Με αποκαλυπτήρια μνημείου και μουσικό - αφηγηματικό αφιέρωμα
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου που στήθηκε δίπλα στο μνημείο της Εθνικής Αντίστασης, αφιερωμένου στους Βασίλη Σταμούλη, Γιώργο Γκάλγκο, Γιώργο Ροζάνη, Γιάννη Ροζάνη και Νίκο Παπαδιαμάντη. Οι τέσσερις πρώτοι εκτελέστηκαν μαζί με τους 200 κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, ενώ ο Ν. Παπαδιαμάντης εκτελέστηκε στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά» στις 4 Μάρτη 1943.
Ο χώρος της εκδήλωσης είχε μετατραπεί σε ανοιχτή έκθεση ιστορικής μνήμης. Στα ταμπλό με τα βιογραφικά των εκτελεσμένων και τα ονόματα των 14 Ηπειρωτών που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την 1η Μάη 1944, οι επισκέπτες διάβαζαν πρόσωπα και διαδρομές.
Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έκανε η Μαρία Ανδρεάδου, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και Γραμματέας της Επιτροπής Περιοχής Ηπείρου - Κέρκυρας - Λευκάδας του Κόμματος.
Ακολούθησε χαιρετισμός από τον Λεωνίδα Λεοντάρη, σχεδιαστή του μνημείου και μέλος της Τομεακής Επιτροπής Ιωαννίνων του ΚΚΕ. Αναφερόμενος στο ανάγλυφο, σημείωσε ότι οι μορφές του μνημείου, η μία πλάι στην άλλη, στέκονται αγέρωχες, «τραγουδώντας και φωνάζοντας για την Ελλάδα και το Κόμμα τους, το ΚΚΕ», ενώ οι υψωμένες γροθιές τους «σπάνε τα όρια του τόπου και του χρόνου», δείχνοντας τον δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα. Οπως υπογράμμισε, «η συντροφικότητά τους αχρηστεύει κάθε προσπάθεια του κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του να τους λυγίσει, να τους κάνει να κιοτέψουν».
Αναφέρθηκε ακόμα στην προσπάθεια φασιστοειδών να χτυπήσουν την εκδήλωση, με σκίσιμο αφισών τις προηγούμενες μέρες και επίθεση σε μέλος του ΚΚΕ την παραμονή της εκδήλωσης, επισημαίνοντας ότι η μαζική παρουσία του λαού της περιοχής έδωσε την καλύτερη απάντηση σε όσους θέλουν να σκεπάσουν την ιστορική αλήθεια.
Στην κεντρική ομιλία ο Φάνης Παρρής, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, στάθηκε στη Ζίτσα ως τόπο όπου η Ιστορία του ταξικού κινήματος φαίνεται συμπυκνωμένη: Από τους πρώτους κομμουνιστικούς πυρήνες, τους αγώνες των φτωχών αγροτών, τις διώξεις και την Αντίσταση, μέχρι την ένταξη στον ΔΣΕ, την πολιτική προσφυγιά και την επιστροφή.
Οπως τόνισε, Οργάνωση του ΚΚΕ υπήρχε στο χωριό ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930. Στη Ζίτσα υπήρχε και Ομιλος της Εργατικής Βοήθειας, ενώ το 1935 πραγματοποιήθηκε το Α' Αμπελουργικό Συνέδριο Ηπείρου. Τον Μάη του 1936, μετά από χαλάζι που κατέστρεψε τα αμπέλια, ο λαός της περιοχής απάντησε στην κοροϊδία των αρχών με μαχητικό συλλαλητήριο. Οπως καταγράφηκε τότε, τα μαύρα μαντίλια των γυναικών καρφωμένα σε ξύλα έγιναν μαύρες σημαίες της αγροτικής οργής.
Μέσα από αυτά τα τοπικά γεγονότα αναδείχθηκε και το γενικότερο συμπέρασμα της εκδήλωσης: Οτι οι 200 της Καισαριανής, οι πέντε Ζιτσιώτες και συνολικά οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης δείχνουν τον άνθρωπο που μπορούν να τον εξοντώσουν, αλλά όχι να τον υποτάξουν. Γι' αυτό και το παράδειγμά τους συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει, σε μια εποχή που οι δύο κόσμοι - ο κόσμος της δουλειάς και της δημιουργίας από τη μία, ο κόσμος της εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών πολέμων από την άλλη - συνεχίζουν να συγκρούονται.
Ο Βασίλης Σταμούλης γεννήθηκε το 1911 στη Ζίτσα και το 1928 πήγε στην Αθήνα, όπου έμαθε την τέχνη του τυπογράφου. Το 1933 έγινε μέλος του ΚΚΕ, πιάστηκε και εξορίστηκε για λίγο στη Φολέγανδρο. Το 1934 εργάστηκε ως τυπογράφος στον «Ριζοσπάστη». Τέλη 1936 ξαναπιάστηκε και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, ενώ το 1943 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Ο Νίκος Παπαδιαμάντης, φοιτητής Ιατρικής, υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ το 1936, εξορίστηκε στη Φολέγανδρο, μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο σανατόριο Πέτρας Ολύμπου, όπου διετέλεσε Γραμματέας της Κομματικής Ομάδας. Εκτελέστηκε στις 4 Μάρτη 1943 στο στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Ο Γιώργος Ροζάνης, γεννημένος το 1892 στη Ζίτσα, είχε μετακομίσει στην Πεντέλη, όπου άνοιξε μικρό μπακάλικο. Ο ίδιος οργανώθηκε στο ΕΑΜ, ενώ ο γιος του, Γιάννης Ροζάνης, οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ. Πατέρας και γιος στάθηκαν στην ίδια πλευρά, στον αγώνα του λαού ενάντια στον κατακτητή.
Ο Γιώργος Γκάλγκος, γεννημένος το 1924 στη Ζίτσα, μετακόμισε σε ηλικία 12 ετών στην Πεντέλη, κοντά στον θείο του, Γιώργο Ροζάνη, και οργανώθηκε επίσης στην ΕΠΟΝ. Ο Γιώργος και ο Γιάννης, νέοι της ΕΠΟΝ, πιάστηκαν μαζί με τον Γιώργο Ροζάνη στα μέσα Απρίλη 1944, στάλθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και από εκεί οδηγήθηκαν στην εκτέλεση της Πρωτομαγιάς του 1944.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με κατάθεση στεφάνων από την ΚΕ του ΚΚΕ, την ΤΕ Ιωαννίνων του ΚΚΕ, την Οργάνωση Περιοχής Ηπείρου - Κέρκυρας - Λευκάδας της ΚΝΕ, την ΚΟΒ Ζίτσας του ΚΚΕ και την ΠΕΑΕΑ - ΔΣΕ, καθώς και από τους συγγενείς των εκτελεσμένων. Ακολούθησε μουσικό - αφηγηματικό αφιέρωμα, που έφερε μέσα στην πλατεία τις φωνές του Χαϊδαρίου, της Καισαριανής και των μελλοθάνατων που βάδισαν με το κεφάλι ψηλά προς το εκτελεστικό απόσπασμα.
Υπάρχουν τόποι που δεν αφήνουν την Ιστορία να περάσει στη λήθη. Που την κρατούν χαραγμένη στις πέτρες, στα μνημεία, στις οικογένειες, στα χώματα που σκέπασαν αγωνιστές και γέννησαν νέους αγώνες. Τέτοιος τόπος είναι η Ζίτσα. Ενα χωριό όπου οι πρώτοι κομμουνιστικοί πυρήνες, η Αντίσταση, το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η ΕΠΟΝ, ο ΔΣΕ είναι ζωντανή μνήμη μέσα στον λαό. Και τέτοια στιγμή ήταν η εκδήλωση για τους πέντε εκτελεσμένους Ζιτσιώτες κομμουνιστές, όπου συγγενείς, παιδιά, νέοι και παλιοί αγωνιστές στάθηκαν μπροστά στους νεκρούς τους, δείχνοντας πως η κόκκινη γραμμή συνεχίζεται.
Αδιάψευστοι μάρτυρες, τα στιγμιότυπα που εκτυλίχθηκαν μπροστά στο μνημείο των πέντε κομμουνιστών ηρώων.
Η Γεωργία Βαλερά, κόρη μαχητή της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, στάθηκε μαυροντυμένη μπροστά στα μικρόφωνα. Στο χέρι, ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Το μαύρο των γυναικών της Ηπείρου για το πένθος που δεν ξεχνά. Κόκκινο για την τιμή που δεν σβήνει. Τραγούδησε «Βγήκαν αντάρτες στα βουνά, βγήκαν να πολεμήσουν για τη λευτεριά» και είπε: «Είμαστε εδώ και συνεχίζουμε».
Παιδιά στάθηκαν μπροστά στο γιγαντοπανό με τα Αετόπουλα της Ζίτσας, τα παιδιά της Κατοχής που με τα χωνιά καλούσαν σε προσκλητήριο αγώνα. Δίπλα τους το σύνθημα: «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ - ΟΠΛΑ - ΔΣΕ, αυτό είναι το ΚΚΕ». Λίγο μετά, τα παιδιά του «κόκκινου Αερόστατου» βρέθηκαν μπροστά στο μνημείο, άφησαν λουλούδια και ύψωσαν τις γροθιές τους. Μικρά χέρια μπροστά στα ονόματα ανθρώπων που εκτελέστηκαν γιατί ήταν κομμουνιστές. Από τα χωνιά της Αντίστασης στις παιδικές γροθιές τού σήμερα, η ίδια κόκκινη γραμμή. Η νέα γενιά μπαίνει μπροστά. Η φλόγα του αγώνα κρατιέται άσβεστη.
Στην εκδήλωση αμέτρητες ήταν οι στιγμές που ένας κόμπος στον λαιμό, ένα σφίξιμο στο στομάχι, τα βουρκωμένα μάτια αποτύπωναν το βάρος της κληρονομιάς. Ανθρώπων δραστήριων, λαϊκών, δεμένων με το Κόμμα και τον λαό, που τους εξόντωσαν οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους, αλλά δεν κατάφεραν να τους υποτάξουν. Αυτός ο κόσμος, που στάθηκε στην πλατεία της Ζίτσας, έδειξε πως οι εκτελεσμένοι δεν έγιναν παρελθόν. Εγιναν ρίζα.
Γι' αυτό ενοχλεί αυτή η μνήμη. Οχι γιατί υπάρχει μια πλάκα ή ένα μνημείο. Αλλά γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ποιοι ήταν οι νεκροί τους, γιατί εκτελέστηκαν, σε ποια πλευρά στάθηκαν. Από τη μια, η πατρίδα της δουλειάς, της Αντίστασης, της αξιοπρέπειας, των ανθρώπων που δεν λύγισαν. Από την άλλη, η πατρίδα της παραχάραξης, του αντικομμουνισμού, των τραμπούκων και όσων θέλουν την Ιστορία έξω από τον τόπο όπου γράφτηκε - η ίδια που σήμερα ζητά νέες θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους τους.
Και, τέλος, οι συγγενείς. Γονάτισαν μπροστά στο μνημείο για τους δικούς τους νεκρούς. Πράξη τιμής. Μνήμης. Υπόσχεσης συνέχειας. Γιατί στη Ζίτσα φάνηκε ξανά: «Ετούτος 'δώ ο λαός δεν γονατίζει παρά μόνο μπροστά στους νεκρούς του».