Τετάρτη 26 Οχτώβρη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ
Καταργούνται τα δίδακτρα που ... γενικεύονται!

Μεγάλη συζήτηση γίνεται τελευταία για το σχέδιο νόμου που έθεσε σε δημόσια διαβούλευση το υπουργείο Παιδείας για τα μεταπτυχιακά. Το βασικό ζήτημα που απασχολεί είναι αυτό των διδάκτρων.

Από τη μια μεριά, το υπουργείο διατείνεται ότι περιορίζει τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, εντός κι εκτός πανεπιστημίων, από κοινού με τις γραφίδες που έχουν αναλάβει την προπαγάνδιση του κυβερνητικού έργου, θριαμβολογούν: «Ορίστε, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, εκεί που της δίνεται περιθώριο, ασκεί "κοινωνικά ευαίσθητη", "αριστερή" πολιτική κόντρα στις "νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες"», λένε.

Από την άλλη, στα «κάγκελα» έχουν βγει τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, μαζί με αρκετές διοικήσεις Ιδρυμάτων και γνωστές πένες και πληκτρολόγια του αστικού Τύπου: «Μίσος απέναντι στην αριστεία», «στραγγαλισμό της αυτοτέλειας των Ιδρυμάτων», «εξισωτική μανία» και χίλια μύρια όσα αντίστοιχα καταλογίζουν στην κυβέρνηση.

Τα εκατέρωθεν πυρά είναι στην πραγματικότητα «τζούφια». Γιατί και οι μεν και οι δε, στην πραγματικότητα, ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο: Αυτό της προώθησης της στρατηγικής του κεφαλαίου για την ανώτατη εκπαίδευση, του «Πανεπιστημίου ΑΕ», της επιχειρηματικής λειτουργίας των Ιδρυμάτων.

Η μεταξύ τους αντιπαράθεση αφορά αποκλειστικά το ποιος θα βγει χαμένος στη νέα «μοιρασιά της πίτας» που επιχειρείται, ενώ κοινό ζητούμενο είναι αυτή να μεγαλώσει. Μια «πίτα», βέβαια, που μαγειρεύεται με τα υλικά της ευρωενωσιακής πολιτικής και της στρατηγικής του κεφαλαίου και ο κάθε μάγειρας απλώς τα ανακατεύει, δίνοντας και τον προσωπικό του τόνο.

Εξ ου και οι όποιες αλλαγές υποστεί το σχέδιο νόμου μέχρι να κατατεθεί στη Βουλή, στόχο θα έχουν να συμβιβάσουν τις αντιπαρατιθέμενες πλευρές στο έδαφος των κοινών στόχων που μοιράζονται.

Από αυτήν την αντιπαράθεση, όμως, απουσιάζουν εκκωφαντικά οι ανάγκες των σπουδαστών που προέρχονται από λαϊκές οικογένειες και κατά χιλιάδες αναζητούν κάθε χρόνο την ένταξή τους σε ένα μεταπτυχιακό, καθώς και πανεπιστημιακών δασκάλων και των άλλων εργαζομένων στα Ιδρύματα που αποτελούν τα θύματα της επιχειρηματικοποίησης του πανεπιστημίου.

Αρα, δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση. Είναι άλλο το παιδί της λαϊκής οικογένειας που αναζητά τρόπο να ενισχύσει το βιογραφικό του μπας και βρει μια θέση στη ζούγκλα της περίφημης «αγοράς εργασίας» κι άλλο αυτός που προαλείφεται για στέλεχος επιχειρήσεων. Είναι άλλο ο πανεπιστημιακός δάσκαλος που κάνει το μάθημα και την έρευνά του, έχοντας κατά νου να προσφέρει κάτι στην κοινωνία μέσα από τη δουλειά του, κι άλλο αυτοί που βλέπουν τη συμμετοχή τους στα μεταπτυχιακά (αλλά και στην έρευνα, στα διοικητικά όργανα των Ιδρυμάτων, στις διάφορες επιτροπές κ.λπ.) ως μέσο για να αυγατίζουν οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί και να ενισχύουν το προφίλ τους, λειτουργώντας ως ντίλερς επιχειρηματικών ομίλων μέσα στα Ιδρύματα.

Τι συμβαίνει αυτήν την περίοδο;

Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα την οποία, άλλωστε, έρχεται να συμπληρώσει κάθε επιμέρους εξέλιξη. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση του ΕΚΠΑ. Εκεί, θα βρούμε δεκάδες μεταπτυχιακά και εκατοντάδες προγράμματα κατάρτισης με δίδακτρα. Εκατοντάδες αλλαγές προγραμμάτων σπουδών την τελευταία δεκαετία ενισχύουν την παραπάνω κατεύθυνση. Πολλά εξ αυτών έγιναν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ενδεικτικά, αφότου η κυβέρνηση εξήγγειλε την πρόθεσή της να αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο για τα μεταπτυχιακά, στη Νομική μπήκε ζήτημα θέσπισης διδάκτρων στο μεταπτυχιακό, ενώ στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών από φέτος μεταφέρθηκε ουσιαστικά αυτούσιο το τελευταίο μέρος των προπτυχιακών σπουδών στο μεταπτυχιακό, φυσικά με δίδακτρα. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ανεξάρτητα από το αν η εκάστοτε διοίκηση του ΕΚΠΑ πρόσκειται στον ΣΥΡΙΖΑ ή τη ΝΔ.

Ο χώρος των μεταπτυχιακών σπουδών είναι μια μεγάλη αγορά, που αποτελεί πηγή προσπορισμού τόσο για τα Ιδρύματα, όσο και για μια μερίδα διδασκόντων από τα (πολλές φορές πολύ υψηλά) δίδακτρα.

Μια βασική πλευρά των σχετικών εξελίξεων αφορά στο ότι το πτυχίο έχει πλέον αποσυνδεθεί πλήρως από το επάγγελμα. Η απόκτησή του δεν κατοχυρώνει ούτε την εργασία στο αντικείμενο σπουδών, αλλά ούτε και την πρόσβαση στο επάγγελμα. Κι αυτό γιατί παρεμβάλλονται πια μια σειρά από ενδιάμεσα εμπόδια: από τους διαφόρων ειδών διαγωνισμούς, ασκήσεις και άλλες διαδικασίες που δίνουν δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, μέχρι τους διάφορους τίτλους σπουδών και πιστοποιήσεις που η κτήση τους κάνει το βιογραφικό του υποψήφιου εργαζόμενου/ανέργου πιο «ανταγωνιστικό» και αντιστοιχισμένο στις πρόσκαιρες ανάγκες του εργοδότη του οποίου την πόρτα θα χτυπήσει.

Δίπλα στα μεταπτυχιακά προγράμματα, που πλέον έρχονται ως «φυσική συνέχεια» των προπτυχιακών σπουδών για όποιον θέλει και μπορεί (αφού τα δίδακτρα και οι όροι σπουδών αποτελούν επιπλέον ταξικά φίλτρα), σήμερα στα πανεπιστήμια λειτουργούν πάμπολλα άλλα προγράμματα κατάρτισης και διά βίου μάθησης (που εγκαινιάστηκαν με το νόμο Διαμαντοπούλου και κρατάει αυτούσια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ), που όλα έχουν δίδακτρα, ο τζίρος από τα οποία ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως πανελλαδικά.

Ετσι, οι διαβαθμίσεις προσόντων και η υφιστάμενη και προωθούμενη κατηγοριοποίηση Ιδρυμάτων και αποφοίτων αξιοποιούνται ώστε συνολικά να πιέζεται προς τα κάτω η τιμή της εργατικής δύναμης και τα δικαιώματα των εργαζομένων, στο έδαφος του καθεστώτος ζούγκλας στα εργασιακά που διαμορφώνουν οι πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όπως κι όλων των άλλων αστικών κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως σύνθεσης.

Απάτη η ΣΥΡΙΖΑίικη προπαγάνδα περί διδάκτρων

Με βάση στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, συνολικά λειτουργούν σήμερα 735 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, εκ των οποίων τα 416 έχουν δίδακτρα (μεταξύ των οποίων και τα 108 των ΤΕΙ). Τα συνολικά έσοδα των ιδρυμάτων από τα δίδακτρα σε ετήσια βάση ανέρχονται σε 77.453.133 ευρώ. Από τα ετήσια έσοδα των ΠΜΣ, το 35% αποδίδεται στα Ιδρύματα και τους ΕΛΚΕ (που αποτελούν τον κόμβο διαχείρισης των πάσης φύσεως και προελεύσεως πόρων και της επιχειρηματικής λειτουργίας των Ιδρυμάτων) και το 65% αφορά αμοιβές διδασκόντων, αγορά εξοπλισμού, υποτροφίες, γραμματειακή υποστήριξη κ.λπ.

Πώς απαντά, λοιπόν, σε αυτήν την κατάσταση το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης; Ως ανώτατο όριο για το «τέλος εγγραφής» τίθεται το τριπλάσιο του εκάστοτε νομοθετικά οριζόμενου κατώτατου ακαθάριστου μηνιαίου μισθού, λες και τα 586x3=1.758 σήμερα είναι λίγα! Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι στο σχέδιο νόμου προβλέπονται και «πρόσθετες επιβαρύνσεις» που δεν μπορούν να ξεπερνούν το 1/3 του τέλους εγγραφής για συμμετοχή σε εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες. Δηλαδή, το κόστος ανεβαίνει κι άλλο: 1.758+586=2.344.

Επιπλέον, γίνεται αναφορά στη δυνατότητα των Ιδρυμάτων να θεσπίζουν «θερινά προγράμματα», για τα οποία προβλέπονται τέλη εγγραφής για τους ενδιαφερομένους, καθώς και διασύνδεσή τους με τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. Για αυτά, επίσης, προβλέπονται και ειδικοί όροι αποζημίωσης των διδασκόντων.

Προπαγανδίζοντας τη δήθεν μέριμνα για τους οικονομικά αδύναμους φοιτητές, με αφορμή το προτεινόμενο καθεστώς των «τελών εγγραφής», ο ΣΥΡΙΖΑ:

I) κάνει πράξη τη δέσμευση για κατάργηση των διδάκτρων, αφού πλέον αντί για δίδακτρα θα υπάρχουν... «τέλη εγγραφής» (για να μη μας λένε ότι δεν τους δίνουμε και τα εύσημα που τους αξίζουν, δηλαδή...),

II) δίνει τη δυνατότητα επέκτασης των διδάκτρων και στα προγράμματα που μέχρι τώρα δεν είχαν,

III) θεσμοθετεί ένα μηχανισμό περαιτέρω ενίσχυσης των πάσης φύσης προγραμμάτων κατάρτισης και διά βίου μάθησης, αφού αφήνει ανέγγιχτο το σημερινό πλαίσιο, ενώ προβλέπει και νέου τύπου τέτοια προγράμματα (βλ. τα «θερινά» που αναφέραμε παραπάνω). Κάτι μας λέει ότι ήδη πολλά Ιδρύματα έχουν πιάσει το νόημα και προετοιμάζονται κατάλληλα να εκμεταλλευτούν την «ευκαιρία»..,

IV) προωθεί περαιτέρω την επιχειρηματική λειτουργία των Ιδρυμάτων και τη διασύνδεσή τους με επιχειρήσεις κι άλλους εξωπανεπιστημιακούς φορείς. Συγκεκριμένα, στο σχέδιο νόμου γίνεται ρητή αναφορά σε έσοδα των προγραμμάτων από δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, από παροχές νομικών προσώπων, πόρους από ερευνητικά προγράμματα, ευρωπαϊκούς πόρους και κάθε άλλη νόμιμη πηγή. Αν αυτό δεν είναι περαιτέρω άνοιγμα του δρόμου για άμεση εμπλοκή των επιχειρήσεων στο εκπαιδευτικό έργο, τότε τι είναι;

Με δεδομένο ότι ένα μέρος των εσόδων από τα δίδακτρα χρηματοδοτεί λειτουργικές ανάγκες των ιδρυμάτων (που θα έπρεπε να καλύπτονται αποκλειστικά από την κρατική χρηματοδότηση), τότε είναι προφανές ότι η υλοποίηση των προβλέψεων του σχεδίου νόμου θα πυροδοτήσει μηχανισμούς «κάλυψης» των απωλειών από τα έσοδα που θα προέκυπταν από τα ακριβότερα μεταπτυχιακά. Ποιες είναι, λοιπόν, οι λύσεις που προφανώς θα προκριθούν και οι οποίες ουσιαστικά πριμοδοτούνται από την κυβέρνηση με το σχέδιο νόμου; Οριζοντιοποίηση των διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά στο ανώτατο όριο (μεταξύ των οποίων τα 211 που σήμερα δεν έχουν δίδακτρα και τα 103 που έχουν δίδακτρα μέχρι 1.900 ευρώ), αφού το κάθε Τμήμα και Ιδρυμα αναμένεται να τρέξει να αξιοποιήσει τη σχετική δυνατότητα που παρέχεται από το σχέδιο νόμου, περαιτέρω επέκταση των προγραμμάτων κατάρτισης και διά βίου μάθησης, περαιτέρω αναζήτηση εξωτερικών πηγών χρηματοδότησης και διασύνδεσης με επιχειρηματικούς ομίλους.

Απαντάμε από τη σκοπιά των σύγχρονων αναγκών μας

Σύγχρονο, αναγκαίο και εφικτό σήμερα δεν είναι τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, αλλά το αντιπάλεμα του κατακερματισμού της γνώσης, της κατηγοριοποίησης των Ιδρυμάτων, σπουδών και αποφοίτων, της στρατηγικής της διά βίου κατάρτισης που τσακίζει δικαιώματα στο όνομα της προσαρμογής στις απαιτήσεις της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.

Γι' αυτό, παλεύουμε για άμεση κατάργηση των διδάκτρων όπου υπάρχουν. Αντιπαλεύουμε δυναμικά κάθε απόπειρα προκήρυξης ΠΜΣ με δίδακτρα. Απαιτούμε την κατάργηση των προγραμμάτων κατάρτισης και διά βίου μάθησης που λειτουργούν στα Ιδρύματα, αντιπαλεύουμε την ίδρυση νέων.

Δεν αποδεχόμαστε ούτε το πανεπιστήμιο - επιχείρηση, ούτε τις επιχειρήσεις στα πανεπιστήμια. Απέναντι στην κυβέρνηση που συνεχίζει στη ρότα των προηγούμενων και προσφέρει στήριξη και ζεστό χρήμα με τη σέσουλα στο κεφάλαιο (φοροαπαλλαγές, αναπτυξιακός, λεφτά από προγράμματα του ΟΑΕΔ, μείωση του μισθολογικού και μη κόστους της εργασίας κ.ά.), παλεύουμε για τη στήριξη των Ιδρυμάτων για την κάλυψη των μορφωτικών αναγκών του λαού, της έρευνας προς όφελος των λαϊκών αναγκών, απαιτώντας την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης.


Του
Δημήτρη ΚΟΙΛΑΚΟΥ*
*Ο Δημήτρης Κοιλάκος είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org