Στον πόλεμο αυτό εξάλλου ΗΠΑ - ΕΕ - Ρωσίας αναζητά πρωταγωνιστικούς ρόλους για τα κέρδη του κεφαλαίου η κυβέρνηση, η οποία κατά τα άλλα καμώνεται και την «ανήξερη» για τις συνέπειες του, ενώ οι όποιοι σχεδιασμοί της που αφορούν τα ενεργειακά («Chevron», Κάθετος Διάδρομος κ.λπ.) είναι μέρος της επικίνδυνης εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, και εκθέτουν τον λαό σε μεγάλους κινδύνους, όπως δείχνουν και ορισμένα από τα στοιχεία των εξελίξεων που καταγράφουμε παρακάτω.
Ενεργειακές εταιρείες όπως η «Wood Mackenzie» και η «Kpler» προειδοποιούν ότι οι αγορές μπορούν να αντέξουν τη σφοδρή αστάθεια μόνο για τρεις με τέσσερις εβδομάδες χωρίς να ανοίξει πάλι το Στενό, ενώ οι συνέπειες εξαπλώνονται με ταχύτητα στις αγορές Ενέργειας, εμπορευμάτων και τροφίμων, με τον λαό να πληρώνει πάντα πρώτος.
Από το Στενό του Ορμούζ περνούσε κανονικά το 20% του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που παραδίδεται διά θαλάσσης σε διεθνείς αγοραστές. Με το de facto κλείσιμό του, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν παρακάμψει μέρος των εξαγωγών τους μέσω εναλλακτικών αγωγών, αλλά οι ποσότητες αυτές παραμένουν πολύ χαμηλότερες από αυτές που διέρρεαν μέσω του Στενού. Οι 32 χώρες του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας ανακοίνωσαν συντονισμένη αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα, που αποτελεί μέχρι στιγμής τη μεγαλύτερη στην ιστορία, ωστόσο χτες το Brent βρισκόταν στα 100 δολάρια, περί το 30% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο το Κατάρ, με 77 εκατομμύρια τόνους ετήσιας παραγωγής LNG, ήταν μέχρι πρότινος ένας από τους κύριους προμηθευτές της Ευρώπης. Η ΕΕ είχε συνάψει συμβόλαια για 21 bcm LNG ετησίως, αλλά μετά τη διακοπή παραγωγής η Ντόχα κήρυξε ανωτέρα βία, δίνοντας εγγυήσεις για παραδόσεις μόνο έως τον Μάρτιο. Σύμφωνα με τον ACER, τον Οργανισμό της ΕΕ για τη συνεργασία ρυθμιστικών αρχών ενέργειας, αυτό μεταφράζεται σε κενό περίπου 16 bcm φυσικού αερίου για το υπόλοιπο του 2026.
Η Ευρώπη είχε εισάγει πέρσι τον αριθμό ρεκόρ των 170,4 bcm LNG. Το Κατάρ αντιπροσώπευε το 9% αυτών των εισαγωγών. Δεν πρόκειται για μικρό ποσό, την ίδια ώρα που οι αποθήκες της ΕΕ βρίσκονται κάτω από το 30% της χωρητικότητας, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2022. Ο ACER εκτιμά ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί περί τα 40 bcm LNG φέτος και 54 bcm το 2027, στο πλαίσιο της στρατηγικής πλήρους κατάργησης του ρωσικού αερίου που επιδιώκει η ΕΕ. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις ανάγκες και τα εξασφαλισμένα συμβόλαια παραμένει τεράστια, επιβεβαιώνοντας ότι η «ενεργειακή ασφάλεια» δεν ήταν ποτέ τίποτα άλλο από τη διασφάλιση των κερδών των ενεργειακών μονοπωλίων.
Η αγορά spot, ήδη υπό πίεση λόγω των εκτροπών φορτίων προς την Ασία από τις πρώτες μέρες του πολέμου, αναλαμβάνει τώρα ολοένα μεγαλύτερο ρόλο. Τα φορτία LNG καταλήγουν σε όποιον πληρώσει περισσότερο. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό από την αποκαλούμενη «ενεργειακή κρίση» του 2022, επαναλαμβάνεται με αυξημένη ένταση, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί στην ΕΕ μέσα σε λίγες ημέρες.
Χτες, η ΔΕΠΑ Εμπορίας εισήγαγε στη Ρεβυθούσα φορτίο LNG από το τερματικό Sabine Pass των ΗΠΑ. Μέρος του φορτίου θα παραδοθεί στην Atlantic SEE LNG Trade για μεταφορά προς Ουκρανία μέσω του «Κάθετου Διαδρόμου» και το υπόλοιπο θα καλύψει ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Ο αρμόδιος διευθυντής της ΔΕΠΑ χρησιμοποίησε τη συνηθισμένη ρητορική, κάνοντας λόγο για «ενεργειακή ασφάλεια» και «διαφοροποίηση πηγών», αποκρύπτοντας έτσι ότι η μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο διακίνησης αμερικανικού LNG σημαίνει κέρδη για τα μονοπώλια της Ενέργειας, αλλά κόστη και κινδύνους που φορτώνονται στον λαό.
Σύμφωνα με τη διοίκηση του ΔΕΣΦΑ, τα φορτία που φτάνουν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα είχαν τιμολογηθεί πριν από τον πόλεμο, επομένως δεν επηρεάζονται άμεσα από τις τρέχουσες τιμές. Η ίδια εικόνα ισχύει για τα φορτία που φόρτωσε η βουλγαρική Bulgargaz στην Αλεξανδρούπολη στις αρχές Μαρτίου. Ωστόσο, η συνέχιση του πολέμου εγκυμονεί εκτεταμένες επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά, που είναι ήδη φανερές αλλά και θα αποτυπωθούν σε σημαντικά υψηλότερες τιμές το επόμενο διάστημα.
Εξάλλου μέσα σε αυτή την αναταραχή, ο πολυδιαφημισμένος Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, έρχεται αντιμέτωπος με νέες δυσκολίες. Η σύρραξη στη Μέση Ανατολή οξύνει τη ρευστότητα της spot αγοράς, γεγονός που αποθαρρύνει τους εμπόρους από τη σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων, ακριβώς αυτών που ο Διάδρομος χρειάζεται για να λειτουργήσει «βιώσιμα». Τα φορτία LNG καταλήγουν σε όποιον πληρώσει παραπάνω, όχι σε όποιον έχει δεσμεύσει δυναμικότητα μεταφοράς σε έναν σχετικά ακριβό διάδρομο πέντε χωρών.
Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσιεύματα, πηγές με γνώση των συζητήσεων που διεξήχθησαν στην πρόσφατη υπουργική σύνοδο της Ουάσιγκτον, οι ΗΠΑ εξετάζουν και εναλλακτικές οδεύσεις για την προώθηση αμερικανικού LNG προς Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Μία από αυτές είναι ο αγωγός TurkStream, που βρίσκεται ήδη σε λειτουργία, διαθέτει χωρητικότητα περί τα 18-20 bcm, δεν αντιμετωπίζει τα ρυθμιστικά εμπόδια του «Κάθετου Διαδρόμου» και δεν απαιτεί τη σύμπνοια πέντε διαφορετικών εθνικών διαχειριστών. Η Τουρκία, που διαθέτει ήδη πέντε πλωτά και χερσαία τερματικά LNG με τετραπλάσια ικανότητα επαναεριοποίησης σε σχέση με την Ελλάδα, επιδιώκει να εδραιωθεί ως κεντρικός ενεργειακός κόμβος.
Την ίδια ώρα, εν μέσω αυτής της ενεργειακής θύελλας, η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι ο λιγνίτης παραμένει εκτός κάδρου, ακόμα και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Αρμόδιες πηγές του υπουργείου Ενέργειας επιβεβαίωσαν ότι δεν περιλαμβάνεται στο κυβερνητικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, με τις «εναλλακτικές» να αφορούν ΑΠΕ και διαφοροποίηση πηγών φυσικού αερίου. Η πλειοψηφία των λιγνιτικών μονάδων έχει τεθεί εκτός λειτουργίας και η επαναφορά τους συνιστά τεχνικό «ερωτηματικό». Μέσα στο 2026 προγραμματίζεται το κλείσιμο της Πτολεμαΐδας V (660 MW) και του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου (1,6 GW).
Η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα της χώρας κυμαίνεται στο 4%-6% τους τελευταίους μήνες. Η κυβέρνηση επικαλείται οικονομικά επιχειρήματα προκειμένου να πείσει ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι ασύμφορες. Ωστόσο, τονίζεται πως οι λιγνιτικές μονάδες είχαν αποτελέσει σημαντικές εφεδρείες τόσο το 2022 όσο και το καλοκαίρι του 2024, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις μιας πολιτικής που υποτάσσει την ενεργειακή αυτάρκεια στις ευρωατλαντικές δεσμεύσεις και τα κέρδη των εταιρειών φυσικού αερίου.
Εδώ και τώρα πλαφόν στις τιμές και κατάργηση έμμεσων φόρων
Σχολιάζοντας τα μέτρα της κυβέρνησης με την επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε καύσιμα και τρόφιμα, η Ομοσπονδία Βιοτεχνικών Σωματείων Αττικής αναδεικνύει ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι παρέμβαση για την ακρίβεια, αφού «η κυβέρνηση δεν αγγίζει τις τιμές, δεν μειώνει τους έμμεσους φόρους που επιβαρύνουν καύσιμα και Ενέργεια και αφήνει ανέγγιχτα τα υπερκέρδη των μεγάλων ομίλων».
Οσο για τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης περί «εισαγόμενης κρίσης», η ΟΒΣΑ σημειώνει ότι «η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Η κυβέρνηση κοροϊδεύει κατάμουτρα τον λαό και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Ενώ συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της πολιτικής που εκτινάσσει τις τιμές, επιχειρεί να μεταθέσει τις ευθύνες στον "πληθωρισμό". Ταυτόχρονα, τα διυλιστήρια αυξάνουν τα κέρδη τους και τα κρατικά ταμεία γεμίζουν από την εκτίναξη των έμμεσων φόρων, που τους πληρώνουν εργαζόμενοι, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις.
Την ίδια ώρα η χώρα εμπλέκεται όλο και βαθύτερα στους πολεμικούς σχεδιασμούς και στις συγκρούσεις που εξελίσσονται στην περιοχή. Η κυβέρνηση συμμετέχει ενεργά στους σχεδιασμούς των ΝΑΤΟικών επιχειρήσεων, διαθέτοντας βάσεις, υποδομές και στρατιωτικά μέσα, φορτώνοντας ταυτόχρονα στον λαό το κόστος των πολεμικών δαπανών και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Η ακρίβεια, η φοροληστεία και η εμπλοκή της χώρας σε επικίνδυνες πολεμικές περιπέτειες είναι πλευρές της ίδιας πολιτικής που υπηρετεί τα συμφέροντα των μεγάλων ομίλων και όχι τις ανάγκες της κοινωνίας».
«Η κοροϊδία δεν θα περάσει», ξεκαθαρίζει η ΟΒΣΑ, και καλεί τα σωματεία και τους επαγγελματικούς φορείς «να πάρουν θέση και να στηρίξουν τις διεκδικήσεις για πραγματικά μέτρα ανακούφισης απέναντι στην ακρίβεια και στην πολιτική που φορτώνει τα βάρη στον λαό».
Συγκεκριμένα, απαιτεί πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και των βασικών αγαθών και κατάργηση των έμμεσων φόρων (ΕΦΚ, ΦΠΑ), που εκτοξεύουν το κόστος για τον λαό και τους μικρούς επαγγελματίες.
Ακόμα, να σταματήσει η εμπλοκή στους πολεμικούς σχεδιασμούς και να σταματήσει να πληρώνει ο λαός το κόστος των ανταγωνισμών και των συγκρούσεων.