωτη συνοικία. Και σ' αυτό το έργο βοηθούσαν και οι χίτες. Φώναζαν και πυροβολούσαν τις γυναίκες που πέταγαν λουλούδια στην οδό Σκοπευτηρίου πάνω στα αίματα που έτρεχαν από τ' αυτοκίνητα. Ολος ο δρόμος έγινε κόκκινος. Από τα σκουπιδιάρικα έσταζε το αίμα. Τα χωνιά βγήκαν στους δρόμους «σας καλεί το ΕΑΜ, σας καλεί η ΕΠΟΝ, σας καλεί το ΚΚΕ».
Θαρρώ πως κάπως έτσι αισθανόμαστε, σ` αυτούς τους δύσκολους καιρούς, όλοι όσοι συμμεριζόμαστε τα ιδανικά, τις αξίες και τα οράματα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, των «200» κομμουνιστών, που θυσιάστηκαν στην Καισαριανή για την Ελλάδα και τον λαό της. Ομως, για μας «δεν υπάρχουν πιο ζωντανοί από τους πεθαμένους μας». Οσο η πατρίδα μας, μέσα στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού συστήματος παραμένει εξαρτημένη, όσο εμπλέκεται στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όσο η εργατική τάξη, το συλλογικό ιστορικό υποκείμενο που επέλεξε να υπηρετήσει με τη ζωή, τη δράση και τον θάνατό του ο Ναπολέων Σουκατζίδης παραμένει τάξη υπάλληλη, όσο μιλούν για κέρδη και ζημιές και όχι για ανθρώπινες ζωές, όσο παραμένει ο φαύλος κύκλος της εκμετάλλευσης και της αδικίας, των πολέμων και της φτώχειας και μ' έναν λόγο, όσο η εθνική και η κοινωνική ελευθερία υπονομεύονται και ακυρώνονται από την άρχουσα τάξη και τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον τόπο μας, αλλά και σ' όλες τις χώρες του κόσμου, η ιδεολογία, η θεωρία και η πράξη που γεννάνε Σουκατζίδηδες παραμένουν οι «Μεγάλες Ουσίες» των καιρών, απαντάνε στα μεγάλα αιτήματα των καιρών, γεννάνε τα μελλοντικά μεγάλα κινήματα των καιρών.
Ελλάδα να θυμάσαι εσύ αυτούς που, για την τιμή και την λευτεριά σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.
Σε όλους εκείνους που άφησαν πίσω τους μια παρακαταθήκη. Μια Καινή Διαθήκη αξιοπρέπειας, σεβασμού και ηθικού πλεονεκτήματος. Εκείνων που φύλαξαν μέχρι τέλους τις δικές τους Θερμοπύλες, καταβάλλοντας ένα κόστος που ξεπερνά τις ανθρώπινες αντοχές. Στους αλύγιστους που δεν λύγισαν ούτε σε εξορίες ούτε σε φυλακές. Αυτοί που κράτησαν τη ζωή τους. Σε αυτούς υποσχόμαστε ότι θα κρατήσουμε τη σπίθα αυτή αναμμένη και θα την κάνουμε φωτιά που θα φωτίσει το μέλλον.
Και σε εκείνους που απεργάζονται την αλλοίωση της Ιστορίας, σε εκείνους που προσδοκούν να μας γονατίσουν, απαντάμε απλά με τον στίχο του Φώτη Αγγουλέ «Μην καρτεράτε να λυγίσουμε».
Στο τελευταίο «αντίο» στον σύντροφο Σταύρο παρευρέθηκε πολυμελής αντιπροσωπεία του ΚΚΕ, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Κώστας Μπάτσικας και Παναγιώτης Πολίτης, μέλη της ΚΕ του Κόμματος, και ο Δημήτρης Αλεξόπουλος, Γραμματέας της ΤΕ Φθιώτιδας του ΚΚΕ. Επίσης ο Γιώργος Οικονόμου, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λαμίας, μέλη της διοίκησης του Σωματείου Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ Λάρυμνας και του Συνδικάτου Μετάλλου Φθιώτιδας, εκπρόσωποι συνδικάτων και μαζικών φορέων της περιοχής.
Αποχαιρετώντας τον σύντροφο Σταύρο, ο Παναγιώτης Πολίτης σημείωσε ότι «αποχαιρετούμε έναν αγωνιστή, που αναμφισβήτητα έβαλε το δικό του "λιθαράκι" στους αγώνες που αναπτύχθηκαν μέχρι σήμερα.
Τον Σταύρο, τον εργάτη της ΛΑΡΚΟ, τον δουλευταρά, τον αγωνιστή, τον ελεύθερο, τον νευρικό και παράλληλα ευαίσθητο, τον ατίθασο και παράλληλα πιστό, συνεπή στρατιώτη της ταξικής πάλης, τον "Τσάκαλο", τον κομμουνιστή».
Αναφέρθηκε στη ζωή, στους αγώνες και τη συνδικαλιστική του δράση, σημειώνοντας ότι «γεννήθηκε το 1958 από φτωχή οικογένεια. Στην παιδική του ηλικία ξεχώρισε για τη σπιρτάδα του στα γράμματα, τα οποία όμως εγκατέλειψε για να μπει στη βιοπάλη του μεροκάματου.
Ηταν περήφανος που ήταν εργάτης, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του απέναντι σε οποιονδήποτε περιφρονούσε τη φτωχολογιά (...)
Δεν υπήρχε απεργιακή φρουρά που να μην ήταν μπροστά, όχι μόνο στη ΛΑΡΚΟ αλλά όπου υπήρχε αγώνας στην περιοχή. Δεν υπήρχε απεργιακή συγκέντρωση και συλλαλητήριο που να έλειπε, Γενική Συνέλευση και Διοικητικό Συμβούλιο που να μην το παρακολουθήσει και να μην τοποθετηθεί όποτε χρειαστεί, εκλογές που να μην είχε ουσιαστική συμβολή...
Πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι σήμερα είχε και στον αγώνα των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ ενάντια στις απολύσεις και το κλείσιμο, στην αλλαγή συσχετισμού στο Σωματείο. Αν και για λόγους υγείας συνταξιοδοτήθηκε πριν τις τελικές απολύσεις, μέχρι και τον προηγούμενο μήνα που μπήκε στο νοσοκομείο δεν είχε χάσει συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Ο,τι και να τον χρέωνε η Οργάνωση ή τα σωματεία όπου ήταν μέλος, το πάλευε με πείσμα και το έβγαζε εις πέρας. Υποψήφιος με τη "Λαϊκή Συσπείρωση", αντιπρόσωπος του Κόμματος σε όλες τις εκλογικές μάχες. Στρατευμένος στους σκοπούς και τις αποφάσεις του Κόμματος. Πιστός στο δίκιο της εργατικής τάξης και με ιεράρχηση του ενδιαφέροντός του για τους νέους ανθρώπους, τους μετανάστες και τους κατατρεγμένους...».
Συνεχίζοντας ο Παναγιώτης Πολίτης περιέγραψε με γλαφυρότητα την ένταξη του συντρόφου Σταύρου στο ΚΚΕ. Το πώς μέσα από τους αγώνες, την καθημερινή του συναναστροφή με τους κομμουνιστές, γαλουχήθηκε με τις αξίες και τις αρχές του Κόμματος και ζήτησε ο ίδιος να γίνει μέλος του.
«Από τότε ο σύντροφος Σταύρος έκανε βήματα, άλματα, απέδειξε με τη στάση ζωής του ότι "αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι είναι ο ίδιος ο λαός". Πολλές φορές έλεγε "είναι τιμή μου να είμαι μέλος του ΚΚΕ", και το πίστευε από τα βάθη της καρδιάς του. Η αλήθεια είναι ότι ο σύντροφος Σταύρος αποτελεί τιμή του Κόμματος για την πρωτοπόρα δράση του στην εργατική τάξη, αποτελεί τιμή για το εργατικό κίνημα της ΛΑΡΚΟ, της Φθιώτιδας και του κλάδου μας.
Σύντροφε Σταύρο, η απουσία σου αφήνει κενό και θα μας λείψεις. Ομως δεν έκανες και λίγα. Κράτησες ψηλά τη σημαία του αγώνα και της ελπίδας. Δεσμευόμαστε ότι θα συνεχίσουμε τον δρόμο που μέχρι σήμερα περπατήσαμε μαζί. Μέχρι τη νίκη. Μέχρι την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».