ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 26 Αυγούστου 2007 - 1η έκδοση
Σελ. /4
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "ΡΙΖΟχαρτο"
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ «ΡΙΖΟΧΑΡΤΟ»
Βιβλιοκριτική «ΡΙΖΟχαρτο»
«ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ»

Εμμανουήλ Ροΐδης

Εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»

Ασφαλώς ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) έγινε πιο γνωστός με το μοναδικό του μυθιστόρημα «Η Πάπισσα Ιωάννα».

Γι' αυτό είναι ιδιαίτερα καλή η πρωτοβουλία του εκδοτικού οίκου «Σύγχρονη Εποχή» να εκδώσει τα λιγότερα γνωστά, αλλά αξιόλογα και πολύ πρωτότυπα διηγήματά του. Η συλλογή περιλαμβάνει 6 συριανά διηγήματα, που έδωσαν και τον τίτλο στην ανθολογία αυτή, και 12 άλλα.

Ο θερμός υποστηριχτής του Δημοτικισμού Ροΐδης γράφει ωστόσο καθαρεύουσα και εύκολα γεννιέται το ερώτημα «γιατί;». Διαβάζοντας τα διηγήματα η πιθανότερη εξήγηση είναι η εξής: Μέσα από το «αφύσικο» της φτιαχτής γλώσσας, που δεν την υιοθέτησε ποτέ ο λαός, τονίζεται ο σκωπτικός χαρακτήρας των όσων γράφει ο Ροΐδης και θέλει να καυτηριάσει προβάλλοντας την αστειότητα των συμπεριφορών μιας κυρίως νεόκοπης αστικής τάξης. Η καθαρεύουσα δίνει την επιθυμητή ειρωνική απόσταση από τα φαιδρά δρώμενα.

Ο κοινωνικός περίγυρος - ή με τα δικά του λόγια «η περιρρέουσα ατμόσφαιρα» - δίνει το απαραίτητο πλαίσιο για να καταλάβουμε τα γραπτά του συντελεστή της αναγέννησης των νεοελληνικών γραμμάτων Ροΐδη.

Η Σύρος και ιδιαίτερα η πρωτεύουσά της Ερμούπολη ήταν το 19ο αιώνα οικονομική πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια αστική τάξη, αλλά και όλα τα άλλα παρεπόμενά της: Διαμορφώνεται ένα προλεταριάτο, υπάρχουν και οι νεόπτωχοι μαζί με τους νεόπλουτους καθώς και το πρώτο χρηματιστηριακό κραχ, τα Λαυρεωτικά, όπου και ο Ροΐδης χάνει στις αρχές της δεκαετίας του 1880 όλη την περιουσία του. Μέσα στην πρωτοποριακή για τα ελλαδικά δεδομένα κοινωνική σύνθεση και τη γενικότερη οικονομική ευρωστία έρχεται και μια άλλη πνευματική ανάπτυξη.

Χαρακτηριστικό για τις καταστάσεις αυτές είναι το εξαιρετικά μεστό διήγημά του «Το παράπονο του νεκροθάπτου», όπου έχουμε την άλλη πλευρά της οικονομικής ανάπτυξης με την καταστροφή πρώην εύπορων νησιωτών από τη νέα αστική ανάπτυξη με τις μετοχές, τις εκλογές και την κοροϊδία των ψηφοφόρων, τις υποσχέσεις με τα ρουσφέτια και τα ψέματα. Εδώ μετατοπίζεται ο οίστρος του Ροΐδη στους κοινούς θνητούς μιας σκληρής πραγματικότητας, τους υφιστάμενους τη νέα εκμετάλλευση. Η ευρύτητα του διηγήματος αυτού βρίσκεται στις πολλές πλευρές που αναδεικνύει μιας κοινωνικής πραγματικότητας, όπως, π.χ., ο βιασμός, τα πολλά τροχαία (!) δυστυχήματα (από αμαξάδες), οι επιδημίες και τα παιδιά των φτωχών που σκοτώνονται στον πόλεμο.

Ο Ροΐδης έχει κατηγορηθεί για μισογυνισμό, κυρίως λόγω του διηγήματός του «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου». Διαβάζοντάς το ωστόσο με προσοχή, θα καταλάβουμε ότι καυτηριάζει με μια λεπτή ειρωνική αίσθηση χιούμορ όχι μόνο την τάση χλιδής και την κενή ζωή των γυναικών των νεόπλουτων αστών, αλλά από τον οίστρο του δεν τη γλιτώνουν ούτε οι ίδιοι οι σύζυγοι, για να μην πούμε ότι είναι τα κορόιδα της υπόθεσης.

Αλλωστε, και στο «Η τιμή των γυναικών» δείχνει τη βάση των υποκριτικών σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα εναποθέτοντάς τη στην οικονομική εξάρτηση του ενός από τον άλλο.

Ξεχωρίζουν οι ιστορίες των ζώων, μέσα από τις οποίες σατιρίζει πικρά την ανθρώπινη κακία. Οπως στην «Ιστορία Ορνιθώνος», όπου λέει για τα ζώα ανάμεσα σ' άλλα: «Δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους...». Εντοπίζοντας, έτσι, στη ροή του λόγου δύο βασικότατα χαρακτηριστικά της ταξικής κοινωνίας!

Αννεκε Ιωαννάτου

Η μελωδία της σκέψης «ΡΙΖΟχαρτο»
Σταύρος Ξαρχάκος «ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ»

Ποίηση: Νίκου Γκάτσου

Εμείς που μείναμε

Εμείς που μείναμε

στο χώμα το σκληρό

για τους νεκρούς

θ' ανάψουμε λιβάνι

κι όταν χαθεί

μακριά το καραβάνι

του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη,

στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

Εμείς που μείναμε

θα τρώμε το πρωί

μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,

ένα τσαμπί σταφύλι από τ' αμπέλι

και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,

μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.

Εμείς που μείναμε

θα βγούμε μια βραδιά

στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι

και πριν για πάντα

η νύχτα να μας πάρει

θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι

και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά.

Το βιβλίο και οι άλλες τέχνες «ΡΙΖΟχαρτο»
«O ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ»

CHARLIE AND THE CHOCOLATE FACTORY

Σκηνοθεσία: Τιμ Μπάρτον

(Από το ομώνυμο βιβλίο του Ροάλντ Νταλ)

Πρωταγωνιστούν: Τζόνι Ντεπ, Φρέντι Χάιμορ, Ντέιβιντ Κέλι, Κρίστοφερ Λι

Ο Τσάρλι ζει φτωχικά με την πολυπληθή οικογένειά του στο Λονδίνο. Μια μέρα, ο διάσημος εφευρέτης και σοκολατοποιός Γουίλι Γουόνκα ανακοινώνει πως έχει βάλει στις σοκολάτες του πέντε χρυσά εισιτήρια για πέντε τυχερούς που θα επισκεφθούν το εργοστάσιό του και ένας από αυτούς θα κερδίσει και ένα μεγάλο δώρο - έκπληξη. Ο Τσάρλι βρίσκει το τελευταίο εισιτήριο και συνοδευόμενος από τον παππού του μπαίνει στο μαγικό εργοστάσιο σοκολάτας.

Ο σκηνοθέτης (Τιμ Μπάρτον) δημιούργησε ένα πανέμορφο φιλμ μένοντας, σε πολύ μεγάλο βαθμό, πιστός στο βιβλίο του Νταλ. Τα σκηνικά, τα κοστούμια, η μουσική, οι διάλογοι είναι όλα εξαιρετικά πετυχημένα, το αισθητικό/οπτικό σκέλος του έργου είναι ιδιαιτέρως ζωντανό και πλούσιο χωρίς να κουράζει και η εξέλιξη της αφήγησης προκαλεί το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας. Ασφαλώς δεν πρόκειται για μια αμιγώς παιδική ταινία μια και είναι αρκετά γκροτέσκα αλλά και αυτό (το γκροτέσκο) είναι μέρος της δραματουργίας και, αν μη τι άλλο, συμβάλλει σημαντικά στο να δώσει στο φιλμ μεγαλύτερη καλλιτεχνική αξία.

Ενα μόνο σημείο υπάρχει (όπως και στο βιβλίο), που προκαλεί εντύπωση. Η ταινία έχει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο, μια πολιτική προσέγγιση που διέπει την ιστορία (πράγμα που συμβαίνει και σε κάθε ιστορία - ανεξαρτήτως θέματος, χώρου, χρόνου αλλά και Μέσου). Οι Ούμπα Λούμπα, ιθαγενείς φερμένοι από τη ζούγκλα, είναι οι ακούραστοι εργάτες του εργοστασίου. Η παρουσίασή τους είναι εμφανέστατα ρατσιστική (όλοι ίδιοι, εργάζονται με αμοιβή σπόρους κακάο και ζουν μονίμως μέσα στο εργοστάσιο) και αν ήταν υπαρκτοί ως λαός / φυλή / έθνος θα θεωρούνταν (η παρουσίασή τους) πολιτικώς μεμπτή - όχι ορθή. Αναμφίβολα οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ, όσο προικισμένοι κι αν είναι, έχουν σοβαρά πολιτικά και ιδεολογικά ελλείμματα, πολλοί είναι εξαιρετικοί διασκεδαστές, αλλά ελάχιστοι είναι πραγματικά πολιτικοποιημένοι και γυρίζουν φιλμ ανατρεπτικά και επικίνδυνα. Η δημιουργία ενός γνήσιου έργου τέχνης ισοδυναμεί με μια μικρή επανάσταση. Ο Μπάρτον έκανε ένα πολύ ωραίο έργο που, όμως, δεν έχει αυτό το ειδικό βάρος της Τέχνης.

Μάριος Βαλάσης



Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ