ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 9 Μάρτη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Μαριάνα Αίνου - Κουτούζη

Η Μαριάνα Αίνου - Κουτούζη, εργάστηκε σαν πρώτη γραμματέας στη γαλλόφωνη Ελληνική Βιβλιογραφία (έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών), και φοίτησε στις δραματικές σχολές Ροντήρη και Εθνικού Θεάτρου. Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Η απλή, τρυφερή, μα και τραγική κάποτε ζωή των ανθρώπων που πρωτογνώρισε στο νησί, η ομορφιά του, τα συμβάντα που περικλείουν αγνότητα, καλοσύνη, μα και «Το δέντρο του κακού», όπως βέβαια και η φυσική κλίση της για δυνατό κι εκφραστικό λόγο, την ώθησαν στο δρόμο της λογοτεχνίας, όπου και για το έργο της Ζαχαροκάλαμα, πήρε το βραβείο λογοτεχνίας από την Ακαδημία Αθηνών. Τώρα έχει υπό έκδοση τα βιβλία «Σώμα και Φως», και το «Ιθάκη - Γεωγραφία της τρυφερότητας ή Εκρήξεις στον Παράδεισο», απ' όπου βάζουμε εδώ, ένα κεφάλαιο. Αλλα της έργα είναι: «Ρίζες» (ποίηση), «Γοργόνες και Δακρυγόνα», (ποίηση), «Διπλή αυτοκτονία στον ίδιο άνθρωπο» (νουβέλα), «Στη ζωή του Τέλους» (νουβέλα).

Παραμύθια: «Πίσω απ' τον Καιρό», «Κρινιώ η Γοργώ και τ' Αθάνατο Νερό», «Βρήκανε μια Δικτατορία», «Το χωριό της Φιλίας», «Το Αυγό της Αγάπης», «Μια Φασολιά στον Ουρανό».


Π' αστροπελέκι να τόνε κάψει... και τέσσερες να τόνε σηκώσουνε, Παναγία Παρθένα μου...

Γρηγοριάδης Κώστας

Η Σταματούλα μας ήτανε μάλλον γριά και γεροντοκόρη (θα 'λεγα σήμερα, για να την καθορίσω). Ομως ούτε γριά τη βλέπαμε τότε, ούτε γεροντοκόρη, αφού στην πρώτη λέξη κρυβόταν κάπως ένας θάνατος, και στη δεύτερη σχεδόν μια κατηγόρια, που την ήθελε παράξενη, λοξή και ιδιότροπη. Για μας όλα τούτα ήτανε ψέματα και βρίσκαμε, ακουμπώντας στην ποδιά της, μόνο ευχάριστη ζεστούλα και ασφάλεια.

Απ' όταν άρχισα να παρατηρώ τον κόσμο, θυμάμαι τη Σταματούλα να φοράει πάντα ένα πολύ ξεθωριασμένο από το πλύσιμο, γκριζογάλανο φόρεμα, με τετράγωνα μπαλώματα σαν μεγάλα στολίδια, καθώς είχανε τα πρωταρχικά ζωηρά χρώματα του φουστανιού της.

Ομως, εκείνο που την έκανε περισσότερο «Σταματούλα» ήτανε τα κλειδιά «της»! Τα δυο μεγάλα, βαριά, σιδερένια κλειδιά, που της εμπιστεύονταν για να φυλάει δυο ξένα σπίτια.

Δεμένα στη ζώνη του φουστανιού της, έσμιγαν την παρουσία τους με τη ζωή της, βγάζοντας ένα μικρό, γλυκό σιδερένιο ήχο σε κάθε της κίνηση.

Ω! Τι γλυκά που ήτανε στ' άγγιγμά τους εκείνα τα πολύτιμα και ζωντανά κλειδιά που όριζε... Σκοπός της ζωής της, όλες της οι τιμές ήτανε... όλο «το σέβας της κοινωνίας».

Ο κόσμος της Σταματούλας μας, λοιπόν, ήταν τα παιδιά, τα κλειδιά των σπιτιών που φύλαγε το χειμώνα, το «τσιγαρίδι» που μαγείρευε για μας τα παιδιά και τα παραμύθια. Ομως μαζί μ' όλ' αυτά ήτανε και ο Ματονές, που ποτέ δεν πρόφερε τ' όνομά του, μα καταλάβαινες πως μίλαγε για κείνον, όταν έλεγε «ο βερζεβούλης, που κακό χρόνο να 'χει, π' ανάθεμάτονε, που κακή και ψυχρή του μέρα, που καλή μέρα να μη δει, και που τέσσαρες να τόνε σηκώσουνε, Παναγία Παρθένα μου».

... Σταματούλα, λοιπόν, ίσον η τρυφεράδα κι αφοσίωσή της για όλους εμάς, δίπλα σ' ένα προσανατολισμένο μίσος, όλο λόγια και κατάρες, που, ωστόσο, ποτέ δεν πήρε την παραμικρή μορφή εκδίκησης. Μόνο πως αγάπη και μίσος στην ισορροπία τους τη βαστούσανε στη ζωή. Ματονές, λοιπόν, ήταν ο μπακάλης του χωριού, μαζί και σφάχτης, χασάπης, ταβερνιάρης, ψιλικατζής και υφασματέμπορος. Η Σταματούλα, που τον είχε εχθρό (μάλλον γιατί επήγε να την αγγίξουνε τα «ξερά» του), ορκίστηκε να μην πατήσει ποτέ το πόδι της στο μαγαζί του. Κι ακόμα κάτι πολύ πιο δύσκολο. Να μη βάλει στο στόμα της φαγώσιμο που έβγαινε από κει, ούτε να βάλει πάνω της ρούχο, κλωστή ή ό,τι άλλο που να πουλούσε, και «να την έκοβε ο θεός, καλύτερα». Κινδύνευε, λοιπόν, να μη φάει ψωμί πολλές φορές, αφού καθώς ήτανε μόνη της, δε ζύμωνε, μόνο έτρωγε αγοραστό, που το έφερνε ο Βεντούρας πάνω σ' ένα κάρο. Οταν, λοιπόν, ο Ματονές πρόφταινε κι έπαιρνε πρώτος όλο το ψωμί για να το δευτεροπουλήσει, και τ' αγγίζανε τα «ξερά» του, «που διάλεμπα μέσα του», τότε η Σταματούλα, διακριτική και περήφανη, καθότανε χωρίς ψωμί, για να μη ζητήσει. Ομως, συχνά κάποιος από τα σπίτια που «εχτιμούσε», καταλάβαινε την κατάσταση και την έπειθε, με πολύ κόπο, να πάρει δανεικό ένα ζυμωτό καρβέλι.

Ο Ματονές ήτανε κοντά μας, μα εμείς συχνά ψωνίζαμε και από άλλο μπακάλικο, για χάρη της Σταματούλας. Κι όταν εκείνη τύχαινε να περνάει μπροστά από το σπίτι μας σε ώρα δείπνου και την καλούσαμε με χίλια παρακάλια να κάτσει στο τραπέζι μας, η Σταματούλα ρωτούσε κάπως επιφυλακτικά μήπως ό,τι τρώγαμε ήταν αγορασμένο από τον «μπισκατάρατο».

Η μαμά της απαντούσε «όχι» και ήταν αλήθεια. Κάποτε όμως τύχαινε να 'χουμε ψωνίσει μόνο από το Ματονέ. Κι όταν έκανε κρύο και το φαγητό μας ήτανε ζεστό και καλομαγειρεμένο, χωρίς να υπάρχει τίποτα έξω από εκείνο στο σπίτι για να της προσφέρουμε, τότε η μαμά τής έλεγε ψέματα. Μόνο εμείς ξέραμε πως της έλεγε κάποτε ψέματα. Η Σταματούλα, ωστόσο, αυτές τις λίγες φορές, λες κι υποψιαζότανε κάτι. Την έβαζε, λοιπόν, να ορκιστεί. Η μαμά μας άλλαζε κουβέντα και πώς τολμούσε, λέει, να τη βάζει να ορκίζεται, και ποτέ δεν ορκιζότανε, και την είχε ακούσει ποτέ στη ζωή της να πει ψέματα; Μα εκείνη την κοίταζε στραβά, περιμένοντας πάντα τον όρκο της, για ν' αγγίξει το φαγητό.

Απ' έξω βαρυχειμωνιά και μέσα στην καρδιά της Σταματούλας έκανε μεγάλο κρύο. Η σούπα μας άχνιζε ζεστή.

«Σε τούτη τη στιγμή, όρκος δεν πιάνεται», σκεφτόταν η μαμά. Κι ορκιζότανε στα παιδιά της.

«Να μην τα χαρώ», της έλεγε, καθώς μέσα της σκοτείνιαζε ο φόβος του επίορκου, που πάλευε πρωτόγονα με την ενστικτώδικη επιθυμία της για προσφορά.

Υστερ' απ' αυτό τον όρκο, η Σταματούλα δεν κρατιότανε κι έπεφτε μ' ευτυχισμένη βουλιμία πάνω στην ιερόσυλη σούπα μας, δοξάζοντας όλη την ώρα τον «Υψιστο» και δίνοντας πλούσιες ευχές σ' εμάς, ανάλογες με την απόλαυση που ένιωθε και την όρεξή της.

...............

Στο τέλος της βραδιάς, η μαμά τής «έφεγγε» από την ανοιχτή πόρτα με τη λάμπα. Ακούγαμε τα πρώτα βήματά της στην αυλή κι έπειτα ν' απομακρύνονται στο δρόμο.

Η μεγάλη σιδερένια μπάρα («καδενάτσος», «φουνταδόρος», ή «σαγιαδόρος») έμπαινε από τη μια, ως την άλλη άκρη της πόρτας μας, περισσότερο για ν' ασφαλίσει μέσα, τη γλύκα του ύπνου μας, παρά για τους απ' έξω ληστές κάποιων άλλων καιρών. Τελικά, βρισκόμαστε μόνοι μας.

Μα τότε άρχιζε το πανηγύρι. Γιατί ποια μεγαλύτερη αφορμή θα παρουσιαζότανε σε μας τα παιδιά για ξεφωνητά και γέλια, παρά ετούτη που σκεφτόμαστε τη «μανέστρα» του Ματονέ να χοροπηδάει μέσα στην κοιλιά της Σταματούλας.

Ω, ευθυμία του πρώτου μας καιρού, που θέλει τη χαρά εκρηκτική, καθώς ο χρόνος σιγά σιγά τη μεταμορφώνει σ' εκείνο το ίσως αδιάφορο, όμως συναινετικό χαμόγελο της μητέρας μας, που από μέσα του έλεγε... «Χαρείτε, γελάσετε. Τώρα είναι η ώρα ν' αποταμιεύετε χαρά, τώρα που μπορείτε να την έχετε με το τίποτα...».

***

Η Σταματούλα μας άρχιζε να νιώθει πως η ζωή της πέρασε. Και ποιος φτωχός και ταπεινός, ή πλούσιος και τρανός, δεν έχει πάει μια φορά τουλάχιστον στον «Αγιο προστάτη μας κι αφέντη του νησιού, όπου μεγάλ' η χάρη του».

Πολλές αμαρτίες του κόσμου που έπρεπε να συχωρεθούν και στη Σταματούλα είχανε μαζευτεί κάτι μικρές μικρές και καθημερινές έπειτ' από τόσα χρόνια, πάνω στην καμπούρα της...

Κι ούτε που ήθελε να βάλει στο μυαλό της τη μεγαλύτερη από δαύτες τσι κατάρες, δηλαδή που έδινε στο Ματονέ.

Αμαρτία, που την εβάσταγε μακριά, τη μαύρη, από το Αγιο Δισκοπότηρο.

Η μόνη της ελπίδα, λοιπόν, ήταν ο Αγιος, παρόλο που τα πειραχτήρια του χωριού τής λέγανε πως για να πάει στη χάρη του πρέπει πρώτα να γονατίσει, λέει, μπροστά στον εχθρό της το Ματονέ, να του ζητήσει συχώρεση και να του φιλήσει το χέρι, λέει. Πράγμα που ήτανε αδύνατο, και καλύτερα να την έκοβε αστροπελέκι. Λοιπόν σκέφτηκε πως πιο καλά θα ήτανε να κάνει μια σεβαστικιά κουβέντα με τον Αγιο και συναμεταξύ τους.

Ετσι κατέβασε από τον τοίχο της την εικόνα του Αγιου κι άρχισε να του μιλάει... Ξέρω πως είναι μιλιούνια οι αμαρτίες μου, Αφέντη μου, και πως δε φτάνουνε για δαύτες όλα τα σπερματσέτα τση Εκκλησιάς σου. Ομως, καθαροί λογαριασμοί. Τόσα λεφτά έχω κι εσύ σβήσε μου τσι μεγαλύτερες.

Εδώ που τα λέμε, εσύ τίποτις δεν έκαμες για μένα! Σου παραπονέθηκα ποτές; Ομως, εγώ, το τάμα μου είναι τάμα... κι εσύ ξέρεις πώς τα μάζεψα εφτούνα.

Και τώρα ξέρεις γιατί θέλω περισσότερο να Σου μιλήσω ιδιαιτέρως... Για κειόνε, Αγιέ μου, τον μπισκατάρατο που πήγε να με μαγαρίσει, μα δεν του 'φεξε, του κερατά. Μόνο εσύ το ξέρεις, μεγάλη Σου η χάρη, αφέντη μου, και καλύτερα να με βλογιοκόψει ο θεός, παρά να του μιλήσω.

Του λόγου Σου Αγιος είσαι και κάμε κουμάντο στα συχωριλίκια σου. Μα σε ειδοποιάω, να μην κάνεις καμιά στραβοτιμονιά, κι άσε με τη μαύρη να έρθω στο πανηγύρι σου. Α θέλεις, άσε με ζωντανή ίσα με τότενες, κι εγώ θα καταλάβω.

Σταυροκοπήθηκε και περίμενε συλλογισμένη, ώσπου έφτασε η ώρα. Κι αφού έμεινε ζωντανή, κατάλαβε πως είχε την άδεια να πάει στη Χάρη του.

Ενα πρωί, λοιπόν, έφυγε μέσα στο σύθαμπο μαζί με τους άλλους που είχαν «αξιωθεί», καθιστοί και όρθιοι, μέσα στην κασόνα του μοναδικού φορτηγού στο χωριό, για να πάνε στον Αγιο.

Χαμηλές φωνές, σούρτα - φέρτα, το κλάξον κανά δυο φορές για τους καθυστερημένους, ώσπου ξεκίνησαν με σταυροκοπήματα, «βοήθειά τους»...

***

Δεν ξέρουμε τι έγινε στο δρόμο, ούτε όταν έφτασαν στον Αγιο. Ξέρουμε, όμως, τι έγινε όταν ξαναγύρισαν.

Μόλις έφτασαν, λοιπόν, η Σταματούλα ήρθε πρώτα στο σπίτι μας. Τα μικρά, γαλανά, ζαρωμένα ματάκια της ήτανε κατακόκκινα. Από συγκίνηση; Από ξενύχτια; Ισως κι από τα δύο. Κούναγε τα χέρια της, όλο άλλαζε θέση, κοκκίνιζε και ξανακοκκίνιζε, σταυροκοπιότανε, «κι αυτή τη χάρη δεν την είχε "ορπίσει" (ελπίσει δηλαδή)». Και τέτοια ελπίδα, μόνο αν σε αξιώσει ο αφέντης μας ο Αγιος, μπορεί να βγει αληθινή...

Εκλαιγε, μας φιλούσε «τα πουλάκια της» και σταυροκοπιότανε. Σαν να 'χε κουβαλήσει μαζί της ένα φως και το μοίραζε με τα χέρια της κομμάτι κομμάτι, πάνω στα κεφάλια μας. Μουρμούριζε λόγια θεοτικά και σε κάποια στιγμή έφυγε σαν αερικό μέσα στο βράδυ, με τα γιορτινά της και κείνο το φως!

***

Την άλλη μέρα (εν τω μεταξύ τίποτα δεν είχαμε ακούσει) την άλλη μέρα καταμεσήμερο, την ξανάδαμε... Μα πώς! Με τα καθημερινά της ρούχα ξεκούμπωτα. Ξεμαλλιασμένη, χωρίς μαντίλι, με αμολημένη τη ζώνη και στα χέρια της ένα μεγάλο σουβλί. Εβριζε, καταριότανε και σούβλιζε τον αέρα.

- «Ποιος», φώναζε ξελαρυγγισμένη, «ποιος κερατάς, μωρέ, το 'κανε... π' αστροπελέκι να τόνε κάψει...».

Ενα φάντασμα κυνηγούσε που την τρέλανε. Εκείνονε, που πάνω στα κεραμίδια του μικρού, κατάδικού της σπιτιού είχε βάλει από βραδίς έναν αχερένιο καλόγερο, με το καλιμαύκι του και όλα.

Κατάλαβε τι θέλανε να πούνε μ' αυτό. Θέλανε να πούνε πως πήγε στον Αγιο, για τσου καλόγερους, που τη θέλανε γι' αγαπητικιά. Τέτοιες πομπές! Τέτοιες ντροπές...

Τέτοιο αστείο...

Τέτοια Κόλαση βάλανε στο σπίτι της. Τέτοια φωτιά μέσα στην καρδιά της...

Μια θάλασσα η στέρηση κι άλλη μια τώρα η αδικία, που όλο βράχνιαζε τη φωνή της κι όλο την έπνιγε...

Την έβαλε στο σκοτάδι, και τα κλειδιά χαθήκανε...

Η τελευταία εικόνα της Σταματούλας μας...

Από τότε, δεν την ξανάδα πια, παρά καθώς έμεινε στα νυσταγμένα μάτια μου, την ώρα που το παραμύθι της με παράδινε στον ύπνο.

ΥΓ: Η Σταματούλα πέθανε ύστερ' από κάποια χρόνια και τότε δεν είχε πια κλειδιά που κλείδωναν τα ξένα σπίτια, ούτε καμιά μητέρα με παιδόπουλα, για να την προσκαλεί στο τραπέζι της.

Πόλεμος. Ερημιά. Κατοχή και πέθανε μονάχη, καθώς ίσως να ονειρευόταν ένα παιδάκι στα γόνατά της. Ετσι τη σκέπασε η αδικία, μα και η φτωχή, γλυκιά ευτυχία του πρώτου μας χωριού που της χάιδεψε το χέρι, κι έπειτα της άνοιξε, λέει, την πόρτα του Παραδείσου για να περάσει. Εκεί θα εύρισκε, λέει, όσους την είχαν αγαπήσει, λέει, και για τούτο ήταν εντελώς σίγουρη... εκτός βέβαια «από εκείνον τον μπισκατάρατο, π' αστροπελέκι να τόνε κάψει, και που τέσσαρες να τόνε σηκώσουνε Παναγία Παρθένα μου».

Ο χρόνος καταβροχθίζει λαίμαργα το χρόνο.

Εδώ τρυφερότητα κι εκεί εκρήξεις.

Μεγάλα ονόματα. Μεγάλα Εργα.

Καταστροφές και Θρίαμβοι.

***

Βαθιά, πλούσια ταπεινοσύνη

γραμμένη στο αίμα μου,

κι εγώ γράφω για τη Σταματούλα μας.


Της
Μαριάννας ΑΙΝΟΥ - ΚΟΥΤΟΥΖΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org