Μεταξύ άλλων στέκονται σε μια σειρά ζητήματα, όπως το εμπορικό έλλειμμα και το χάσμα μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών, το μικρό μέγεθος της μεταποιητικής δραστηριότητας σε σχέση με τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, αντίστοιχα τις επενδύσεις που στο μεγαλύτερο μέρος κατευθύνονται στα δεύτερα και επιπλέον τα ακίνητα κ.ά.
Κοινή ανησυχία βέβαια της αστικής τάξης αποτελεί η θωράκιση της κερδοφορίας της. Σε μια περίοδο που οξύνονται διεθνώς οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, εκτιμήσεις κάνουν λόγο για νέα ζόρια στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, ενώ τα πολεμικά μέτωπα μαίνονται με τάση κλιμάκωσης.
Σε συνέχεια όλων αυτών έρχεται ο προβληματισμός για το πώς θα «τρέξουν» ακόμη πιο αποτελεσματικά οι στρατηγικές επιδιώξεις για την «πράσινη μετάβαση», την μετατροπή της χώρας σε διαμετακομιστικό κόμβο μεταφοράς και Ενέργειας, την ένταξη των νέων τεχνολογιών στη βιομηχανία. Παράλληλα επικρατεί και φαγωμάρα για την επόμενη μοιρασιά των ευρωενωσιακών και κρατικών κονδυλίων, σε διαφορετικό τοπίο μάλιστα απ' ό,τι στο άμεσο παρελθόν, αφού πολλά δισ. ευρώ κατευθύνονται πλέον στην πολεμική οικονομία.
RIZOSPASTIS |
Από τη μία η ΝΔ διαφημίζει το μεταρρυθμιστικό της έργο και τα «βήματα» που κάνει η οικονομία (αξιοποιεί σ' αυτό και τη συγκυριακά μεγαλύτερη ανάπτυξη σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη) και υπόσχεται εκ νέου ένα «νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας» με ορίζοντα το 2030.
Από την άλλη, οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας - χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση και του Αλ. Τσίπρα - κατηγορούν τη σημερινή κυβέρνηση ότι «βυθίζεται στη διαφθορά» αντί να «αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο» και ότι «με το παρόν παραγωγικό μοντέλο θα είναι δύσκολοι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης».
Στην πραγματικότητα και ανεξάρτητα από επιμέρους διαφορές στο μείγμα της οικονομικής και δημοσιονομικής διαχείρισης, ή στην «αναλογία» ενσωμάτωσης και καταστολής του λαού, μιλάνε όλοι για το ίδιο ακριβώς «μοντέλο», της καπιταλιστικής παραγωγής με κριτήριο το κέρδος, βασισμένο στην πολιτική και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, στους διακηρυγμένους στόχους της αστικής τάξης που κανείς τους δεν αμφισβητεί.
Την ίδια ώρα γίνεται προσπάθεια όλος αυτός ο κουρνιαχτός να φανεί ότι αφορά το «κοινό καλό» και ότι όφελος θα έχουν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα. Από κοντά εκστομίζονται τα γνωστά παραμύθια περί «δίκαιης ή βιώσιμης ανάπτυξης», «παραγωγικού μοντέλου για τους πολλούς», ενταγμένα στην ίδια προσπάθεια εγκλωβισμού του λαού στις επιδιώξεις του κεφαλαίου.
Πρόκειται για παραμύθια που έχουν καταρρεύσει προ πολλού, αφού η ίδια η ασφυκτική κατάσταση για τις εργατικές - λαϊκές οικογένειες επιβεβαιώνει πως η καπιταλιστική ανάπτυξη σε καμιά περίπτωση δεν συνάδει με τις σύγχρονες ανάγκες τους, όπως σταθερή και μόνιμη εργασία με ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, εργασιακά δικαιώματα και ΣΣΕ, δωρεάν και ποιοτικές υπηρεσίες στην Υγεία, στην Εκπαίδευση, το δικαίωμα στην ξεκούραση και την αναψυχή κ.ά.
Αυτό καταδεικνύει η ίδια η πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, από τις προηγούμενες καπιταλιστικές κρίσεις και τα πανηγύρια για την «έξοδο από τα μνημόνια» μέχρι σήμερα, είτε στο μείγμα της διαχείρισης υπερίσχυαν τα περιοριστικά στοιχεία, είτε τα επεκτατικά.
Σήμερα, για παράδειγμα, με υψηλότερους από την ΕΕ ρυθμούς ανάπτυξης και διαδοχικά ρεκόρ κερδοφορίας για μια σειρά επιχειρηματικούς ομίλους, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα όχι μόνο δεν έχουν ανακτήσει τις απώλειες του παρελθόντος (από την περίοδο της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης), αλλά συνεχίζουν να πληρώνουν με νέες βαριές θυσίες την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία του κεφαλαίου.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα η επέκταση του απλήρωτου εργάσιμου χρόνου, η ακρίβεια που εξανεμίζει το λαϊκό εισόδημα, η θυσία της ανθρώπινης ζωής στον βωμό του κέρδους, όπως στους χώρους δουλειάς, στις μεταφορές με την επικίνδυνη κατάσταση στις υποδομές, από τις ελλείψεις στην Υγεία κ.τ.λ.
Τα ίδια ισχύουν και στους κλάδους που προβάλλονται ως «ατμομηχανές» της ανάπτυξης. Στο «τουριστικό θαύμα», για παράδειγμα, πασίγνωστες είναι οι εργασιακές συνθήκες γαλέρας, ενώ για άλλη μια χρονιά οι διακοπές αποτέλεσαν για πολλούς άπιαστο όνειρο, με 1 στους 2 να μην μπορούν να πάνε κάπου ούτε μια βδομάδα.
Ακόμα και σε τομείς που επισημαίνονται ως κομβικοί για το «νέο παραγωγικό μοντέλο», ο λαός βιώνει τα ...«καλά» της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην Ενέργεια για παράδειγμα και την «πράσινη μετάβαση» που έπεσαν χοντρά πακέτα χρηματοδότησης - και οι όμιλοι αξιώνουν ακόμα περισσότερα - οι υποσχέσεις για φθηνή Ενέργεια αποδείχτηκαν «φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Αντίθετα τα τιμολόγια - φωτιά, οι πανάκριβοι «πράσινοι» φόροι και άλλες «πράσινες» μπίζνες συγκαταλέγονται στη λυπητερή που φορτώθηκε στον λαό.
Ξέχωρα από τα παραπάνω, αυτό που κρύβεται επιμελώς από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις είναι ο βασικός παρονομαστής που καθορίζει το «παραγωγικό μοντέλο» στον καπιταλισμό, όπου το κεφάλαιο κυριαρχεί στην κοινωνική παραγωγή και την εργασία. Αυτός δεν είναι άλλος από το καπιταλιστικό κέρδος και το κυνήγι απόσπασης του μεγαλύτερου δυνατού ποσοστού.
Η επιλογή των οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων από το κεφάλαιο ξεκινά και τελειώνει με αυτό το αποκλειστικό κριτήριο. Η επιλογή τοποθέτησης κεφαλαίων σε συγκεκριμένους κλάδους δεν γίνεται στον αέρα, αλλά επειδή - για διάφορους λόγους - αυτοί έχουν τις πιο κερδοφόρες προοπτικές. Τα ίδια τα αστικά επιχειρήματα, για παράδειγμα, στάθηκαν μετά την κρίση του 2008 στο «συγκριτικό πλεονέκτημα» της χώρας στον Τουρισμό ή στη θέση της για να μετατραπεί σε κόμβο μεταφορών.
Το να υπάρξει ανακατεύθυνση κεφαλαίων προϋποθέτει τη δημιουργία ακόμη πιο κερδοφόρου εδάφους σε σχέση με τους τομείς που μέχρι πρότινος επενδύονταν. Η όποια παρέμβαση ξεδιπλωθεί από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του, θα αφορά από τα «αποδυτήρια» τα «θέλω» της αστικής τάξης και αναγκαστικά θα κινείται στη διαμόρφωση κερδοφόρων πεδίων για την προσέλκυση επενδύσεων.
Αυτό σημαίνει αφενός παχυλή χρηματοδότηση, που θα βγει από την τσέπη του λαού με τη φοροληστεία και νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών. Αφετέρου ένταση της επίθεσης στους εργαζομένους για το ακόμα πιο άγριο ξεζούμισμα, όπως γίνεται ήδη σε «εμβληματικές επενδύσεις» με τη δημιουργία «ειδικών οικονομικών ζωνών» (βλ. Ναυπηγεία Ελευσίνας).
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως οι «ελιγμοί» της ελληνικής αστικής τάξης έτσι κι αλλιώς έχουν αντικειμενικούς περιορισμούς, αφού σε κάθε κλάδο και συνολικά ανταγωνίζεται αστικές τάξεις άλλων κρατών (σύμμαχων και αντιπάλων), που σε πολλές περιπτώσεις είναι σε ισχυρότερη θέση για μια σειρά λόγους. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί δεν απαλλάσσονται από τον ανταγωνισμό και την ανισομετρία στο εσωτερικό τους, διαμορφώνοντας σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης.
Οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από τη συζήτηση για το λεγόμενο «παραγωγικό μοντέλο» στο σύστημα της εκμετάλλευσης, που συνθλίβει τις ανάγκες τους και τους φέρνει αντιμέτωπους με δεινά όπως ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανασφάλεια.
Δεν πρέπει ούτε να προσδοκούν από τις επιδιώξεις του κεφαλαίου, ούτε να συρθούν πίσω από αυτές και τα κόμματα που τις υπηρετούν. Πείρα υπάρχει και πρέπει να αξιοποιηθεί: Κανένα «παραγωγικό μοντέλο», κανενός είδους μεγαλύτερη ή μικρότερη «κρατική παρέμβαση» δεν μπορεί να ματαιώσει, να ακυρώσει τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής, που πληρώνουν η εργατική τάξη, ο λαός.
Τα σχέδια ενίσχυσης συγκεκριμένων κλάδων μαζεύουν «νέα καύσιμη ύλη», δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τις επόμενες, βαθύτερες καπιταλιστικές κρίσεις, για την παραπέρα όξυνση όλων των αντιθέσεων.
Οι εργατικές - λαϊκές ανάγκες - με όποιον «οδηγό» - δεν βρίσκονται στο «ίδιο τρένο» με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Μπορούν αντίθετα να ικανοποιηθούν μόνο σε σύγκρουση με το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις και τα κόμματά του, τις ενώσεις του, από την οργανωμένη εργατική - λαϊκή πάλη που θα βάλει στο στόχαστρο τις ίδιες τις αιτίες του προβλήματος, το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα.
Μέσα από αυτήν τη σύγκρουση μπορεί να ανοίξει ο ελπιδοφόρος δρόμος για την ανατροπή της εξουσίας και την απαλλαγή από το βαρίδι του καπιταλιστικού κέρδους. Για την πραγματική αξιοποίηση των μεγάλων παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας προς όφελος του λαού, στη νέα κοινωνία όπου κουμάντο θα κάνει ο ίδιος, οικοδομώντας ταυτόχρονα σχέσεις αμοιβαίου οφέλους με άλλους λαούς.
Η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός θα διαμορφώσουν και θα διευρύνουν διαρκώς τις προϋποθέσεις για κάλυψη των λαϊκών αναγκών.