Τα «αδιέξοδα» και οι αντιθέσεις στον «Συνασπισμό των Προθύμων», αλλά και οι κίνδυνοι ακόμα μεγαλύτερης ανάφλεξης αποτυπώνονται σε νέες «διαρροές» |
Αποκαλύπτεται πως οι κίνδυνοι ακόμα μεγαλύτερης ανάφλεξης μελετώνται λεπτομερώς από τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία και πως η σύγκρουση έχει μπει σε ένα σπιράλ κλιμάκωσης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας «Telegraph», τα σχέδια των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ για ανάπτυξη στρατευμάτων στην Ουκρανία θα απαιτήσουν «αναγκαστικά» την έγκριση του Ρώσου Προέδρου, Βλ. Πούτιν, όπως παραδέχτηκαν οι «σύμμαχοι».
Ενας αυξανόμενος αριθμός μελών του λεγόμενου «Συνασπισμού των Προθύμων» - υπό την ηγεσία Γαλλίας και Βρετανίας - φέρεται να έχει παραδεχτεί στις κατ' ιδίαν συζητήσεις, ότι η συνεισφορά τους στην αποστολή στρατευμάτων εξαρτιέται από την άδεια της Μόσχας, η οποία μέχρι στιγμής απορρίπτει ρητά οποιοδήποτε τέτοιο ενδεχόμενο και τη συμπερίληψη ενός τέτοιου σχεδίου στους όρους για μια συμφωνία «ειρήνης».
«Οι διπλωματικοί και αμυντικοί παράγοντες προειδοποίησαν ότι αυτό σήμαινε ότι το αγγλογαλλικό σχέδιο για την τήρηση οποιασδήποτε εκεχειρίας θα μπορούσε να ανατραπεί» από την άρνηση της Ρωσίας.
Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ έχουν δηλώσει ότι στο πλαίσιο των «εγγυήσεων ασφαλείας», θα ήταν «πρόθυμοι» να στείλουν μια «δύναμη αποτροπής» στην Ουκρανία καθώς και να βοηθήσουν στην επιτήρηση της στεριάς, των ουρανών και των θαλασσών της Ουκρανίας, με πληροφορίες και υλικοτεχνική υποστήριξη από τις ΗΠΑ.
Αυτές οι «εσωτερικές εντάσεις», που αποκαλύφθηκαν στην 4η επέτειο της ρωσικής εισβολής - αναφέρει η «Telegraph» - «θα αποτελέσουν πλήγμα στις προσπάθειες της Ουκρανίας να κλείσει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου».
Την Τρίτη, στην επέτειο της έναρξης του πολέμου, ο Ουκρανός Πρόεδρος, Β. Ζελένσκι, υποδέχτηκε 12 Ευρωπαίους ηγέτες στο Κίεβο και επίσης συμμετείχε σε μια τηλεδιάσκεψη του «Συνασπισμού των Προθύμων», για να συζητήσουν τις συνεχιζόμενες «ειρηνευτικές» διαπραγματεύσεις.
Τουλάχιστον 26 χώρες από τον «Συνασπισμό των Προθύμων», ο οποίος περιλαμβάνει μια σειρά από κράτη - μέλη της ΕΕ, την Τουρκία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία, έχουν δηλώσει ότι θα «συμβάλλουν» στην αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία, είτε με στρατιώτες, είτε με εξοπλισμό ή μέσα επιτήρησης.
Ωστόσο, σύμφωνα με «ανώτερη διπλωματική πηγή» που επικαλείται η εφημερίδα, οι κυβερνήσεις δήλωναν ταυτόχρονα ότι θα «έστελναν τα στρατεύματά τους μόνο εάν υπήρχε η ρωσική συναίνεση». Ο φόβος είναι ότι χωρίς τη συναίνεση αυτή, οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δύναμη θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμος στρατιωτικός στόχος.
«Εάν η Ρωσία πει ότι δεν συμφωνούμε με αυτό και θεωρήσουμε αυτά τα στρατεύματα στόχο, τότε πρέπει να στείλετε ένα διαφορετικό είδος δύναμης», δήλωσε η πηγή. Δηλαδή «το αν η Ρωσία συμφωνεί ή όχι με αυτό, έχει τεράστια επίδραση».
Μια δεύτερη διπλωματική πηγή υποστήριξε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, απαιτώντας μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ουσιαστικά έδωσαν στον Πούτιν τη δυνατότητα «βέτο» στα σχέδια του «Συνασπισμού».
Ταυτόχρονα, όμως, προκύπτει το «πρόβλημα» ότι για να υπάρξει μια συμφωνία «τερματισμού» του πολέμου οι «εγγυήσεις ασφαλείας» που ουσιαστικά σχετίζονται με τον γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη, τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, θεωρούνται απαραίτητες από τη σημερινή ηγεσία του Κιέβου, τους Ευρωπαίους του ΝΑΤΟ και σε έναν βαθμό και από τις ΗΠΑ, ανάλογα και με τα ιδιαίτερα συμφέροντα κάθε πλευράς.
Το αρχικό «ειρηνευτικό» σχέδιο 28 σημείων που συνέταξαν Ρώσοι και Αμερικανοί αξιωματούχοι έθετε σοβαρά εμπόδια, ως και απέκλειε, την πιθανότητα ανάπτυξης «δυτικών» στρατευμάτων.
Αυτή η ρήτρα αφαιρέθηκε από το τελευταίο σχέδιο 20 σημείων που αναθεωρήθηκε μετά από συνομιλίες των ΗΠΑ με Ουκρανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Μια ευρωπαϊκή πηγή στον τομέα της Αμυνας χαρακτήρισε την πιθανή ανάπτυξη «δυτικών» δυνάμεων ως «μάλλον υποθετική» λόγω της σταθερής αντίθεσης της Μόσχας.
Μάλιστα, κατά τη διάρκεια των τριών γύρων συνομιλιών ΗΠΑ - Ρωσίας - Ουκρανίας, δεν υπήρξε πρόοδος στο αδιέξοδο.
Συγκεκριμένα, η Μόσχα επέμεινε σταθερά στο αίτημα να αποσυρθούν τα ουκρανικά στρατεύματα από το Ντονμπάς και στην άρνηση για τις «εγγυήσεις ασφαλείας».
Οποιαδήποτε ανάπτυξη βρετανικών στρατευμάτων στην Ουκρανία θα παρατείνει τον πόλεμο, δεν θα τον τερματίσει, τόνισε ξανά χθες η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μ. Ζαχάροβα.
Ο Βρετανός υπουργός Αμυνας, Τζον Χίλι, έγραψε σε άρθρο του σε εφημερίδα του Σαββατοκύριακου: «Θέλω να είμαι ο υπουργός Αμυνας που θα αναπτύξει βρετανικά στρατεύματα στην Ουκρανία - επειδή αυτό θα σημαίνει ότι αυτός ο πόλεμος έχει τελειώσει επιτέλους».
Η Ζαχάροβα, σχολιάζοντας τα παραπάνω, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Αντίθετα με την εσφαλμένη αντίληψη του Χίλι, η ανάπτυξη βρετανικών στρατευμάτων στην Ουκρανία, δεν θα σημάνει το τέλος του πολέμου, αλλά μάλλον την παράταση της σύγκρουσης και την αύξηση του κινδύνου μιας ευρείας κλίμακας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την εμπλοκή πολλών κρατών».
Επανέλαβε δε την προειδοποίηση της Ρωσίας, ότι θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ξένα στρατεύματα στην Ουκρανία ως νόμιμους στόχους.
Τις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες στην προετοιμασία της ΕΕ για πόλεμο με τη Ρωσία αποκάλυψε ο Πολωνός ΥΠΕΞ, Ρ. Σικόρσκι.
Οπως είπε, μιλώντας χθες στο Κοινοβούλιο, «η υπεράσπιση των χωρών της ανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πιθανής ρωσικής επιθετικότητας θα κόστιζε τουλάχιστον 1,2 τρισ. ευρώ - είκοσι τέσσερις φορές περισσότερο από τον αμυντικό προϋπολογισμό της Πολωνίας».
Συνέκρινε αυτό το ποσό με τα λίγο κάτω από 200 δισ. ευρώ που η ΕΕ και τα κράτη - μέλη της έχουν καταβάλει στην Ουκρανία από το 2022.
«Μια ελεύθερη Ουκρανία, ως μέρος της Δύσης, είναι η ευκαιρία μας να καταστήσουμε τον ρωσικό ιμπεριαλισμό ανίσχυρο», είπε. «Παρά τα όσα ισχυρίζεται η προπαγάνδα της, η Ρωσία δεν κερδίζει σε καμία περίπτωση. Μην το πιστέψετε. Η Ρωσία δεν είναι, και ποτέ δεν ήταν, αήττητη», επέμεινε, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά κλιμάκωση αργά ή γρήγορα.
Πρόωρες εκλογές θα διεξαγάγει στις 24 Μάρτη η Δανία, όπως ανακοίνωσε η πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν, περίπου μισό χρόνο νωρίτερα από τα τέλη Οκτώβρη όπως είχαν προγραμματιστεί.
Η απόφαση για την επιτάχυνση της ημερομηνίας των εκλογών πιθανότατα βασίζεται στην αύξηση της υποστήριξης στους κυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες της Φρεντέρικσεν, ως αποτέλεσμα των επιθετικών απειλών του Προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας.
Στην ομιλία της στο κοινοβούλιο η Φρεντέρικσεν αναφέρθηκε άμεσα στις συνεχιζόμενες εντάσεις της Κοπεγχάγης με την Ουάσιγκτον, και είπε ότι η - πλέον - υπηρεσιακή κυβέρνησή της θα παραμείνει σε εγρήγορση ενόψει των εκλογών του Μάρτη, καθώς «όπως όλοι γνωρίζουν η σύγκρουση για τη Γροιλανδία δεν έχει τελειώσει ακόμα. Η κυβέρνηση φυσικά θα συνεχίσει να φροντίζει για τα συμφέροντα της Δανίας».
Οι κυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες υπέστησαν μεγάλη ήττα στις δημοτικές εκλογές του Δεκέμβρη, ως αποτέλεσμα και της δυσαρέσκειας που εκφράστηκε για την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης.
Από τότε, με φόντο τις διεθνείς εξελίξεις έχουν δει τα ποσοστά τους να αυξάνονται στις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με αυτές, το κόμμα της Δανής πρωθυπουργού θα μπορούσε να συγκεντρώσει το 22% των ψήφων, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από το μερίδιο που προβλέπεται να εξασφαλίσει ο πλησιέστερος ανταγωνιστής της, η «Πράσινη Αριστερά».