RIZOSPASTIS |
Από την κυβερνητική πλειοψηφία έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί η μεταρρύθμιση του κληρονομικού δικαίου σαν ένας αναγκαίος εκσυγχρονισμός, κρύβοντας ότι πρόκειται για μια προσαρμογή στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που φέρει αντιλαϊκό πρόσημο.
Οπως άλλωστε σημείωσε η βουλευτής του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα καταψηφίζοντας το νομοσχέδιο, «σήμερα περισσότερο από ποτέ αποκαλύπτεται ότι η ισότητα απέναντι στους νόμους είναι μόνο τυπική, ότι η ισότητα απέναντι στη δήθεν δυνατότητα ιδιοκτησίας είναι, επίσης, μόνο τυπική και τελικά μια φενάκη. Ο εργαζόμενος στον καπιταλισμό διατηρεί μόνο την ιδιοκτησία της εργατικής του δύναμης, την οποία αναγκάζεται να πουλά ολοένα και πιο φθηνά στην ελεύθερη αγορά. Η δική του ατομική ιδιοκτησία στη λαϊκή κατοικία, στο χωράφι κ.λπ. συνθλίβεται στις μυλόπετρες του κεφαλαίου, με ποικίλους τρόπους (...) Το προοδευτικό και αναγκαίο σήμερα δεν είναι να γυρίσουμε πίσω ούτε να υπερασπιστούμε την ατομική ιδιοκτησία, την καθιέρωση της νόμιμης μοίρας μετά από τις αστικές επαναστάσεις κ.λπ. (...) Με λίγα λόγια, είναι άλλο πράγμα η κληρονομιά ενός μεροκαματιάρη εργάτη για τη μοναδική κύρια κατοικία της οικογένειάς του και το σπίτι στο χωριό, και άλλο πράγμα η κληρονομιά ενός εφοπλιστή, με καράβια, εταιρείες, μετοχές και άλλα χαρτοφυλάκια. Το προοδευτικό και αναγκαίο σήμερα είναι να μιλήσουμε για την κοινωνική και όχι την ατομική ιδιοκτησία, για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας όπου η ισότητα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων δεν θα είναι τυπική, αλλά ουσιαστική και ισότιμα θα απολαμβάνουν τον πλούτο όχι μια χούφτα παράσιτα, αλλά οι πραγματικοί παραγωγοί του καλύπτοντας όλες τις σύγχρονες ανάγκες τους».
Η Μαρία Κομνηνάκα επισήμανε πως κεντρική επιδίωξη του νομοσχεδίου είναι η αντιμετώπιση της «πολυδιάσπασης ιδιοκτησίας και αδυναμίας αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων, όπως ακίνητα μεγάλης αξίας ή επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα είτε την εγκατάλειψή τους είτε την εκποίηση σε τιμή χαμηλότερη της αξίας τους», καθώς και η «επωφελέστερη αξιοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας σε όφελος και της εθνικής οικονομίας».
Με λίγα λόγια - τόνισε - στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η συγκέντρωση της ακίνητης περιουσίας, η ικανοποίηση των δανειστών και η γρήγορη εκκαθάριση και αποπληρωμή των χρεών της κληρονομιάς, η γρήγορη απαλλαγή ακινήτων και επιχειρήσεων από χρέη και βάρη για να «βγουν καθαρά» στην αγορά, η διαμόρφωση ενός ολοένα και πιο εύφορου εδάφους και φιλικού περιβάλλοντος για επενδύσεις.
«Καθόλου ασύνδετες, επομένως, δεν είναι οι προωθούμενες αλλαγές του Κληρονομικού Δικαίου με τις συνολικότερες αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια, με τις αλλαγές στις χρήσεις γης, τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του Κτηματολογίου κ.λπ. Ερχονται σαν συνέχεια και σε συμπλήρωσή τους», σημείωσε.
Τόνισε πως για το ΚΚΕ κριτήριο της στάσης του απέναντι στις προωθούμενες αλλαγές είναι τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, τα οποία καθόλου δεν υπηρετούνται, καθώς οι αλλαγές αυτές προωθούνται στο έδαφος κατάχρεων λαϊκών περιουσιών, στο φόντο διαρκών επιθέσεων στο δικαίωμα της κατοικίας και αρπαγής της λαϊκής στέγης, και πρόσθεσε: «Προστασία των λαϊκών οικογενειών από τις κατάχρεες κληρονομιές συνιστούν οι προτάσεις που κατ' επανάληψη έχει θέσει το ΚΚΕ, για κούρεμα των χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων των αυτοαπασχολούμενων επαγγελματοβιοτεχνών, για ευνοϊκές ρυθμίσεις με δόσεις ανάλογες με το εισόδημα, για απαγόρευση των πλειστηριασμών της λαϊκής κατοικίας κ.λπ. Οπως και πιο συγκεκριμένες προτάσεις, για την απλοποίηση της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομιάς και την αποσύνδεσή της από την είσπραξη φόρων, τις τακτοποιήσεις κ.λπ. Προστασία των οικογενειακών σχέσεων συνιστούν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του λαού, η εξασφάλιση αξιοπρεπούς εισοδήματος, φθηνής και ασφαλούς λαϊκής κατοικίας...».
Η Μαρία Κομνηνάκα κατήγγειλε τέλος την υποκρισία της άγριας και απάνθρωπης πολιτικής σε βάρος των ξεριζωμένων μεταναστών και προσφύγων, με τη δημιουργία δήθεν του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, του ελέγχου διαλογής και της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα.
Στην αρχή της ομιλίας της αναφέρθηκε στις διώξεις των αγροτών και κατήγγειλε την υποκρισία της κυβέρνησης, που ενώ ως προς αυτές διατείνεται πως δεν μπορεί να παρέμβει στη δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή παρεμβαίνει για τους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ βουλευτές της και με τροπολογία ορίζει την άμεση, εντός τριών μηνών, εκδίκαση των υποθέσεών τους ώστε να ριχτούν «καθαροί» στην εκλογική μάχη. Κάλεσε την κυβέρνηση να κάνει δεκτή την τροπολογία που επανακατέθεσε το ΚΚΕ για να σταματήσουν οι διώξεις των αγωνιζόμενων αγροτών, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ να πάψουν να ασκούν... το «δικαίωμα της σιωπής».
Αν η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν υπήρχε, η κυβέρνηση θα έπρεπε να την εφεύρει! Για μία ακόμα φορά επιβεβαίωσε τη χρησιμότητά της, σηκώνοντας κουρνιαχτό και τινάζοντας στον αέρα τη συζήτηση στη Βουλή, επιτιθέμενη με σκαιότατο, ασφαλίτικο τρόπο στο ΚΚΕ και στους βουλευτές του.
Η αρχή έγινε με το σόου που έστησαν Πλεύση Ελευθερίας και κυβέρνηση κατά τη συζήτηση σχετικά με την άρση της ασυλίας της Κωνσταντοπούλου για δύο υποθέσεις, που η μία αφορά μήνυση εναντίον της από τον Αδ. Γεωργιάδη για συκοφαντική δυσφήμηση και η άλλη τα επεισόδια στη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών. Ενα πολύωρο σόου ανούσιας αντιπαράθεσης, συζήτησης διαδικαστικών ζητημάτων, ενστάσεων αντισυνταγματικότητας κ.λπ.
Το ΚΚΕ απείχε από την ψηφοφορία για τις άρσεις ασυλίας, καθώς, όπως εξήγησε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Κόμματος, Νίκος Καραθανασόπουλος, «υπάρχουν κάποια όρια. Το ΚΚΕ, το ξέρετε πολύ καλά, κύριε πρόεδρε, έχει αποχωρήσει από τη διαδικασία της Επιτροπής Δεοντολογίας και δεν συμμετείχε και στην ψηφοφορία. Η ίδια εικόνα, η ίδια κατάσταση επικρατεί και σήμερα στην Ολομέλεια, σε μια περίοδο μάλιστα που βρίσκεται σε εξέλιξη μια βιομηχανία μηνύσεων ή απειλές για μηνύσεις ανάμεσα σε πολιτικά πρόσωπα. Σε λίγο δεν θα κάνουμε τίποτε άλλο παρά να ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα, μετατρέποντας τη Βουλή σε εισαγγελικό γραφείο.
Δεύτερον, έχει παραγίνει το κακό με τις οξυμένου χαρακτήρα, ανούσιες, προσωπικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεις, οι οποίες συντηρούν μια τεχνητή ένταση και, βεβαίως, η κυβερνητική πλειοψηφία έχει ευθύνες, γιατί ακόμα και η μη τήρηση των τυπικών και διαδικαστικών ζητημάτων, χρονοδιαγραμμάτων, ρίχνει λάδι στη φωτιά για τέτοιου είδους οξυμένες καταστάσεις.
Αντιπαραθέσεις οι οποίες βεβαίως βοηθούν την κυβέρνηση, γιατί αποπροσανατολίζουν από τα κύρια ζητήματα, συγκαλύπτουν τον χαρακτήρα της αντιλαϊκής πολιτικής και τις στοχεύσεις της κυβερνητικής πολιτικής συνολικότερα. Εμείς δεν θα πάρουμε μέρος σε αυτό το παιχνίδι. Δεν θα συμμετέχουμε λοιπόν στην ψηφοφορία, θα απέχουμε από την ψηφοφορία για τις άρσεις ασυλίας, για να μην παρερμηνευτεί η στάση μας».
Η τοποθέτηση αυτή δεν άρεσε στην Ζωή Κωνσταντοπούλου, που δεν συγκρατήθηκε και κατέφυγε ξανά σε αντικομμουνισμό «Αυριανής», κατηγορώντας το ΚΚΕ ότι βοηθά την ΝΔ με τη στάση του. Η αθλιότητά της δεν έμεινε αναπάντητη, με τον Νίκο Καραθανασόπουλο να επισημαίνει: «Από πότε, αλήθεια, η αποχή από την ψηφοφορία για να καταγγελθεί η απαράδεκτη διαδικασία, η στάση της κυβέρνησης, δίνει χέρι βοηθείας στην κυβέρνηση; Τότε που σύσσωμη η αντιπολίτευση αποχώρησε για να μη νομιμοποιήσει τις απαράδεκτες διαδικασίες - παρωδία για την ψηφοφορία για τον Βορίδη και για τον Αυγενάκη; Τότε που αποχωρήσαμε για να μη νομιμοποιήσουμε τις διαδικασίες fast track των Προανακριτικών, υποτιθέμενων, για τον Καραμανλή και για τον Τριαντόπουλο; Χρειάζεται λίγη προσοχή, και γι' αυτό το 'χουμε ξαναπεί και θα το ξαναπούμε ότι ο αντικομμουνισμός και ο αυριανισμός οδηγεί στα βράχια της αναξιοπιστίας».
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας βάλθηκε ωστόσο να αποδείξει ότι «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη», και επανήλθε με νέα επίθεση στο ΚΚΕ και στον βουλευτή του, Γ. Λαμπρούλη, για στήριξη στη ΝΔ και στους υπουργούς της. Και αυτό επειδή ο Γ. Λαμπρούλης, που εκτελούσε χρέη προέδρου της διαδικασίας, αναγκάστηκε να διακόψει τη συζήτηση και να αποχωρήσει όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την παντελώς απρόκλητη επίθεση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που ωρυόταν για τη δήθεν προσβολή που της έγινε!
Εκεί όμως που η ξεδιάντροπη συμπεριφορά της χτύπησε ταβάνι ήταν όταν κατά τη διακοπή της συζήτησης επιτέθηκε στην αίθουσα της Ολομέλειας στην βουλευτή του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα, με παραληρηματικές κατηγορίες, όπως ότι ο αείμνηστος Αριστείδης Λαμπρούλης, ο κομμουνιστής αγωνιστής δήμαρχος της Λάρισας, αντιστασιακός με φυλακές και εξορίες, πατέρας του σημερινού βουλευτή Γ. Λαμπρούλη, έκανε ...δουλίτσες με τον παππού του Φλωρίδη! Αλλά και ότι η γυναίκα του βουλευτή Λέσβου της ΝΔ Αθανασίου έχει το ίδιο επίθετο με την Μαρία Κομνηνάκα! «Οι Λαμπρούληδες και οι Παφίληδες έφεραν τους Κυριαζίδηδες», συνέχισε τον οχετό της, ενώ στο στόμα της έπιασε και την Λιάνα Κανέλλη! Ο κατήφορος δεν έχει πάτο.
Αρνείται να καταθέσει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, όπου έχει κληθεί σε ακρόαση, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας. Ετσι, όπως αναφέρουν πληροφορίες, δεν θα προσέλθει σήμερα ώστε να δώσει απαντήσεις για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Αντί να εμφανιστεί στη Βουλή, ο Τζαβέλλας επιλέγει να αποστείλει επιστολή στην οποία επικαλείται τις διατάξεις του Συντάγματος και τη νομολογία του Αρείου Πάγου, αιτιολογώντας το γιατί θα αρνηθεί να παραστεί στη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας. Στην επιστολή του, σύμφωνα με όσα λέγονται, θα υποστηρίξει πως «δεν νοείται να πάει στη Βουλή για παροχή απαντήσεων για δικαιοδοτική κρίση ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου», όπως ζήτησαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναφορικά με την απόφασή του να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, παρά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν, με βάση και την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας.
Θα ισχυριστεί ακόμα πως με βάση το Σύνταγμα, τη διάκριση των εξουσιών αλλά και τη νομολογία (π.χ. αποφάσεις της Ολομέλειας επί των ημερών του Ι. Τέντε), δεν μπορεί να προσέλθει στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, επικαλούμενος και το «προηγούμενο» των περιπτώσεων της τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Αδειλίνη και του αντεισαγγελέα Αχ. Ζήση για την υπόθεση των υποκλοπών, όπως και την περίπτωση όπου ζητήθηκαν στοιχεία για τον πειθαρχικό έλεγχο της τότε εισαγγελέα της ΕΥΠ Β. Βλάχου, καθώς και κλήτευση της τότε αντιπροέδρου του δικαστηρίου και προέδρου του Πειθαρχικού Ελ. Φραγκάκη και της αντεισαγγελέα Ευ. Πούλου, που διενήργησε την έρευνα το 2024. Της συγκάλυψης το ανάγνωσμα δηλαδή, και με τη βούλα του νόμου.