Δεν έχουν τέλος οι αποκαλύψεις για τη σαπίλα που διαμορφώνεται στο έδαφος της ΚΑΠ της ΕΕ, που καταληστεύει τους βιοπαλαιστές αγρότες
Eurokinissi |
Στα πρόσωπα που αναφέρονται στη δικογραφία περιλαμβάνονται ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης (2021) Σπήλιος Λιβανός, η τότε υφυπουργός Φωτεινή Αραμπατζή και νυν και πρώην υπουργοί της ΝΔ: Ο Κώστας Τσιάρας, ο πρώην υφυπουργός Κώστας Σκρέκας και ο Κώστας Αχ. Καραμανλής.
Για τον νυν υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Τσιάρα, ο οποίος μάλιστα είναι αυτός που του ανατέθηκε από τον πρωθυπουργό η ...κάθαρση του ΟΠΕΚΕΠΕ με τον νέο φορέα, όπως και για τον νυν γραμματέα της ΝΔ και βουλευτή Τρικάλων και τον βουλευτή Φθιώτιδας, φαίνεται ότι υπάρχουν στη δικογραφία τηλεφωνικές συνομιλίες στις οποίες πιέζουν αξιωματούχους και στελέχη του Οργανισμού να δώσουν επιδοτήσεις σε ημέτερους.
Οι υπόλοιποι 8 βουλευτές για τους οποίους θα ζητηθεί άρση ασυλίας είναι οι Κατερίνα Παπακώστα, Ιωάννης Κεφαλογιάννης, Νότης Μηταράκης, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, Μάξιμος Σενετάκης, Βασίλειος Βασιλειάδης, Χρήστος Μπουκώρος και Θεόφιλος Λεονταρίδης. Σύμφωνα με πληροφορίες, ναι μεν τα ονόματα των Καραμανλή, Κεφαλογιάννη και Σενετάκη υπάρχουν στη νέα δικογραφία, αλλά ως απλή αναφορά, δηλαδή φέρεται να μη ζητείται γι' αυτούς άρση ασυλίας.
Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι πολλά από τα πολιτικά πρόσωπα που αναφέρονται στη δικογραφία είχαν καταθέσει στην Εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που η ΝΔ έκλεισε άρον - άρον, για τους ευνόητους λόγους της συγκάλυψης. Εκεί είχαν καταθέσει ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για το σκάνδαλο και ότι όλα έγιναν σύμφωνα με τη νομοθεσία...
Σύμφωνα με τη διαδικασία, η δικογραφία διαβιβάζεται αρχικά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στη συνέχεια στον υπουργό Δικαιοσύνης και από εκεί αποστέλλεται στη Βουλή με σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο. Οταν φτάσει στη Βουλή και αφορά πολιτικά πρόσωπα, θα ανακοινωθεί στην Ολομέλεια και θα τεθεί στη διάθεση των βουλευτών, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο για ενημέρωση. Σε περίπτωση που εμπλέκονται βουλευτές, ενεργοποιείται η διαδικασία του άρθρου 62 του Συντάγματος: Η δικογραφία διαβιβάζεται στον πρόεδρο της Επιτροπής Δεοντολογίας, ενημερώνονται τα μέλη της Επιτροπής και συγκαλείται συνεδρίαση. Στη συνέχεια το θέμα εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας, η οποία καλείται να αποφασίσει εντός προθεσμίας 90 ημερών.
Οπως αναφέρει ανάμεσα σε άλλα η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας: «Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και την ελληνική εθνική νομοθεσία, η Ευρωπαία γενική εισαγγελέας ζήτησε από την ελληνική Βουλή την άρση της ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών, στο πλαίσιο έρευνας για φερόμενο οργανωμένο σχήμα απάτης που αφορά αγροτικά κονδύλια. Πέντε πρώην βουλευτές βρίσκονται επίσης υπό διερεύνηση. Παράλληλα, η EPPO στην Αθήνα διαβίβασε στη Βουλή πληροφορίες σχετικά με πιθανή εμπλοκή ενός πρώην υπουργού και ενός υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων».
Η περιφερειακή ανάπτυξη δεν αποτελεί μια ουδέτερη διαδικασία, γίνεται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και ως εκ τούτου υπηρετεί στοχεύσεις του κεφαλαίου και όχι λαϊκές ανάγκες, επισήμανε ο Μανώλης Συντυχάκης, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας στην Επιτροπή Περιφερειών της Βουλής που συνεδρίασε με θέμα «Πολιτικές Απασχόλησης για την Περιφερειακή Ανάπτυξη».
Αποδόμησε το αφήγημα - παραμύθι της κυβέρνησης και των κομμάτων του συστήματος ότι δήθεν η ανάπτυξη και οι νέες επενδύσεις αυξάνουν την απασχόληση και τα εισοδήματα, διευκρινίζοντας ότι αυτό που αυξάνεται είναι τα «προγράμματα φτώχειας και εργασιακής περιπλάνησης».
Φέρνοντας το παράδειγμα του Τουρισμού, σημείωσε πως ο προσανατολισμός της περιφερειακής ανάπτυξης στον συγκεκριμένο κλάδο «αποβαίνει "αδύναμος κρίκος"» σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης και πολέμου, με αποτέλεσμα τα βάρη να τα φορτώνονται οι εργαζόμενοι και ο λαός. Ειδική αναφορά έκανε και στις αντιθέσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης που εκφράζονται έντονα στον συγκεκριμένο κλάδο, με τους τουριστικούς ομίλους, από τη μία πλευρά, να καταγράφουν ρεκόρ κερδοφορίας, και τους εργαζόμενους, από την άλλη, να υφίστανται σκληρή εκμετάλλευση και τσάκισμα των δικαιωμάτων τους, με μισθούς δυσανάλογους με τις ανάγκες.
Αναφερόμενος ιδιαίτερα στους ανέργους, ανέδειξε την ανάγκη σε περίοδο γιγάντωσης της ακρίβειας σε Ενέργεια και τρόφιμα να παρθούν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα, όπως επίδομα ανεργίας χωρίς όρους και προϋποθέσεις στο ύψος του 80% του βασικού μισθού για όλους τους ανέργους, έκτακτο επίδομα ενίσχυσης, αναστολή καταβολής χρεών σε Δημόσιο - τράπεζες - ΔΕΚΟ, κατάργηση πλειστηριασμών και κατασχέσεων, αναγκαστική είσπραξη και απαγόρευση διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος και νερού και επαναφορά ΣΣΕ. Πρόσθεσε ότι οι γυναίκες είναι αυτές που πλήττονται δυσανάλογα από τη μακροχρόνια ανεργία, ενώ κατέκρινε ως «εξαιρετικά επικίνδυνη» την απόφαση της ΔΥΠΑ για επιδότηση 10.000 θέσεων εργασίας, από τις οποίες, όμως, το 50% θα αφορά μερική απασχόληση, για την οποία οι επιχειρήσεις θα επιδοτούνται έως και 80% μισθολογικού και ασφαλιστικού κόστους για 12 μήνες και με δυνατότητα επέκτασης και ανώτατο όριο επιδότησης ανά μήνα.
Ο Μ. Συντυχάκης στάθηκε και στη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, υπογραμμίζοντας πως αυτή προέρχεται από τις τσέπες των λαών της Ευρώπης και προορίζεται για την ενίσχυση μιας χούφτας επιχειρηματικών ομίλων. «Εχουν συγκεκριμένες αντιλαϊκές "επιλεξιμότητες", με κριτήριο την ανάπτυξη κλάδων και τομέων που φέρνουν κέρδη στο κεφάλαιο και όχι την κάλυψη των λαϊκών αναγκών», συμπλήρωσε, διευκρινίζοντας ότι την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι και ο λαός λαμβάνουν από τα κρατικά και περιφερειακά κονδύλια «πραγματικά ψίχουλα, τα οποία κατευθύνονται κυρίως προς την ακραία φτώχεια και τη ληξιπρόθεσμη κατάρτιση (διάφορα voucher και προγράμματα κατάρτισης - απασχόλησης), προς κάποιες ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες που είναι αναντίστοιχες με τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και δυνατότητες».
Μιλώντας για το δημογραφικό, στηλίτευσε την πολιτική της κυβέρνησης και αστικών επιτελείων να παρουσιάζουν τα αποσπασματικά μέτρα και τα ψευδοεπιδόματα ως πανάκεια για τη διαχείρισή του, ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτουν τις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές αιτίες του προβλήματος.
Τέλος, τόνισε πως «η ελπίδα βρίσκεται στην αμφισβήτηση αυτού του δρόμου ανάπτυξης, αυτού του συστήματος και των θεσμών του, που δεν μπορούν να υπηρετήσουν το δίκιο του λαού. Και αυτό θα το λύσει το ίδιο το εργατικό - λαϊκό κίνημα, αυτοί οι αγώνες για να δυναμώσει το μέτωπο κόντρα σε αυτή τη βαρβαρότητα και τελικά να βαδίσουν όλοι οι εργαζόμενοι τον δρόμο της αξιοπρέπειας, της πάλης και της ανατροπής».
Την ίδρυση πολιτικού κόμματος με την ονομασία «Ξεκινάμε για την Ελπίδα» ανακοίνωσε χτες η Μ. Καρυστιανού, με τις πρώτες - γενικόλογες - θέσεις να επιβεβαιώνουν ότι τίποτα νέο δεν έχει να ελπίζει ο λαός από τα αναχώματα που στήνονται στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και με στόχο - με προμετωπίδα τη δήθεν «κάθαρση» του σάπιου συστήματος, που οδηγεί τον λαό στα καθημερινά «Τέμπη» - αυτό «να φορέσει τα ρούχα του αλλιώς», κρατώντας «εντός των τειχών» τη λαϊκή δυσαρέσκεια που εκφράστηκε με πρωτοφανή μαζικότητα και ταξικά χαρακτηριστικά το προηγούμενο διάστημα.
Αρκεί μόνο μια προσεκτική ανάγνωση των όποιων θέσεων, που προβάλλονται με αρκετή δόση «δημιουργικής ασάφειας» στην επίσημη ιστοσελίδα του φορέα, για να αποκαλυφθεί το γνώριμο και άκρως επικίνδυνο ιδεολόγημα του «ακομμάτιστου» και «ανεξάρτητου κινήματος πολιτών». Πρόκειται για μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή του αστικού πολιτικού συστήματος, στην προσπάθεια να παρουσιαστεί η οργανωμένη πολιτική δράση ως κάτι «παρωχημένο» προκειμένου να αντικατασταθεί από τη δήθεν «καθαρότητα» και τον «μεσσιανισμό» μεμονωμένων προσώπων. Αποπολιτικοποίηση που κάθε άλλο παρά αθώα είναι, αντίθετα στοχεύει στον αφοπλισμό του εργατικού - λαϊκού κινήματος και στην απομάκρυνσή του από την αναζήτηση των πραγματικών ενόχων για τα σημερινά δεινά.
Η ιστοσελίδα του νέου φορέα επιχειρεί μάλιστα να καπηλευτεί τις μεγαλειώδεις λαϊκές συγκεντρώσεις, μιλώντας περί «λαϊκής υπόδειξης», ενώ την ίδια στιγμή προσπαθεί με γενικόλογες αναφορές περί «υπαρξιακών απειλών» να καλλιεργήσει την ιδέα των «εθνικών» στόχων, να αποκρύψει την αμείλικτη ταξική πραγματικότητα, ότι το έγκλημα στα Τέμπη δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας τυχαίας «διαφθοράς» ή γενικά της «παθογένειας ενός ολόκληρου κράτους» και της «ανικανότητας» ορισμένων προσώπων, αλλά το νομοτελειακό αποτέλεσμα της εγκληματικής πολιτικής του κέρδους, της στρατηγικής της ΕΕ για την «απελευθέρωση» των μεταφορών και τον τεμαχισμό του σιδηροδρόμου, που θυσιάζει την ασφάλεια στον βωμό της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων, την οποία υπηρετούν το αστικό κράτος και όλες οι κυβερνήσεις.
Το ίδιο «αόριστα» και αταξικά παρουσιάζονται και όλα τα υπόλοιπα γενικόλογα συνθήματα περί «δικαιοσύνης», «διαφάνειας», «δημοκρατίας» και «ανεξαρτησίας», πίσω από τα οποία επιχειρείται να δηλώσει ο λαός πίστη στην αστική νομιμότητα και στους θεσμούς της ΕΕ, που γέννησαν το έγκλημα, να μην αμφισβητεί ούτε στο ελάχιστο το κυνήγι του κέρδους, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον πραγματικό ένοχο, που δεν είναι άλλος από το κεφάλαιο και το κράτος του.
Ομως ο λαός έχει πλέον την πείρα να αναγνωρίζει αυτές τις κινήσεις, που διαχρονικά αξιοποιούνται για να μένει άθικτη η εγκληματική πολιτική του κέρδους πίσω από νέα «προσωπεία», που τα επιστρατεύει στα «ζόρια» ως τις νέες κομματικές «εφεδρείες».
Σε σχόλιό του για τη νέα δικογραφία για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ σημειώνει:
«Η νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που ερευνά υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο έχει την υπογραφή της κυβέρνησης της ΝΔ και τη σφραγίδα της ΕΕ, επιβεβαιώνει τη σαπίλα και το μέγεθος της βιομηχανίας ρουσφετιών και εξαγοράς, με πραγματικά θύματα την πλειοψηφία των βιοπαλαιστών αγροτών που ξεκληρίζονται από την πολιτική των κυβερνήσεων και την Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ.
Αλλωστε, και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αναπτύχθηκε στο έδαφος αυτής ακριβώς της πολιτικής. Τα νέα στοιχεία ενοχοποιούν εκ νέου την κυβέρνηση της ΝΔ, που έσπευσε άρον - άρον να κλείσει τη σχετική Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, παρά κι ενάντια στα επανειλημμένα αιτήματα του ΚΚΕ κι επιβάλλουν την ανάγκη της πλήρους διερεύνησης συνολικά αυτής της δυσώδους υπόθεσης και της απόδοσης των πολιτικών και ποινικών ευθυνών στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται».