Το ευρωπαϊκό σχέδιο για μια «Συμμαχία των Προθύμων» χωρίς τις ΗΠΑ στα Στενά του Ορμούζ αποκαλύπτει η WSJ
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες που επικαλείται η «Wall Street Journal», η Ευρώπη επιταχύνει τη διαμόρφωση ενός «εναλλακτικού σχεδίου άμυνας εντός του ΝΑΤΟ», το οποίο αποκαλείται ανεπίσημα «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ», μπροστά στο ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αποσυρθούν ή να περιορίσουν δραστικά τη στήριξή τους.
Το σχέδιο άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από πέρυσι, ωστόσο αποκτά πλέον επείγοντα χαρακτήρα, καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για τη «δέσμευση» των ΗΠΑ στην «ευρωπαϊκή ασφάλεια», δηλαδή τα αντικρουόμενα συμφέροντα συμβιβάζονται όλο και πιο δύσκολα.
Καθοριστική για την επιτάχυνση του σχεδίου είναι η μεταστροφή της Γερμανίας. Για χρόνια το Βερολίνο απέρριπτε τις γαλλικές προτάσεις για «στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης», επιμένοντας στη διατήρηση των ΗΠΑ ως βασικού «εγγυητή ασφάλειας». Πλέον η γερμανική ηγεσία φαίνεται να θεωρεί ότι η αξιοπιστία των ΗΠΑ δεν είναι πια δεδομένη, ιδιαίτερα υπό μια προεδρία Τραμπ.
Ετσι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το σχέδιο προβλέπει ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας σε καίριες θέσεις: Μεγαλύτερη συμμετοχή Ευρωπαίων στη στρατιωτική διοίκηση. Ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Ανάπτυξη δυνατοτήτων σε τομείς όπου υπάρχει υστέρηση, όπως η επιτήρηση, οι δορυφόροι και ο ανεφοδιασμός εν πτήσει.
Πάντως το ΝΑΤΟ είναι δομημένο γύρω από την αμερικανική ισχύ, με τις ΗΠΑ να κατέχουν κρίσιμους ρόλους σε πληροφορίες, logistics και διοίκηση. Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής «ομπρέλας». Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για ενδεχόμενη επέκταση της γαλλικής πυρηνικής προστασίας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξέλιξη με τεράστιες γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Παράλληλα, εξετάζεται η δημιουργία ενός «συνασπισμού προθύμων» εντός του ΝΑΤΟ, που θα μπορεί να αναλαμβάνει επιχειρησιακές αποστολές χωρίς άμεση αμερικανική εμπλοκή.
Σε ένα τέτοιο φόντο, τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ απέρριψαν το σχέδιο των ΗΠΑ για «άνοιγμα» και αμερικανικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και προωθούν δικό τους, το οποίο μάλιστα αποκλείει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως «εμπόλεμα μέρη».
Αύριο, Παρασκευή, ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμ. Μακρόν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ θα συγκαλέσουν διαδικτυακή σύσκεψη με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών. Οι ΗΠΑ δεν θα συμμετάσχουν, σύμφωνα με Γάλλους και Βρετανούς αξιωματούχους, ενώ έχουν προσκληθεί η Κίνα και η Ινδία, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί η συμμετοχή τους. Γάλλοι διπλωμάτες φέρονται να υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε εμπλοκή των ΗΠΑ θα την καθιστούσε λιγότερο αποδεκτή από την Τεχεράνη, ενώ Βρετανοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι η μη συμμετοχή των Αμερικανών θα οξύνει την ένταση μέσα στον ευρωατλαντικό άξονα.
Ρεπορτάζ της WSJ αναφέρει ορισμένες πλευρές του «μεταπολεμικού σχεδίου των ευρωπαϊκών χωρών», με σκοπό να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών ώστε να χρησιμοποιούν και πάλι το Στενό του Ορμούζ.
Σύμφωνα με το υπό διαμόρφωση πλάνο, μια ευρεία «διεθνής συμμαχία» θα αναλάβει δράση μετά τον πόλεμο, με αποστολές εκκαθάρισης ναρκών, στρατιωτική συνοδεία πλοίων με φρεγάτες και αντιτορπιλικά, δημιουργία των απαραίτητων υλικοτεχνικών υποδομών για την αποχώρηση των εκατοντάδων πλοίων που έχουν εγκλωβιστεί στην περιοχή. Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναφέρουν ότι τα ευρωπαϊκά πλοία δεν θα τελούν υπό αμερικανική διοίκηση.
Οπως σημείωσε ο επικεφαλής Ευρώπης της Eurasia Group, Μουτζτάμπα Ραχμάν, θα χρειαστεί σύστημα συνοδείας ή κομβόι για την προστασία των πλοίων, καθώς ασφαλιστικές εταιρείες και ναυτιλιακές θα απαιτήσουν εγγυήσεις ασφαλείας.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο αναμένεται να περιλαμβάνει και τη Γερμανία, η οποία έως τώρα εμφανιζόταν επιφυλακτική στο ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής. Η συμμετοχή της Γερμανίας θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την αποστολή, καθώς διαθέτει μεγαλύτερη δημοσιονομική ισχύ σε σχέση με τη Βρετανία και τη Γαλλία και κρίσιμα στρατιωτικά μέσα για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, αναφέρει η WSJ.
Για να συμμετάσχει, η Γερμανία θα πρέπει να εξασφαλίσει έγκριση από το Κοινοβούλιο και διεθνή εντολή - πιθανώς μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ή με επέκταση της εντολής της επιχείρησης «Aspides» που δρα στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ο ΥΠΕΞ της Γαλλίας, Ζ. Ν. Μπαρό, τόνισε ότι η αποστολή θα αναπτυχθεί μόνο αφού αποκατασταθεί η ηρεμία και σταματήσουν οι εχθροπραξίες, προσθέτοντας ότι θα υπάρξει συντονισμός με τις χώρες της περιοχής, όπως το Ιράν και το Ομάν - στοιχείο που υποδηλώνει ότι απαιτείται και η έγκριση της Τεχεράνης.
Η Ουάσιγκτον εντείνει την πίεση στο Λονδίνο, με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντ. Τραμπ να απειλεί να ακυρώσει την περσινή εμπορική συμφωνία, η οποία είχε ως στόχο να περιορίσει τον αντίκτυπο των αμερικανικών δασμών, επικρίνοντας τη Βρετανία για έλλειψη υποστήριξης από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
«Τους δώσαμε μια καλή εμπορική συμφωνία, καλύτερη από ό,τι ήμουν υποχρεωμένος, και αυτό μπορεί πάντα να αλλάξει», προειδοποίησε ο Τραμπ.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δήλωσε μιλώντας στο Κοινοβούλιο ότι δεν θα «υποκύψει» στις αμερικανικές πιέσεις: «Δεν θα αφήσουμε να μας παρασύρουν σε αυτόν τον πόλεμο. Δεν είναι δικός μας πόλεμος και μου ασκήθηκαν έντονες πιέσεις για να ακολουθήσω μια άλλη πορεία».
Επαφές με την Κίνα σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν άφησε να εννοηθεί ότι είχε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ, λέγοντας ότι αντάλλαξε επιστολές με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, καλώντας τον να μην παρέχει το Πεκίνο όπλα στην Τεχεράνη.
«Απάντησε σε μια επιστολή που έγραψα, επειδή είχα ακούσει ότι η Κίνα δίνει όπλα - δηλαδή, το βλέπετε παντού - στο Ιράν», είπε ο Τραμπ στη διάρκεια συνέντευξής του στο «Fox Business».
Ο Τραμπ έχει απειλήσει με δασμούς 50% σε προϊόντα από χώρες που εξοπλίζουν την Τεχεράνη, κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει τις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ - Κίνας αν προχωρήσει.
Η ανταλλαγή των επιστολών λέγεται ότι έγινε ενόψει ταξιδιού του Τραμπ στο Πεκίνο στις 14 - 15 Μάη, για μια υψηλού επιπέδου σύνοδο με τον Σι. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πέρυσι να παρατείνουν την «εκεχειρία» στους δασμούς, να χαλαρώσουν τους περιορισμούς στις εξαγωγές και να μειώσουν άλλα εμπόδια, μετά από μια εμπορική διαμάχη που είχε αναστατώσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ωστόσο εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εκκρεμή ζητήματα, όπως το εμπόριο, η Ταϊβάν και η Νότια Κινεζική Θάλασσα.
Στη συνέχεια ο Τραμπ με νέα ανάρτησή του ισχυρίστηκε ότι η Κίνα συμφώνησε να μη στείλει όπλα στο Ιράν. Συγκεκριμένα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έγραψε:
«Η Κίνα είναι πολύ χαρούμενη που ανοίγω μόνιμα τα Στενά του Ορμούζ. Το κάνω και γι' αυτούς και για τον κόσμο. Αυτή η κατάσταση δεν θα θα ξανασυμβεί ποτέ. Συμφώνησαν να μη στείλουν όπλα στο Ιράν. Ο Πρόεδρος Σι θα μου δώσει μια μεγάλη, δυνατή αγκαλιά όταν πάω εκεί σε λίγες βδομάδες. Συνεργαζόμαστε έξυπνα και πολύ καλά! Δεν είναι καλύτερο αυτό από το να πλακωνόμαστε; Αλλά, να θυμάστε, είμαστε πολύ καλοί και να πολεμάμε, αν χρειαστεί - πολύ καλύτεροι από οποιονδήποτε άλλον!».
Οι δυσκολίες ροής των ενεργειακών πόρων στα Στενά του Ορμούζ και στις χώρες του Κόλπου αποτελούν οικονομική απειλή για την Κίνα, η οποία είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και σημαντικός εμπορικός εταίρος. Νέα στοιχεία την Τρίτη έδειξαν ότι η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών επιβραδύνθηκε απότομα τον Μάρτη.
Στο μεταξύ το Ιράν φέρεται να χρησιμοποίησε κρυφά έναν κινεζικό κατασκοπευτικό δορυφόρο στοχεύοντας αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του πολέμου, σύμφωνα με τους «Financial Times».
Ο δορυφόρος TEE-01B, που κατασκευάστηκε και εκτοξεύτηκε από την κινεζική εταιρεία «Earth Eye Co.», αποκτήθηκε από τη Διοίκηση Αεροδιαστημικών Δυνάμεων των «Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης» στα τέλη του 2024, μετά την εκτόξευσή του από την Κίνα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, που επικαλείται ιρανικά στρατιωτικά έγγραφα τα οποία διέρρευσαν.
Οι Ιρανοί στρατιωτικοί διοικητές φέρονται να κατηύθυναν τον δορυφόρο ώστε να παρακολουθεί βασικές αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αναφέρει η εφημερίδα, επικαλούμενη λίστες συντεταγμένων με χρονική σήμανση, δορυφορικές εικόνες και αναλύσεις τροχιάς. Οι εικόνες ελήφθησαν τον Μάρτη, πριν και μετά από επιθέσεις με drones και πυραύλους στις συγκεκριμένες τοποθεσίες, σύμφωνα με τους FT.
Ο δορυφόρος κατέγραψε εικόνες της αεροπορικής βάσης Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία στις 13, 14 και 15 Μάρτη, σύμφωνα με τους FT. Στις 14 Μάρτη ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι αμερικανικά αεροσκάφη στη βάση είχαν πληγεί.