Το κράτος - δολοφόνος Ισραήλ ευθύνεται για τα 2/3 όλων των δολοφονιών δημοσιογράφων και εργαζομένων στα Μέσα Ενημέρωσης το 2025, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των νεκρών παγκοσμίως στο ιστορικό ρεκόρ των 129. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό που έχει καταγράψει ποτέ η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) στα 30 και πλέον χρόνια που κρατάει αρχεία. Το προηγούμενο ρεκόρ θανάτων είχε καταγραφεί το 2024, ξανά με ευθύνη του Ισραήλ και των συμμάχων του, που στοχοποιούν ανοιχτά δημοσιογράφους και εργαζόμενους στα ΜΜΕ για να μη βρίσκει αντίπαλο η βρώμικη προπαγάνδα τους και τα fake news. Οι δολοφονίες δημοσιογράφων και εργαζομένων με drone επίσης αυξάνονται. Οι πρώτες 2 είχαν καταγραφεί το 2023 και πλέον έχουν φτάσει τις 39. Για όλα αυτά τα εγκλήματα, ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει και δεν έχει αποδοθεί καμιά ποινική ευθύνη. Πέρα από αυτό, πολλοί δημοσιογράφοι βρίσκονται ανάμεσα και στους περίπου 3.500 Παλαιστίνιους που είναι φυλακισμένοι, χωρίς στους περισσότερους από αυτούς να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες. Τα βρώμικα ιμπεριαλιστικά σχέδια για μετατροπή της Γάζας σε αμερικανο-ισραηλινό προτεκτοράτο και η γενοκτονία με τη στήριξη των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ συνοδεύονται από τη συστηματική προσπάθεια του κράτους - δολοφόνου να επιβάλλει λογοκρισία και φίμωση σε όποιον αποκαλύπτει τα εγκλήματά τους, φτάνοντας μέχρι τις εν ψυχρώ δολοφονίες.
Μετά τη συνάντηση που είχε την περασμένη βδομάδα με αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου, ο υπουργός Αμυνας Ν. Δένδιας αναφέρθηκε στη «σημασία της στρατηγικής αμυντικής σχέσης Ελλάδας - ΗΠΑ για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή». Το πόση «σταθερότητα» αποπνέει για τον λαό η «στρατηγική σχέση» με τις ΗΠΑ, αναδεικνύεται και από το πρωτοσέλιδο της «Washington Post» στις 24 Φλεβάρη, όπου φιλοξενούνταν φωτογραφία του αμερικανικού αεροπλανοφόρου «USS Gerarld Ford» στη Σούδα, με τίτλο: «Κορυφαίος στρατηγός εντοπίζει ρίσκα στην επίθεση στο Ιράν». Πρόκειται για τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, ο οποίος «εξέφρασε τις ανησυχίες του σε συνάντηση με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε μεγάλη επιχείρηση εναντίον του Ιράν θα αντιμετωπίσει προκλήσεις, καθώς τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της συνεχιζόμενης υπεράσπισης του Ισραήλ από την Ουάσιγκτον και της υποστήριξης προς την Ουκρανία». Πέρα από τις «επιχειρησιακές» δυσκολίες, ο στρατηγός έχει δηλώσει επίσης ότι οποιαδήποτε επιχείρηση «θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολη λόγω έλλειψης υποστήριξης από συμμάχους (...) ή στην περίπτωση μιας ευρύτερης σύγκρουσης που θα απαιτούσε περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις». Οσο ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ξεδιπλώνει τα βρώμικα σχέδιά του και η χώρα μας εμπλέκεται βαθύτερα σ' αυτά, με ορμητήριο τη βάση της Σούδας, τόσο πιο επικίνδυνα γίνονται τα σενάρια της αμερικανοΝΑΤΟικής «σταθερότητας» για τον λαό.
«Τα τρένα είναι πιο ασφαλή σήμερα», είπε ο Κυρανάκης, αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών, σε συνέντευξή του, τρία χρόνια μετά το έγκλημα στα Τέμπη. Το θράσος τους δεν έχει όρια. Μιλάνε για ασφάλεια σε ένα δίκτυο που εξακολουθούν να συμβαίνουν σοβαρά ατυχήματα και μεγάλες καθυστερήσεις, ακόμα και μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, επειδή οι αιτίες που οδήγησαν στα Τέμπη είναι εδώ και οξύνονται, στο έδαφος της «απελευθέρωσης» που βαθαίνει. Μιλάνε για ασφάλεια όταν πριν μερικές μέρες η κυβέρνηση με νομοσχέδιο έδωσε νέα δωράκια στην «Hellenic Train» που μειώνουν το κόστος και την ευθύνη της συντήρησης. Μιλάει για ασφάλεια η κυβέρνηση, όταν πολλά έργα αποκατάστασης των καταστροφών στον σιδηρόδρομο από τον «Daniel» πάνε για τον Δεκέμβρη του 2028, δηλαδή σε τρία χρόνια (!) ενώ για το τμήμα μετά τον Δομοκό, στον άξονα Αθήνας - Θεσσαλονίκης, προβλέπεται ολοκλήρωση τον Αύγουστο του 2026. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η νέα σύμβαση με τη «Hellenic Train» δίνει παράταση τριών ετών στην υποχρέωσή της για επενδύσεις ύψους 15 εκατ. ευρώ σε τεχνολογικά συστήματα, που «δεσμευόταν» να υλοποιήσει έως τις 31/12/2024. Μιλάνε για ασφάλεια, όταν τρία χρόνια μετά το έγκλημα η επιχείρηση συγκάλυψης συνεχίζεται, με στόχο να μείνουν στο απυρόβλητο οι εγκληματικές ευθύνες της ΕΕ και των κυβερνήσεων που στηρίζουν τη στρατηγική του κεφαλαίου στον σιδηρόδρομο.