ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Πέμπτη 5 Φλεβάρη 2026
Σελ. /32
ΕΡΓΑΤΙΚΑ
ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΟ ΑΝΤΕΡΓΑΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Στόχος η γενική συμπίεση των μισθών στα κατώτατα επίπεδα

RIZOSPASTIS

Ξεκίνησε χθες η συζήτηση στη Βουλή για το νέο αντεργατικό νομοσχέδιο κυβέρνησης - ΓΣΕΕ - ΣΕΒ υπό τον τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας». Πρόκειται για ένα ακόμα πακέτο ρυθμίσεων που επιχειρεί την παγίωση της καθήλωσης των μισθών και το τσεκούρωμα εργατικών δικαιωμάτων, μέσα από τη διαρκή υπονόμευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με «κόφτες» και διάφορα «φίλτρα» στις Συμβάσεις που υπογράφονται.

Ερχεται δηλαδή να μονιμοποιήσει όλο εκείνο το αντεργατικό πλαίσιο που, όπως δείχνουν και τα επίσημα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη» για το 2025, έχει οδηγήσει σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς να έχουν μισθό κάτω ή γύρω από τον κατώτατο, αλλά και σε μείωση των μισθών, όπως ακριβώς συνέβη με τον μέσο μεικτό μισθό του 2025, ο οποίος είναι στην πραγματικότητα μικρότερος από αυτόν του 2024.

Παρά λοιπόν τους προκλητικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης που επαναλαμβάνονται από χθες στη Βουλή, όπως ότι το νομοσχέδιο αποτελεί τάχα «κατάργηση του μνημονιακού πλαισίου» ή ότι «αυξάνονται οι μισθοί», στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο διατηρεί:

1. Τη δυνατότητα του αστικού κράτους να διαμορφώνει τον κατώτατο - βασικό μισθό, με το νομοσχέδιο να ξεκαθαρίζει ότι οι Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας «καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας» (άρθρο 4).

2. Ολα τα νομικά εμπόδια στην επέκταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα μιας κλαδικής ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου (άρθρο 9), και συγκεκριμένα:

- Τα απαράδεκτα όρια εκπροσώπησης εργοδοτών προκειμένου μια κλαδική ΣΣΕ να επεκτείνεται σε όλο τον κλάδο. Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι εργοδότες που υπογράφουν μια ΣΣΕ πρέπει να απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 40% (από 50% που ίσχυε μέχρι σήμερα) των εργαζομένων του κλάδου για να γίνεται επέκταση της ΣΣΕ. Εδώ επιχειρείται και μια «τομή», αφού τα συγκεκριμένα όρια παύουν να ισχύουν μόνο στην περίπτωση που εμπλέκεται η ηγεσία της ΓΣΕΕ, δηλαδή οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που στήριξαν και τη Συμφωνία. Ετσι, οι απαξιωμένοι εργατοπατέρες χρίζονται από την κυβέρνηση «πορτιέρηδες» για να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, συμπιέζοντας από τα πριν τις διεκδικήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται τάχα η υπογραφή ΣΣΕ.

- Τη μη υποχρέωση των επιχειρήσεων να καταθέτουν το μητρώο εργοδοτών, το οποίο απαιτείται για να τεκμηριωθεί το ποσοστό εργαζομένων που απασχολούν.

- Την υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ προκειμένου να έχουν δικαίωμα να αιτούνται την επέκταση κλαδικής ΣΣΕ.

3. Την υποχρέωση τεκμηρίωσης ότι η κλαδική ΣΣΕ δεν πρέπει να θίγει την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου.

4. Την εξαίρεση από τις κλαδικές ΣΣΕ, που έχουν επεκταθεί, α) επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν «οικονομικά προβλήματα» και β) άλλων περιπτώσεων επιχειρήσεων, που εξειδικεύονται με Υπουργική Απόφαση.

5. Τα εμπόδια στη διαδικασία μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (άρθρο 11).

Σαν να μην φτάνουν τα παραπάνω, το νομοσχέδιο επιβάλλει ως κριτήριο για την επέκταση μιας ΣΣΕ ή ως λόγο για την εξαίρεση μιας επιχείρησης από τη ΣΣΕ ακόμα και την ακρίβεια και τον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι για να επεκταθεί μια κλαδική ΣΣΕ πρέπει να τεκμηριώνεται ότι πέρα από την ανταγωνιστικότητα δεν θα έχει επιπτώσεις στις τιμές των προϊόντων και στον πληθωρισμό. Επίσης, στο σημείο όπου αναφέρεται η δυνατότητα του εκάστοτε υπουργού να εξαιρεί επιχειρήσεις από την εφαρμογή κλαδικών ΣΣΕ, προσθέτει στους λόγους εξαίρεσης «τον περιορισμό της ακρίβειας και τον έλεγχο του πληθωρισμού».

Τα στοιχεία του «Εργάνη» φανερώνουν τι «κανονικοποιεί» το νομοσχέδιο

Ολο αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, που έχει θεσμοθετηθεί και το εν λόγω νομοσχέδιο το ενισχύει, έχει καταφέρει για λογαριασμό των επιχειρηματικών ομίλων το 2025 σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (28,27%) να έχουν μεικτές αποδοχές κάτω ή γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ που ισχύει μέχρι σήμερα. Επιπλέον, οι «αυξήσεις» στους μισθούς τον ίδιο χρόνο, για τις οποίες θριαμβολογεί ασύστολα η κυβέρνηση, είναι μια απάτη, αφού αυτές περιορίζονται στο 1,46%, δηλαδή είναι κάτω και από τον επίσημο πληθωρισμό του έτους, που διαμορφώθηκε στο 2,4%!

Συγκεκριμένα, από το ειδικό ετήσιο τεύχος «Εργάνη» του 2025 προκύπτει ότι το περασμένο έτος 695.816 εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν μηνιαίες αποδοχές κάτω από 900 ευρώ, και αυτά μεικτά. Μάλιστα, 379.682 μισθωτοί από αυτούς είχαν μεικτό μισθό κάτω από τα 800 ευρώ, δηλαδή σαφώς κάτω και από τον κατώτατο. Από 901 - 1.000 ευρώ μεικτά λάμβαναν το 8,23% των μισθωτών και από 1.001 έως 1.200 ευρώ μεικτά το 24,29%. Δηλαδή, σε σύνολο 2.460.000 μισθωτών ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου οι 1.494.000 (60,79%) βρίσκονται και θα συνεχίσουν να βρίσκονται πολύ μακριά από τα 1.500 ευρώ μεικτά, το διαφημιστικό σλόγκαν της κυβέρνησης που υπόσχεται ότι θα φτάσει ο μέσος μισθός το 2027!

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση της εργατικής τάξης, όπως αποτυπώνεται και στα επίσημα στοιχεία, η δήλωση της υπουργού εργασίας Ν. Κεραμέως ότι δήθεν «η πολιτική μας για τα ζητήματα της εργασίας και οι δράσεις μας για την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών αποδίδουν απτά, άμεσα, θετικά αποτελέσματα» είναι τουλάχιστον προκλητική, και η «δημιουργική στατιστική» που επιστρατεύει δεν μπορεί να σβήσει το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα των εργαζόμενων αδυνατεί να ικανοποιήσει ακόμα και τις βασικές του ανάγκες, γιατί απλά ο μισθός δεν φτάνει.

Αλλωστε οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους: Ο μέσος μισθός πλήρους και μερικής απασχόλησης το 2025 διαμορφώθηκε μόλις στα 1.362,6 ευρώ, από 1.342 ευρώ το 2024. Η αύξηση δηλαδή είναι μόλις 20 ευρώ τον μήνα και σε ποσοστό ανέρχεται στο 1,46%. Αρα, η υποτιθέμενη αύξηση στην πράξη υπολείπεται ακόμα και του επίσημου πληθωρισμού. Στην πραγματικότητα, ο μέσος μισθός των μισθωτών το 2025 είχε μικρότερη αγοραστική αξία από τον μισθό του 2024. Εξάλλου, από αυτόν τον μισθό πρέπει να αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές προς τον ΕΦΚΑ (περίπου 15%), αλλά και ο φόρος που αναλογεί. Αν μάλιστα ο υπολογισμός του μέσου μισθού γίνει όχι κατά εργαζόμενο αλλά με βάση τις θέσεις εργασίας - καθώς 131.122 εργαζόμενοι απασχολούνται σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις - τότε αυτός μειώνεται στα 1.293,7 ευρώ μεικτά.

Επιπλέον, ο μισθός αυτός για τον οποίο πανηγυρίζει η κυβέρνηση, καταφεύγοντας επίμονα σε συγκρίσεις με το 2019, χωρίς όμως να συνυπολογίζει την τεράστια ακρίβεια που επιβλήθηκε την επταετία που μεσολάβησε από τότε, δεν είναι ο μισθός ενός τυπικού οκταώρου. Μέσα περιλαμβάνονται όλες οι αποδοχές των μισθωτών, οι υπερωρίες, η εργασία τη νύχτα, τις αργίες κ.λπ. Είναι λοιπόν ένας μισθός που στην κυριολεξία βγαίνει από το τσάκισμα στο μεροκάματο, που φέρνει «ατυχήματα», νεκρούς και σακατεμένους στους χώρους δουλειάς, και χιλιάδες να διαλύονται από τις ανεξέλεγκτες επαγγελματικές ασθένειες.


Καθήλωση μισθών και τσεκούρωμα δικαιωμάτων

Τις πραγματικές επιδιώξεις κυβέρνησης - ΓΣΕΕ - βιομηχάνων αποκάλυψε ο βουλευτής του ΚΚΕ Λ. Στολτίδης

«Το νομοσχέδιο αφορά την επικύρωση της αντεργατικής συμφωνίας κυβέρνησης, ΣΕΒ και της ηγεσίας τη ΓΣΕΕ που έγινε κρυφά από τους εργαζόμενους και είναι πλήρως εναρμονισμένο με τις αντεργατικές κατευθύνσεις της ΕΕ», σημείωσε ο Λεωνίδας Στολτίδης, βουλευτής του ΚΚΕ, στη χτεσινή πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής για το νομοσχέδιο για τις ΣΣΕ.

Οπως είπε, η συμφωνία αυτή, την οποία καταψηφίζει το ΚΚΕ, έχει την υπογραφή των παρατάξεων των κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και ανέδειξε ότι οι προσπάθειες αυτές συνδέονται με τη στροφή στην πολεμική οικονομία, αφού τα επιτελεία της αστικής τάξης επιδιώκουν την ένταση της εκμετάλλευσης, ώστε να πιάσουν τόπο τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που ετοιμάζονται να ρίξουν.

Πρόσθεσε ότι με το νομοσχέδιο επιδιώκεται η καθήλωση των μισθών και το τσεκούρωμα των δικαιωμάτων και έδειξε το ανυπόστατο του ισχυρισμού της κυβέρνησης ότι τάχα καταργεί το μνημονιακό πλαίσιο.

Ο βουλευτής του ΚΚΕ ξεχώρισε ακόμα το γεγονός ότι το νομοσχέδιο αναθέτει στη ΓΣΕΕ ρόλο δερβέναγα πάνω από τις κλαδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αφού της δίνει το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε μια από τις πιο κρίσιμες λειτουργίες τους, τη διαμόρφωση και σύναψη κλαδικών ΣΣΕ, επιτρέποντας την επέκταση της υποχρεωτικότητας μιας ΣΣΕ σε όλο τον κλάδο με μόνο όρο να έχει υπογραφεί από την ΓΣΕΕ και εργοδοτικές οργανώσεις πανελλήνιας εμβέλειας. Επιπλέον ο ρόλος τους επεκτείνεται στη διαμόρφωση του περιεχομένου των ΣΣΕ, καθώς μπορούν να συμμετέχουν στη ρύθμιση των όρων εργασίας. Με άλλα λόγια, η ΓΣΕΕ εκχωρεί στο κράτος τον κατώτατο μισθό και την ίδια στιγμή, σε αντάλλαγμα αναλαμβάνει ρόλο πορτιέρη των κλαδικών ΣΣΕ.

Από τα παραπάνω, είναι προφανές ότι μόνοι κερδισμένοι είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι.

«Για να αποσπάσουν κατακτήσεις οι εργαζόμενοι πρέπει να χάσει το κεφάλαιο», σημείωσε ο βουλευτής του ΚΚΕ, ξεκαθαρίζοντας ότι είναι «μονόδρομος το δυνάμωμα του αγώνα για ΣΣΕ με πραγματικές αυξήσεις, μείωση του εργάσιμου χρόνου, μέτρα υγείας και ασφάλειας».

Γι' αυτό και ανέδειξε την ανάγκη ο αγώνας των εργαζομένων «να στοχεύει στον πραγματικό αντίπαλο, την εργοδοσία και τις κυβερνήσεις της, το κράτος, την Ευρωπαϊκή Ενωση και όρος για να αναπτυχθεί ο αγώνας, είναι να προσπεράσουν οι εργαζόμενοι τις δυνάμεις του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού και να μην εξαντλήσουν τη μεγάλη δυσαρέσκεια και την οργή τους γύρω από το λεηλατημένο εισόδημα με ανεβοκατεβάσματα κυβερνήσεων».

«Ολα συμφωνημένα» από κυβέρνηση και τις δυνάμεις των ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ στη ΓΣΕΕ

Από τη μεριά της κυβέρνησης η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επανέλαβε τα περί «ιστορικής συμφωνίας», θυμίζοντας πως «κάθε λέξη του νομοσχεδίου είναι συμφωνημένη με τους "κοινωνικούς εταίρους", την ηγεσία της ΓΣΕΕ και τις εργοδοτικές ενώσεις», με τις οποίες διαβουλεύονταν, όπως είχε πρόσφατα πει, κρυφά από τους εργαζόμενους για μήνες. Για άλλη μια φορά επικαλέστηκε πλασματικά ρεκόρ στην αγορά εργασίας, και κάτι μισθούς διογκωμένους από υπερωρίες, δουλεμένα ρεπό και αργίες, από δεύτερη και τρίτη δουλειά.

Από την άλλη, κοινή βάση της «κριτικής» των ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ στο νομοσχέδιο ήταν και στην Επιτροπή όχι το ίδιο το περιεχόμενό του, που το χαρακτήρισαν ουσιαστικά «ατελές», αλλά το ότι η κυβέρνηση επιτέλους ευθυγραμμίζεται με την ΕΕ! Και βέβαια οι λεονταρισμοί τους δεν μπορούν να «κουκουλώσουν» το γεγονός ότι οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του όλου ΣΥΡΙΖΑ στη ΓΣΕΕ υπερψήφισαν την «κοινωνική συμφωνία» και κατ' επέκταση το ίδιο το νομοσχέδιο, δίνοντας στην υπουργό το δικαίωμα να λέει ότι «δεν είναι άλλο ένα νομοσχέδιο της κυβέρνησης. Είναι νομοσχέδιο της κυβέρνησης και όλων των Εθνικών Κοινωνικών Εταίρων».

Σημειώνεται τέλος ότι την αντίδραση του ΚΚΕ προκάλεσε ο αποκλεισμός από τη σημερινή διαδικασία της «ακρόασης φορέων» συνδικάτων όπως η Ομοσπονδία Οικοδόμων και η Ομοσπονδία Γάλακτος - Τροφίμων - Ποτών. Πρόκειται για συνδικαλιστικές οργανώσεις που διακρίνονται για τους αγώνες που δίνουν για την υπογραφή ΣΣΕ και την εφαρμογή τους, την ίδια στιγμή που οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τη σοβαρή έλλειψη μέτρων υγείας και ασφάλειας. Τον αποκλεισμό τους κατήγγειλαν οι βουλευτές του ΚΚΕ και αποχώρησαν από τη συνεδρίαση.



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ