ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 24 Γενάρη 2026 - Κυριακή 25 Γενάρη 2026
Σελ. /40
ΑΚΡΑΙΟΦΙΛΗ ΜΟΥΧΛΑ
Κρυφή απειλή που κατατρώει τους θησαυρούς μουσείων

Η διάσημη αυτοπροσωπογραφία του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ζωγραφισμένη με κόκκινη κιμωλία πάνω σε χαρτί, μολυσμένη από μύκητες (καφέ κηλίδες) από τη δεκαετία του 1950
Η διάσημη αυτοπροσωπογραφία του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ζωγραφισμένη με κόκκινη κιμωλία πάνω σε χαρτί, μολυσμένη από μύκητες (καφέ κηλίδες) από τη δεκαετία του 1950
Η μούχλα αποτελεί διαχρονική μάστιγα για τα μουσεία, ικανή να παραμορφώσει ή και να καταστρέψει εντελώς έργα Τέχνης και άλλα μουσειακά αντικείμενα. Για να περιορίσουν αυτόν τον μικροβιακό κίνδυνο, τα ιδρύματα ακολουθούν πρωτόκολλα σχεδιασμένα για να αποτρέπουν τους συνήθεις μύκητες, που ευδοκιμούν σε υγρές συνθήκες. Αλλά φαίνεται πως ένα νέο πεδίο μάχης άνοιξε σε αυτόν τον μακρόχρονο πόλεμο.

Η μούχλα δεν είναι κάτι που συζητιέται ανοιχτά στον κόσμο των μουσείων σε συνθήκες καπιταλισμού, καθώς οι διευθύνοντες φοβούνται πως ακόμη και φήμες για διάδοσή της μπορεί να πλήξουν τη χρηματοδότησή τους και να τα βγάλουν από τη λίστα των εκθέσεων που είναι σκόπιμο να επισκεφτεί ένας ταξιδιώτης. Οταν υπάρξει μόλυνση από μούχλα, συνήθως κρατιέται μυστική. Ακόμη και τα συνεργεία συντήρησης που προσλαμβάνουν τα μουσεία για να την αντιμετωπίσουν πρέπει να υπογράψουν συμφωνίες εμπιστευτικότητας, πριν τους επιτραπεί να δουν τη ζημιά. Ωστόσο, μια χούφτα ερευνητών, συντηρητών και ακαδημαϊκών μυκολόγων έχουν αρχίσει να συγκρίνουν τις σημειώσεις τους για τις μολύνσεις από μύκητες που έχουν συναντήσει σε αποθήκες μουσείων, μοναστηριακά αρχεία, κρύπτες και καθεδρικούς ναούς. Απ' αυτές τις συζητήσεις αρχίζει να αποκαλύπτεται κάτι ανησυχητικό: Υπάρχει μια κατηγορία μούχλας που ευδοκιμεί σε χαμηλή υγρασία, δηλαδή σε συνθήκες που θεωρούνταν μέχρι τώρα πως εξασφαλίζουν από τη φθορά. Φαίνεται ότι η σκληρή προσπάθεια να προφυλαχθούν τα αντικείμενα οδήγησε στις τέλειες συνθήκες για να αναπτυχθεί αυτό το είδος μούχλας.

Ξηρόφιλα

Αυτές οι μούχλες, που ονομάζονται ξηρόφιλες, μπορούν να επιζήσουν σε ξηρά, εχθρικά περιβάλλοντα, όπως οι καλδέρες των ηφαιστείων και οι καυτές έρημοι, και προς απογοήτευση των επιμελητών των μουσείων φαίνεται να έλκονται ιδιαίτερα από τα αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς. Τρώνε το οργανικό υλικό που υπάρχει στα μουσεία, από τα υφάσματα και τα ξύλινα έπιπλα έως τις ταπετσαρίες. Καταφέρνουν να ζουν ακόμη και πάνω σε μαρμάρινα αγάλματα και βιτρό παράθυρα, τρώγοντας τα μικροθρεπτικά υλικά πάνω στους κόκκους σκόνης που συγκεντρώνονται στην επιφάνειά τους. Η άνοδος της θερμοκρασίας φαίνεται να βοηθά στην εξάπλωσή τους. Το πιο δυσάρεστο για τους επιμελητές όμως είναι ότι οι ξηρόφιλες μούχλες δεν ανιχνεύονται με συμβατικά μέσα. Ωστόσο τώρα, εξοπλισμένες με νέες μεθόδους, αρκετές ερευνητικές ομάδες ερμηνεύουν άλυτες υποθέσεις φθοράς ή καταστροφής ιστορικών αντικειμένων του πολιτισμού και ερμηνεύουν νέες μολύνσεις.

Λευκές κηλίδες μούχλας πάνω σε καπέλα φυλασσόμενα σε κατάλληλα κλιματιζόμενο χώρο στο Μουσείο Ρόσκιλντ στη Δανία
Λευκές κηλίδες μούχλας πάνω σε καπέλα φυλασσόμενα σε κατάλληλα κλιματιζόμενο χώρο στο Μουσείο Ρόσκιλντ στη Δανία
Μία από τις πιο διάσημες περιπτώσεις είναι οι λεκέδες στην πιο γνωστή αυτοπροσωπογραφία του Λεονάρντο ντα Βίντσι, που φυλάσσεται στο Τορίνο. Αλλη είναι τα καφέ στίγματα στους τοίχους του ταφικού θαλάμου του φαραώ Τουταγχαμών στο Λούξορ. Μια τρίτη οι λακκουβίτσες στο πρόσωπο ενός αγίου σε αγιογραφία του 11ου αιώνα στο Κίεβο. Ομως δεν είναι αρκετό να εντοπιστεί και να ταυτοποιηθεί η μούχλα. Οι ερευνητές θέλουν να προσδιορίσουν τα όρια της μικροβιακής ξηροφιλικής ζωής και να εκτιμήσουν ποια αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης, πριν τα πεινασμένα μικρόβια φτάσουν σε αυτά.

Πριν από δεκαετίες τα τοπικά μουσεία στη Δανία απέφευγαν τις μολύνσεις από μούχλα φυλάσσοντας τους θησαυρούς τους σε υπόγεια που αερίζονται καλά, σε υπόστεγα, ακόμα και σε αχυρώνες, πρακτικές τυπικές για μικρά μουσεία σε όλο τον κόσμο, που διαθέτουν περιορισμένη χρηματοδότηση και δεν έχουν την πολυτέλεια για ειδικές εγκαταστάσεις. Η αύξηση της υγρασίας και οι όλο και συχνότερες πλημμύρες οδήγησαν σε ανεξέλεγκτες μολύνσεις από μούχλα σε πολλά απ' αυτά την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας. Ετσι, τα μουσεία της χώρας αναγκάστηκαν να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια για να κατασκευάσουν εγκαταστάσεις με ελεγχόμενες κλιματικές συνθήκες. Το ίδιο συνέβη και σε πολλά άλλα μέρη στον κόσμο. Παραδόξως, αυτές οι προσπάθειες μπορεί να δημιούργησαν το κατάλληλο περιβάλλον για ένα άλλο είδος μούχλας.

Λεκέδες

Κηλίδες μυκήτων Aspergillus penicilloides στις τοιχογραφίες του ταφικού θαλάμου του φαραώ Τουταγχαμών
Κηλίδες μυκήτων Aspergillus penicilloides στις τοιχογραφίες του ταφικού θαλάμου του φαραώ Τουταγχαμών
Αρχικά οι επιμελητές των μουσείων της Δανίας θεώρησαν πως κάποιοι λευκοί λεκέδες σε καπέλα και μανδύες των μουσείων, οι οποίοι μάλιστα δεν φαίνονται τελείως καθαρά με το γυμνό μάτι, ήταν αποτέλεσμα ανάδυσης περίσσειας εντομοκτόνων που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν από τους συντηρητές, οι οποίοι ψέκαζαν τις συλλογές ακόμα και με DDT για να κρατήσουν τα έντομα και τη μούχλα μακριά. Αυτά απορροφούνταν από το υλικό, που τα ξερνούσε στο πέρασμα του χρόνου δημιουργώντας λευκές κηλίδες. Σε αρκετά από τα μουσεία, όμως, συντηρητές αρρώσταιναν με συμπτώματα σαν της γρίπης, χωρίς να έχουν γρίπη, ένδειξη ενδεχόμενης έκθεσης σε μύκητες.

Πιο επιστάμενος έλεγχος σε εγκατάσταση του Μουσείου Ρόσκιλντ έδειξε ότι σχεδόν τα μισά εκθέματα έφεραν λευκές κηλίδες. Δύο φορές το μουσείο κάλεσε εξωτερικούς τεχνικούς να ελέγξουν για μούχλα, διαδικασία όπου δείγματα πιθανώς μολυσμένου υλικού τρίβονται πάνω σε ένα τριβλίο Πέτρι με ζελατινώδες υλικό, που περιέχει θρεπτικές ουσίες και υγρασία, περιβάλλον κατάλληλο για την ανάπτυξη μυκήτων. Τα τριβλία πήραν τα χρώματα που παίρνουν όταν αναπτύσσονται σε αυτά κοινοί τύποι μούχλας, αλλά τίποτα που να ταιριάζει με τις αινιγματικές λευκές κηλίδες. Αφού το μουσείο έκλεισε για μερικά χρόνια, ώστε να περιοριστούν οι νέοι εξωτερικοί παράγοντες, Δανός μυκολόγος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει ένα ασυνήθιστο μέσο ανάπτυξης μυκήτων, ένα τριβλίο Πέτρι με ελάχιστη υγρασία, που θα οδηγούσε στον θάνατο τα περισσότερα μυκητιακά είδη. Αντιθέτως, αυτά τα τριβλία ξαφνικά γέμισαν με μια λευκή επικάλυψη σαν νιφάδες χιονιού. Η γενετική ανάλυση αποκάλυψε τέσσερα συγγενικά είδη ξηρόφιλης μούχλας της οικογένειας Aspergilus restricti.

Ερευνητές στην Ιταλία που μελετούσαν ανάλογες μολύνσεις σε μοναστηριακές βιβλιοθήκες, όπου αποκρύπτονταν - ευτυχώς χωρίς να καταστραφούν - βιβλία και άλλα έργα τα οποία «κόβονταν» από την εκκλησιαστική λογοκρισία, παραξενεύονταν που οι μολύνσεις εμφανίζονταν σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας. Σε όλες τις περιπτώσεις που εξέταζαν ο κοινός παράγοντας ήταν ένα μηχανικό σύστημα μεταλλικών κινητών ραφιών, που είχε εγκατασταθεί από τη δεκαετία του 1950 για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη χωρητικότητα και αεροστεγείς συνθήκες φύλαξης, ώστε να αποφεύγονται η σκόνη και τα σπόρια των μυκήτων. Χρησιμοποιώντας ισχυρό μικροσκόπιο εντόπισαν ένα δάσος από έλικες με τριχίδια, χαρακτηριστικά των Aspergilus restricti.

Αναδιαμορφωτές περιβάλλοντος

Την τελευταία δεκαετία οι ερευνητές μπόρεσαν να καταλάβουν πώς μπορεί να αναπτύσσεται μούχλα σε τέτοιες συνθήκες. Μόλις ένα σπόριο του Aspergillus halophilicus, που είναι ένα τέτοιο είδος μούχλας, προσγειωθεί πάνω σε ένα μουσειακό αντικείμενο, αναπτύσσει έλικες που ονομάζονται υφές, οι οποίες περνούν μέσα από ρωγμές αναζητώντας θρεπτικές ουσίες και νερό. Αν όμως δεν βρουν νερό, τότε βολεύονται με κρυστάλλους αλάτων, που απορροφούν υγρασία από τον αέρα. Ο halophilicus μπορεί να συλλέξει άλατα από το περιβάλλον και να τα εκκρίνει με τη μορφή ενός ζελατινώδους υλικού πλούσιου σε άλατα, το οποίο καλύπτει τις υφές του. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι αυτό το πολυμερές εμποδίζει τους ιστούς του μύκητα να στεγνώσουν και τον βοηθά να διατηρεί ένα στρώμα υγρού αέρα στο άμεσο περιβάλλον του.

Ωφελούμενοι από την έλλειψη ροής αέρα μέσα στα κλειστά συμπαγή μηχανικά συστήματα φύλαξης, οι ξηρόφιλοι μύκητες τροποποίησαν το περιβάλλον, ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες τους. Τα φυλασσόμενα αντικείμενα θα είχαν καλύτερη τύχη, τουλάχιστον όσον αφορά αυτά τα είδη μυκήτων, αν είχαν φυλαχθεί σε ...αεριζόμενους αχυρώνες. Οι ξηρόφιλοι ή ξηροανθεκτικοί μύκητες τρώνε τα μουσειακά είδη απευθείας, π.χ. καταναλώνοντας τη βασισμένη στο αυγό τέμπερα των πινάκων ζωγραφικής, τον βαμβακερό καμβά τους, ή τη γεμάτη άλατα ταριχευμένη σάρκα μιας μούμιας. Σε άλλες περιπτώσεις, τα σπόρια προσγειώνονται σε κάτι που δεν μπορούν να καταναλώσουν απευθείας, όπως μέταλλο, γυαλί, λάστιχο, πλαστικό ή ασβεστόλιθο. Τότε ζουν με τις θρεπτικές ουσίες που βρίσκουν στους κόκκους σκόνης και η ζημιά στα αντικείμενα είναι παράπλευρο αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων προσαρμογής του περιβάλλοντος στις ανάγκες τους, των διαδικασιών του μεταβολισμού τους και του θανάτου των υφών.

Στην περίπτωση των τοιχογραφιών διαπιστώθηκε πως όταν ο A. halophilicus περιβάλλεται από ασβέστιο, εκκρίνει οργανικά οξέα που μετατρέπουν τα επικίνδυνα γι' αυτόν ιόντα ασβεστίου σε αδρανείς κρυστάλλους μηλικού ασβεστίου. Οι σκούρες κηλίδες είναι υποπροϊόν αυτού του προστατευτικού μηχανισμού, και είναι τόσο πιο σκούρες όσο πιο μεγάλη είναι η συγκέντρωση των οργανικών ενώσεων του ασβεστίου.

Δυσκολίες

Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1950 είχαν εντοπιστεί μολύνσεις A. halophilicus, τόσο στην αυτοπροσωπογραφία του ντα Βίντσι όσο και σε άλλες περιπτώσεις, αλλά μόλις πρόσφατα οι ερευνητές άρχισαν να ελέγχουν τακτικά για ξηρόφιλους μύκητες χρησιμοποιώντας τα ειδικά γι' αυτό τριβλία Πέτρι. Επιπλέον πρόβλημα στον εντοπισμό του A. halophilicus προκαλεί το γεγονός ότι όταν πια εντοπιστεί η μόλυνση ο συγκεκριμένος μύκητας συνήθως έχει πεθάνει, αφού όμως έχει ανοίξει τον δρόμο για πιο συμβατικούς μύκητες, που χρησιμοποιούν το περιβάλλον που δημιούργησε αλλά και το νεκρό σώμα του για να αναπτυχθούν οι ίδιοι.

Οι μολύνσεις από μύκητες ήδη από τη δεκαετία του 1970 αντιμετωπίζονταν από τους συντηρητές με βιοκτόνα, όπως τα αντιβιοτικά και η φορμαλδεΰδη, που σκοτώνουν αδιακρίτως όλα τα μικρόβια. Ετσι όμως σκοτώνουν και τον ανταγωνισμό των βλαβερών μικροβίων και δημιουργούν ανθεκτικά σε αυτά στελέχη των βλαβερών μικροβίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η αντιμετώπιση είχε καταστροφικές συνέπειες, και έτσι τουλάχιστον στην Ευρώπη η χρήση βιοκτόνων ελέγχεται αυστηρά. Η λύση που χρησιμοποιείται συχνότερα για την απολύμανση βιβλιοθηκών είναι η χρήση αερίων. Ομως, ορισμένες από τις χρησιμοποιούμενες ουσίες μπορεί να αφήσουν κατάλοιπα και τελικά να υποβαθμίσουν το προστατευόμενο υλικό. Μια τρίτη λύση, η χρήση ακτινοβολίας γάμμα από ραδιενεργά υλικά, καταστρέφει μεν τους μύκητες και τα σπόρια τους, αλλά προκαλεί σοβαρές βλάβες και στα υλικά. Συχνά η λύση που απομένει στους συντηρητές είναι να βάλουν σε καραντίνα τα μολυσμένα υλικά, να απορροφήσουν με ηλεκτρικές σκούπες τη μεγαλύτερη ποσότητα μούχλας και να καθαρίσουν τα μολυσμένα αντικείμενα με οινόπνευμα, εφόσον κάτι τέτοιο είναι δυνατό.

Ερευνητές αναζητούν καλύτερους τρόπους προστασίας, και γι' αυτόν τον σκοπό προσπαθούν να προσδιορίσουν τις ακριβείς συνθήκες όπου ευδοκιμεί η ξηρόφιλη μούχλα. Ωστόσο, ακόμα κι αν έβρισκαν το κατώφλι υγρασίας κάτω από το οποίο η μούχλα αυτή δεν αντέχει, θα ήταν πολύ δύσκολο και ενεργοβόρο να λειτουργούν σε όλα τα μουσεία χώροι με τόσο χαμηλή υγρασία. Η έρευνα για την ξηρόφιλη μούχλα παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τη βιομηχανία τροφίμων, αλλά και για τα νοσοκομεία, καθώς μπορεί να μολύνει ανοσοκατεσταλμένους.


Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ