Τον σημαντικό ρόλο της Τουρκίας στο «σημερινό ταχέως μεταβαλλόμενο παγκόσμιο πλαίσιο» τόνισε από την Αγκυρα η αρμόδια για τη Μεσόγειο Ευρωπαία Επίτροπος, Ντουμπρόβκα Σούιτσα
2026 The Associated Press. All |
Μεταξύ άλλων προτερημάτων που αποδίδονται στην Τουρκία είναι η γοργά αναπτυσσόμενη βιομηχανία της (φωτ. από έκθεση εταιρειών παραγωγής όπλων) |
Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρυξέλλες μελετούν πιο αποφασιστικά τους όρους συνεργασίας και διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, μιας μεγάλης αγοράς και γοργά ανερχόμενης βιομηχανικής δύναμης - με ισχυρή και με διεθνείς πλέον διακρίσεις, πολεμική βιομηχανία.
Πριν από μερικές μέρες, βρέθηκε στην Αγκυρα για σειρά επίσημων επαφών η αρμόδια για τη Μεσόγειο Ευρωπαία Επίτροπος, Ντουμπρόβκα Σούιτσα, που χαρακτήρισε την Τουρκία «βασικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης» προσθέτοντας ότι «στο σημερινό ταχέως μεταβαλλόμενο παγκόσμιο πλαίσιο, μια ισχυρότερη εταιρική σχέση που βασίζεται στην εμπιστοσύνη είναι σαφώς επωφελής και για τις δύο πλευρές». Επιμένοντας στον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία στην ευρύτερη περιφέρεια τόνισε την ανάγκη «περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας για τη διασφάλιση της σταθερότητας σε αυτήν την ασταθή περιοχή», επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ο (σχετικά πρόσφατος) διορισμός της ως πρώτης Ευρωπαίας Επιτρόπου για τη Μεσόγειο αντικατοπτρίζει τη φιλοδοξία της ΕΕ να «εντείνει τις εταιρικές σχέσεις» και να υιοθετήσει μια πιο εστιασμένη προσέγγιση για τη Μεσόγειο και την περιοχή του Περσικού Κόλπου. «Μια ενισχυμένη μεσογειακή εταιρική σχέση αποτελεί στρατηγική επιταγή για την Ευρώπη, διότι μόνο από κοινού μπορούμε να οικοδομήσουμε την κοινή μας ασφάλεια, ανθεκτικότητα και ευημερία» ανέφερε ακόμα η Σούιτσα, που μετά την Αγκυρα συνέχισε τις επαφές της στο Αλγέρι κ.τ.λ.
Εκρινε δε σκόπιμο να διευκρινίσει ότι χρησιμοποιώντας τον όρο «συνδεσιμότητα» οι Βρυξέλλες δεν αναφέρονται μεμονωμένα σε έναν μόνο (π.χ. εμπορικό) διάδρομο αλλά σε ένα γενικότερο δίκτυο που χρειάζεται να οικοδομηθεί, ζητώντας εμβάθυνση της συνεργασίας με την Αγκυρα και σε άλλες ζώνες κρίσιμης σημασίας, όπως η Μαύρη Θάλασσα, με ζητούμενο - όπως είπε «μια ασφαλή, ανθεκτική και βιώσιμη συνδεσιμότητα».
Η Ευρωπαία Επίτροπος μίλησε για «τριγωνική συνεργασία» που χρειάζεται να προτάξουν Τουρκία - ΕΕ, εξηγώντας ότι προέχουν «πρωτοβουλίες» για «οικονομική ανάπτυξη», «συνδεσιμότητα» και «Ενέργεια».
Παραθέτοντας δε έργα στα οποία εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα η Τουρκία και αποκτούν αυξανόμενη σημασία για τις Βρυξέλλες, ξεχώρισε και τη σιδηροδρομική σύνδεση Κωνσταντινούπολης - Καπίκουλε (σ.σ. στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα, δυτικά της Αδριανούπολης) που βρίσκεται υπό κατασκευή και όταν ολοκληρωθεί θα συνδέει με τρένα υψηλής ταχύτητας μια συνολική απόσταση 229 χλμ. μειώνοντας τη διάρκεια που θα απαιτείται για τη μεταφορά εμπορευμάτων από 8 σε 3,5 ώρες και επιβατών από 3,5 σε 1,5 ώρα. Η δε συνολική χωρητικότητα της γραμμής θα τετραπλασιαστεί. Στην κατασκευή της συμμετέχουν σημαντικοί ευρωπαϊκοί όμιλοι όπως η γαλλική «Alstom».
Οταν τον Ιούνη του 2022 ξεκίναγαν τα έργα κατασκευής, σχολιάζοντας την οικονομική συμμετοχή της ΕΕ, τα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για «το επενδυτικό σχέδιο με τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση που έχει προσφέρει ποτέ η Ευρωπαϊκή Ενωση» σε έργο εκτός Ευρώπης.
Η δε αντιπροσωπεία της τουρκικής κυβέρνησης, διά στόματος του τότε υπουργού Μεταφορών, Αντίλ Καραϊσμαΐλογλου, σημείωνε ότι «σε όποια κατεύθυνση κι αν κινείται ο κόσμος, η στρατηγική αξία της Τουρκίας αυξάνεται. Βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι που συγκεντρώνει τους πόρους πρώτων υλών και τα οικονομικά κέντρα του κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι η διαμετακομιστική μεταφορά μεταξύ Ασίας και Ευρώπης πραγματοποιείται μέσω των δικτύων μεταφορών της χώρας μας με βιώσιμη, αδιάλειπτη και αυξανόμενη χωρητικότητα...».
Η τουρκική αστική τάξη αξιοποιεί φυσικά και τα νέα δεδομένα που αφήνει πίσω του ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, για να παζαρέψει νέες εμπορικές σχέσεις με μια σειρά εταίρους, που αντιλαμβάνονται πληρέστερα τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας της.
«Ενα νέο περιφερειακό περιβάλλον και νέες συνθήκες μας περιμένουν μετά τον πόλεμο. Νέες δυναμικές θα μπουν στο παιχνίδι. Ως χώρα που διατηρεί τη σταθερότητά της και το καθεστώς της ως ασφαλές καταφύγιο, πιστεύουμε ότι έχουμε πολύ σημαντικές ευκαιρίες και δυνατότητες», δήλωνε ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης, Σεβντέτ Γιλμάζ, στις 21 Απρίλη, υποδεχόμενος στην Αγκυρα μεγάλη αντιπροσωπεία Αμερικανών επιχειρηματιών που συμμετείχαν σε επενδυτική συνάντηση την οποία συνδιοργάνωσαν η τουρκική Ενωση Επιμελητηρίων και Χρηματιστηρίων Εμπορευμάτων (TOBB) και το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ.
Διέκρινε, μάλιστα, ότι αν και οι περιφερειακές συγκρούσεις μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις βραχυπρόθεσμα, φέρνουν μια σημαντική προοπτική και σημαντικές ευκαιρίες για την Τουρκία μεσοπρόθεσμα, συμπληρώνοντας: «Ετοιμαζόμαστε να αξιολογήσουμε αυτές τις νέες ευκαιρίες» και αναφέροντας ότι «τις επόμενες ημέρες» θα ανακοινωθούν «κάποιες νέες πρωτοβουλίες που θα εκπλήξουν...».
Παραθέτοντας δε ορισμένα στοιχεία για τις διμερείς οικονομικές σχέσεις, είπε ότι το 2025 το διμερές εμπόριο έφτασε τα 39 δισεκατομμύρια δολάρια και οι ΗΠΑ έγιναν μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές αγορές για την Τουρκία. Είπε ακόμα ότι το α' τρίμηνο του 2026 ο όγκος του διμερούς εμπορίου έφτασε τα 10.4 δισεκατομμύρια δολάρια, αναγνωρίζοντας πάντως ότι το εμπορικό ισοζύγιο έχει γείρει υπέρ των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και λόγω των αυξημένων εισαγωγών σε προϊόντα Ενέργειας και άμυνας που συνεχίζει να δέχεται η Τουρκία.
Από τη μεριά του, ο Πρόεδρος του TOBB, Ριφάτ Χισαρτσικλίογλου, μίλησε για αύξηση των διμερών επενδυτικών δεσμών που γεννά «ισχυρή δυναμική προς τον στόχο για αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 100 δισεκατομμύρια δολάρια», αναφέροντας ότι τάσεις που αναπτύσσονται στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, όπου οι «near-shoring» και «friend-shoring» (μεταφορά μονάδων παραγωγής σε χώρες που βρίσκονται εγγύτερα στις αγορές προορισμού αλλά και χώρες με τις οποίες οι διμερείς σχέσεις είναι πιο φιλικές) αυξάνουν τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας λόγω της γεωγραφίας, της βιομηχανικής ικανότητας και του εργατικού δυναμικού της.
Η Τουρκία διαθέτει πλεονεκτήματα για διάφορους Ευρωπαίους εξαγωγείς, όπως εξηγούν τουλάχιστον στελέχη γερμανικών μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων (logistics).
Μετά από δεκαετίες που υπήρχε η θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ, ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή έκανε τους Γερμανούς εξαγωγείς να «αξιολογούν επιλογές όπως οι μεταφορές μέσω Τουρκίας και Συρίας, καθώς οι διαταραχές από τον πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ, του Ισραήλ και του Ιράν συνεχίζουν να αυξάνουν το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης», παρατηρούσε πρόσφατο ρεπορτάζ της τουρκικής εφημερίδας «Σαμπάχ».
Το διευθυντικό στέλεχος του ομίλου Derda, Χανς Ούλτριχ Ντίκε, εξηγεί πως αρχικά οι εταιρείες logistics στράφηκαν στο λιμάνι της Φουτζέιρα, στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), αλλά πλέον η περιοχή έχει μεγάλη συμφόρηση - αυξάνοντας τις πιθανότητες καθυστερήσεων κ.τ.λ. Αλλη επιλογή όπως η Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας κρίθηκε ασύμφορη, επειδή το κόστος ήταν σχεδόν τετραπλάσιο.
Η περιοχή είναι σημαντική για τις γερμανικές εξαγωγές, καθώς ο Κόλπος θεωρείται «προορισμός υψηλής αξίας για τις επιχειρήσεις που εξάγουν μηχανήματα, αυτοκίνητα και διάφορα χημικά προϊόντα», ενώ «λειτουργεί ως βασικός κόμβος για την προσέγγιση πελατών από την ευρύτερη Μέση Ανατολή».
Το 2025 οι γερμανικές εξαγωγές προς τα έξι κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) - Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Κουβέιτ, Ομάν και Μπαχρέιν - έφτασαν περίπου τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ (29 δισεκατομμύρια δολάρια) το 2025.
Η ζημιά από τη νέα κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ «κινδυνεύει να ανέλθει σε δισεκατομμύρια ευρώ (...) ο πόλεμος έχει πλήξει τις γερμανικές εταιρείες, ιδιαίτερα εκείνες που εξάγουν αγαθά με ημερομηνία λήξης, όπως φάρμακα, τρόφιμα και ποτά. Εχει επίσης δυσκολέψει τον σχεδιασμό για τις επιχειρήσεις που παράγουν μηχανήματα ή παρόμοια προϊόντα (...) όσο περισσότερο διαρκεί ο αποκλεισμός (των Ορμούζ), τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται, επειδή οι εταιρείες επενδύουν και δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα στο τέλος. Και αυτό, φυσικά, είναι ένα τεράστιο πρόβλημα», επισήμανε ο Ντίκε.
Ο δε διευθυντής επιχειρηματικής ανάπτυξης της γερμανικής εταιρείας logistics Roland, Οκμπα Σεκχ Αχμάντ, είπε ότι αυξάνονται διαρκώς οι εξαγωγικές εταιρείες από τη Γερμανία, που αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές προς τις αραβικές χώρες, θεωρώντας την τοποθεσία της Συρίας «πολύ στρατηγική», που δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει χωρίς την Τουρκία.
Οπως εξηγεί, τέτοιες εταιρείες στρέφονται σε λύσεις χερσαίων διαδρομών, μέσω Τουρκίας - Συρίας και μετά Ιορδανίας, Σαουδικής Αραβίας κ.τ.λ. Εναλλακτικά ορισμένοι συνδυάζουν θαλάσσια και χερσαία τμήματα για να διασφαλίσουν κόστος και χρόνο που δεν τους δημιουργεί πρόβλημα, π.χ. από ευρωπαϊκά λιμάνια εμπορεύματα φτάνουν όλο και πιο συχνά στο τουρκικό λιμάνι της Μερσίνας και μετά συνεχίζουν οδικώς το «ταξίδι» τους μέσω Συρίας.
Οπως ανέφερε, μια χερσαία μεταφορά από Γερμανία μέχρι Σαουδική Αραβία διαρκεί τουλάχιστον τρεις εβδομάδες, ενώ ο συνδυασμός θαλάσσιας και χερσαίας διαδρομής μπορεί να αυξήσει τη διάρκεια του ταξιδιού στις 35 ημέρες. «Μπορεί να παίρνει περισσότερο χρόνο και να είναι πιο ακριβό αυτή τη στιγμή, αλλά λειτουργεί. Είναι η (μόνη) δυνατή λύση αυτή τη στιγμή», κατέληξε.