Μια αποκαλυπτική «ματιά» στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» την οποία υπερασπίζονται οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας
Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από όσα περιλαμβάνονται στις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπως και συνδικαλιστών τους στο εργατικό κίνημα με αφορμή το εκτρωματικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης για την επέκταση της 13ωρης δουλειάς. Σε μια ακόμα προσπάθεια να παραπλανήσουν τους εργαζόμενους, αυτό που καταλογίζουν στην κυβέρνηση είναι ότι τάχα «δεν εφαρμόζει τις κατευθύνσεις της ΕΕ» για τον εργάσιμο χρόνο. Μάλιστα προβάλλουν ως «πρότυπα» χώρες που ήδη εφαρμόζεται το ξεχείλωμα του εργάσιμου χρόνου, ξεπλένοντας τη στρατηγική του κεφαλαίου όπως συμπυκνώνεται στις αντεργατικές οδηγίες της ΕΕ με πιο εμβληματική την 2003/88 που κατοχυρώνει τη 13ωρη δουλειά.
Υπενθυμίζεται ότι η περιβόητη Οδηγία 2003/88 περιλαμβάνει μια σειρά «εξαιρέσεων» και «παρεκκλίσεων», ώστε να γίνεται «καθεστώς» το ξεχείλωμα του εργάσιμου χρόνου, κάτι που περιλαμβάνεται στις νομοθεσίες σχεδόν όλων των χωρών της ΕΕ. Κάπως έτσι και με ...όριο την 11ωρη ανάπαυση ανάμεσα σε δύο βάρδιες, η εργάσιμη βδομάδα φτάνει μέχρι και τις 78 ώρες.
Μόλις πριν λίγους μήνες άλλωστε άνοιξε εκ νέου η συζήτηση στην ΕΕ για την ανάγκη περαιτέρω ξεχειλώματος του εργάσιμου χρόνου, ώστε να πιάνονται οι στόχοι της στροφής στην πολεμική οικονομία.
Στο πλαίσιο αυτής της «κανονικότητας» είναι οι προβλέψεις του εργατικού δικαίου σε μια σειρά χώρες για τον εργάσιμο χρόνο, συγκλίνοντας όλο και περισσότερο προς τη 13ωρη δουλειά. Κι αυτό γίνεται είτε στο όνομα της «δημόσιας τάξης» είτε για άλλες «εθνικές ανάγκες» όπως σε Βουλγαρία, Γερμανία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο κ.α.
Στις περισσότερες χώρες οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν υπερωριακά για να καλύψουν τις ανάγκες του εργοδότη, κάτι που συμβαίνει σε Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Γαλλία, Ελλάδα, Ουγγαρία.
Χαρακτηριστικά είναι όσα περιλαμβάνονται σε έρευνα του Eurofound του 2022, όπου καταγράφονται οι υπερωρίες και ο εργάσιμος χρόνος, αποκαλύπτοντας πώς εφαρμόζεται στην πράξη η Οδηγία 2003/88. Από όσα αναφέρονται στην έρευνα ξεχωρίζουν τα εξής, τα οποία προβλέπονται από τα εργατικά δίκαια των κρατών (βλ. και πίνακα):
Ενα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης είναι πως η παράταση της εργάσιμης μέρας, μπορεί να φέρει και οικονομικά οφέλη στους εργαζόμενους, καθώς θα δουν αυξήσεις μέσω υπερωριών ή μπορεί να το αντισταθμίσουν με ρεπό ή άδεια. Βεβαίως ένα τέτοιο επιχείρημα αποτελεί ουσιαστικά παραδοχή ότι ο εξευτελιστικός μισθός από το συμβατικό ωράριο έχει κάνει δεδομένο ότι ο εργαζόμενος πρέπει να δουλεύει παραπάνω για να φέρει βόλτα.
Αυτή είναι η πραγματικότητα σε όλη την ΕΕ. Η συνολική μείωση μισθών που κατέγραψε η Eurostat στην ΕΕ το 2022 ήταν 3,9%, ενώ για το 2024, οι μισθοί παρέμειναν πιο χαμηλά σε σχέση με 5 χρόνια πριν, με πτώση πάνω από 4%, συγκριτικά με το 2019. Στην Ελλάδα η μείωση του μέσου μισθού εργασίας από το 2011 έως το 2024, καταγράφεται στο 28%.
Μόνοι κερδισμένοι είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι που βλέπουν τα κέρδη τους να εκτινάσσονται μέσα από την ένταση της εκμετάλλευσης, ενώ ήδη τρίβουν τα χέρια τους για τα πολεμικά πακέτα των 800 δισ. για τα οποία προετοιμάζουν την εργατική τάξη για νέες θυσίες δικαιωμάτων, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία κ.α.
Η μείωση του εργάσιμου χρόνου ήταν μάλιστα ένα από τα βασικά αιτήματα της απεργίας που έγινε τον Σεπτέμβρη του 2024 στην Ισπανία. Φέτος τον Ιούνη, οι μεταλλουργοί της Ιταλίας απαίτησαν επίσης Συλλογική Σύμβαση με αυξήσεις και μείωση ωρών εργασίας, καθώς με βάση τις καταγγελίες δούλευαν πολύ πέρα του 8ωρου απλήρωτοι, πολλές φορές και κάτω από την απειλή της μη ανανέωσης σύμβασης.
Στη Σκωτία, οι εργαζόμενοι του μετρό στη Γλασκόβη που κατέβηκαν σε απεργία, καταγγέλλουν πως ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται 10 τουλάχιστον επιπλέον ώρες του συμβατικού τους ωραρίου, που είναι στις 39 ώρες/εβδομάδα, ενώ στην «Tesla» στην Γερμανία, οι εργάτες δούλευαν με όρους εξάντλησης ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, ενώ απαγορευόταν να μιλήσουν για αυτό με βάση συμφωνίες εχεμύθειας που αναγκάζονταν να υπογράψουν.
Οσο λοιπόν πρέπει να χρεοκοπήσει η άθλια προπαγάνδα της κυβέρνησης πως οι εργαζόμενοι τάχα ζητούν οι ίδιοι να «ευεργετηθούν» από τη 13ωρη σκλαβιά, άλλο τόσο πρέπει να απορριφθεί και το δηλητήριο της σοσιαλδημοκρατίας και των εργατοπατέρων της στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Το νέο αυτό νομοσχέδιο δεν αποτελεί μια «παραφωνία» στο άσμα της ευρωπαϊκής κανονικότητας, αλλά όπως αποδεικνύεται είναι το αντίθετο: Αποτελεί υλοποίηση των στρατηγικών κατευθύνσεων της ΕΕ.
Αυτή η πολιτική άλλωστε έχει εφαρμοστεί στην Ελλάδα από όλες τις κυβερνήσεις, ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ και έχει στηριχτεί με κάθε τρόπο από τις ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ στη ΓΣΕΕ και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μόλις πρόσφατα οι δυνάμεις αυτές υπέγραψαν ΣΣΕ για τα ξενοδοχεία της Ρόδου, που προβλέπει μέχρι και 16 ώρες δουλειάς.
Διέξοδος για τους εργαζόμενους δεν είναι να παζαρεύουν πόσο θα ξεχειλώνεται ο εργάσιμος χρόνος, πόσο μεγαλύτερο θα γίνεται το ξεζούμισμά τους στο όνομα της «ευρωπαϊκής κανονικότητας» αλλά η πάλη για ουσιαστική μείωσή του, για 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, σύμφωνα και με τις σύγχρονες δυνατότητες. Διέξοδος είναι η οργάνωση της αντεπίθεσης, ξεπερνώντας τα εμπόδια και τις τρικλοποδιές που βάζουν οι εργατοπατέρες και τα κόμματά τους, οι κάθε λογής «σωτήρες» που επιχειρούν να ξαναζεστάνουν τις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες για να μένει στο απυρόβλητο η βαρβαρότητα του καπιταλισμού.
Η Κομισιόν, λοιπόν, στην απάντηση της αρμόδιας επιτρόπου Μινζάτου, ομολογεί ότι η Oδηγία 2003/88 «επιτρέπει τη δουλειά 13 ωρών» αδειάζοντας τα άλλα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης που εξωραΐζουν τις ευρωπαϊκές Oδηγίες ισχυριζόμενοι ότι τάχα «η κυβέρνηση της ΝΔ τις παραβιάζει», ενώ τις εφαρμόζει κατά γράμμα. Στην απάντησή της μάλιστα και προς υπεράσπιση του 13ωρου πλέον και σε έναν εργοδότη, επικαλείται προκλητικά ως «προστασία» τη διευθέτηση και κατάτμηση του ημερήσιου χρόνου εργασίας κατά τα συμφέροντα της μεγαλοεργοδοσίας.
Για αυτό και επιμένει θέτοντας ως προϋπόθεση να «τηρείται η μέση μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των 48 ωρών κατά την περίοδο αναφοράς των τεσσάρων μηνών» συμπληρώνοντας με νόημα ότι: «[...] οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορούν αυτές οι παρεκκλίσεις πρέπει να λαμβάνουν ισοδύναμες περιόδους αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή, κατ' εξαίρεση, άλλη κατάλληλη προστασία [..]».
Με απλά λόγια η Κομισιόν ζητά διαρκή αυξομείωση του χρόνου εργασίας ακόμα και εντός της εβδομάδας με βάση τις ορέξεις και την κερδοφορία της εργοδοσίας και την εμφανίζει αυτή ως ...«ανάπαυση» από τα εξοντωτικά 13ωρα. Παρουσιάζει δηλαδή ως «προστασία» των εργαζομένων την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, που έκανε «κανόνα» την εφαρμογή εξαντλητικών ωραρίων με μόλις 11 ώρες ανάπαυσης από βάρδια σε βάρδια, την εκ περιτροπής εργασία και το καθεστώς γαλέρας - διευθέτησης του χρόνου εργασίας.
Και επειδή ο «διάβολος» ως γνωστόν κρύβεται στις ...λεπτομέρειες, η αναφορά της Επιτροπής σε «παρεκκλίσεις» δεν γίνεται διόλου τυχαία και πάντα προς το χειρότερο για τον εργαζόμενο. Διότι ως «παρέκκλιση» καταγράφεται στο νομοσχέδιο η διευθέτηση του ημερήσιου χρόνου μέχρι ένα έτος. Ταυτόχρονα, σηματοδοτεί γενικευμένη επίθεση των καπιταλιστών ενάντια σε κάθε έννοια σταθερής δουλειάς θεσμοθετώντας συμβάσεις ακόμα και ορισμένου χρόνου δύο ημερών ενώ καθιερώνει τη λεγόμενη «ευέλικτη προσέλευση» μέχρι 120 λεπτά καταργώντας την ισχύ εργάσιμου χρόνου για τον χρόνο προετοιμασίας.
Επίσης, προβλέπει περαιτέρω μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», κατάργηση τόσο της υπερωριακής προσαύξησης του μισθού για τους εργαζόμενους, όσο και των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών αλλά και τον τεμαχισμό του δικαιώματος της άδειας των εργαζομένων, οδηγώντας στην κατάργησή της.
Οπως σημειώνει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, «πρόκειται για την "τελευταία λέξη" της αντεργατικής εργαλειοθήκης της ΕΕ, που η κυβέρνηση της ΝΔ προωθεί με βάση τα "έργα και ημέρες" και των προηγούμενων κυβερνήσεων. Ολες τους φέρουν βαριές ευθύνες, γιατί έχουν βάλει το χέρι τους στην ενσωμάτωση και υλοποίησή της, γεγονός που φωτίζουν οι δεκάδες καταγγελίες εργατικών σωματείων και φορέων.
Οσο για τις αναφορές της Κομισιόν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, αυτές είναι χωρίς αντίκρισμα καθώς σύμφωνα με το νομοσχέδιο με βάση τις κατευθύνσεις της επεκτείνεται η κατάργηση της ασφάλισης και σε όσες προσαυξήσεις προκύπτουν "από συλλογική σύμβαση εργασίας ή οικειοθελώς από τον εργοδότη".
Η απάντηση βρίσκεται στον οργανωμένο αγώνα απέναντι σε αυτό το τερατούργημα που αποτελεί αιτία πολέμου για τους εργαζόμενους. Αυτοί δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από την ΕΕ, τις κυβερνήσεις και τα κόμματά τους. Με συλλογική πάλη μπορούν να το ακυρώσουν στην πράξη και να διεκδικήσουν σύγχρονα δικαιώματα, μείωση του εργάσιμου χρόνου, δουλειά με δικαιώματα, Συλλογικές Συμβάσεις, 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, με ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς».