ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 7 Ιούλη 2013
Σελ. /24
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Χρειάζεται συνολική εναντίωση στην πολιτική ιδιωτικοποίησης του νερού

Οι θέσεις του ΚΚΕ απέναντι στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης να εκποιήσει τις εταιρείες ύδρευσης

Από την ημερίδα για το νερό στη Θεσσαλονίκη, που συγκέντρωσε το ενδιαφέρον επιστημονικών φορέων και φορέων του κινήματος

MotionTeam

Από την ημερίδα για το νερό στη Θεσσαλονίκη, που συγκέντρωσε το ενδιαφέρον επιστημονικών φορέων και φορέων του κινήματος
Στο πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων, η κυβέρνηση δρομολογεί την εκποίηση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, σαν μέρος των γενικότερων αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων. Η παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση ενός ζωτικής σημασίας κοινωνικού αγαθού, όπως είναι το νερό, θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες όχι μόνο για τους εργαζόμενους στις εταιρείες Υδρευσης, αλλά συνολικά για το λαό. Στον αντίποδα των σχεδίων της κυβέρνησης, αλλά και των άλλων διαχειριστικών, τάχα εναλλακτικών λύσεων που προβάλλουν δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι η πρόταση του ΚΚΕ, που παρουσιάστηκε εκτενώς σε ημερίδα της ΚΟ Κεντρικής Μακεδονίας του Κόμματος, στη Θεσσαλονίκη, στις 6 Ιούνη. Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει σήμερα ολόκληρη την εισήγηση που έκανε στην ημερίδα ο Μάκης Παπαδόπουλος, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

***

Πλήθος δημοσιευμάτων, μελετών, στοιχείων επιβεβαιώνουν με βάση την ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία τις αρνητικές για το λαό συνέπειες της πολιτικής της άρχουσας τάξης και της ΕΕ για τις υπηρεσίες ύδρευσης - αποχέτευσης.

Σήμερα, έχει πλέον επιστημονικά τεκμηριωθεί ότι η πλήρης ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης συνοδεύθηκε με εκτίναξη των τιμών λαϊκής κατανάλωσης, αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων των ομίλων για τη συντήρηση και επέκταση των δικτύων, υποβάθμιση της ποιότητας του νερού και της επεξεργασίας των λυμάτων, διακοπή των σχετικών μετρήσεων, επιδείνωση της κατάστασης των εργαζομένων του κλάδου. Αναφερόμαστε σε ένα πλήθος περιπτώσεων απ' τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία μέχρι τη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Αργεντινή, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Αργεντινή, πρωταγωνιστής της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων ήταν ο γαλλικός όμιλος «Suez», ο οποίος σε συμμαχία με την «Ελλάκτωρ» του ομίλου Μπόμπολα αποτελεί τον ένα βασικό διεκδικητή της ΕΥΑΘ. Στον αντίποδα βρίσκονται οι ισραηλινές εταιρείες «Arison» και «Mekorot» σε συνεργασία με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και τον Αποστολόπουλο. Οι ανταγωνιστές του διαγωνισμού αναδεικνύουν αφενός τη συνεργασία εγχώριων και διεθνών μονοπωλιακών ομίλων και αφετέρου τη γεωπολιτική διάσταση του θέματος, του ελέγχου της διαχείρισης του νερού ως πεδίου ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή.

Αυτές οι εξελίξεις, αυτή η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης, μας φέρνουν αντιμέτωπους με το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: Ποιος δρόμος ανάπτυξης, ποια πολιτική μπορεί να διασφαλίσει την αξιοποίηση του νερού για την ικανοποίηση του συνόλου των λαϊκών αναγκών, σχετικά με την ύδρευση, την άρδευση, την αποχέτευση, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τη στήριξη της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, την ισόρροπη ανάπτυξη των περιφερειών, την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την αντιπλημμυρική προστασία των πόλεων;

Αρκεί η αλλαγή της τρικομματικής κυβέρνησης, όπως υποδεικνύει ο ΣΥΡΙΖΑ; Αρκεί η διατήρηση της σημερινής κατάστασης, η διατήρηση του δημόσιου ή του δημοτικού χαρακτήρα στην ιδιοκτησία των επιχειρήσεων ύδρευσης - αποχέτευσης, για να αποτρέψει την επιδείνωση και να ανοίξει το δρόμο για την αξιοποίηση του νερού με γνώμονα τη λαϊκή ευημερία; Οποιος απαντά καταφατικά, καλό είναι να ξανασκεφτεί και να διδαχθεί απ' την πορεία που μας έφερε στη σημερινή κατάσταση.

Η πορεία της ΕΥΑΘ μέχρι σήμερα αποτελεί ένα εμβληματικό παράδειγμα. Εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο το 2001 και σήμερα το Δημόσιο κατέχει μόνο το 74% του μετοχικού της κεφαλαίου. Παρά την αύξηση των καταναλωτών κατά 80.000 τη συγκεκριμένη περίοδο, ο αριθμός των εργαζομένων συρρικνώθηκε δραματικά απ' τους 700 στους 250 μόνιμους υπαλλήλους, ενώ αυξήθηκαν οι ενοικιαζόμενοι απασχολήσιμοι με μισθό πείνας 500 ευρώ.

Η συντήρηση του δικτύου 2.200 χιλιομέτρων αγωγών ύδρευσης και 1.800 χιλιομέτρων αγωγών αποχέτευσης θυσιάστηκε στο βωμό της βελτίωσης της κερδοφορίας της επιχείρησης. Η ίδια η εταιρεία υπολογίζει σε 26% τις απώλειες νερού, ενώ το ΤΑΙΠΕΔ στο 32%. Η ίδια η επιχείρηση καταγράφει 5.232 συμβάντα διαρροών, ενώ γνωστό είναι το ατύχημα του 2004 στους αγωγούς των πηγών της Αραβησσού.

Παράλληλα, η κερδοφορία της επιχείρησης είναι συνεχής και αυξανόμενη, από 15 εκατ. ευρώ κέρδη μετά φόρων το 2008 στα 20,5 εκατ. το 2011. Σήμερα, στη θυγατρική της επιχείρησης, την ΕΥΑΘ ΑΕ υπηρεσιών, λειτουργούν 20 εξωτερικοί πάροχοι - εργολάβοι υπηρεσιών στο σκέλος της λήψης ενδείξεων υδρομετρητών και 7 εξωτερικοί πάροχοι υπηρεσιών στο σκέλος της διανομής τιμολογίων. Ολα αυτά συμβαίνουν ήδη πριν την προβλεπόμενη απ' το Μεσοπρόθεσμο πώληση του 51% των μετοχών της ΕΥΑΘ ΑΕ, εκ του συνόλου του 74,15% των μετοχών που έχουν ήδη μεταβιβαστεί στο ΤΑΙΠΕΔ.

Το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ

Μήπως το παράδειγμα της ΕΥΑΘ είναι τυχαίο και μεμονωμένο; Ασφαλώς όχι αφού η πολιτική της ΕΕ για το νερό, που αποτυπώνεται σε σχετική οδηγία, προωθεί πλαίσιο εμπορευματοποίησης του νερού και επιβάλλει νέα αντιλαϊκή πολιτική τιμολόγησής του με το νέο σχέδιο προστασίας των ευρωπαϊκών υδάτων.

Η κοινοτική οδηγία - πλαίσιο για το νερό του 2000, με την οποία εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία ήδη απ' το 2003, θέτει σε προτεραιότητα την εξοικονόμηση της ζήτησης νερού σε αντιπαράθεση στην ουσία με τη μεγιστοποίηση της προσφοράς σε κάθε υδατικό διαμέρισμα.

Ετσι, δεν εστιάζει ούτε στα τεχνικά έργα και τις πολιτικές εμπλουτισμού των υπόγειων και επίγειων υδροφορέων ούτε στην αναγκαιότητα προστασίας των δασών που συμβάλλουν καθοριστικά στον εμπλουτισμό των υδροφορέων. Αντιπαραθέτει τεχνητά την προτεραιότητα της χρήσης του νερού για ύδρευση με τις χρήσεις του νερού σε κλάδους της παραγωγής, όπως των τροφίμων και της ενέργειας, δηλαδή κλάδους εξίσου απαραίτητους για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Σ' αυτό το πλαίσιο εισάγει τη λεγόμενη «αειφόρο διαχείριση» των υδατικών πόρων, την ανάκτηση του κόστους για τις υπηρεσίες νερού, την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων και των εξαρτώμενων χερσαίων. Φαινομενικά πρόκειται για μια αδιέξοδη διαχειριστική λογική που οδηγεί στην προστασία των σημερινών διαθέσιμων υδατικών πόρων, οι οποίοι θα φθίνουν, ενώ συνεχώς διευρύνονται οι κοινωνικές ανάγκες και δε διασφαλίζεται η αύξηση της προσφοράς νερού στο μέλλον.

Στην πραγματικότητα, με το μανδύα της προστασίας του υδατικού περιβάλλοντος και της καλής κατάστασης των υδατικών σωμάτων, μεθοδεύεται η αύξηση της τιμολόγησης του νερού, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα και στη λαϊκή κατανάλωση στις πόλεις.

Η επίκληση της προστασίας του περιβάλλοντος είναι υποκριτική, αφού υπάρχουν τεχνολογίες και τεχνικές λύσεις που επιτρέπουν την εξοικονόμηση της κατανάλωσης νερού χωρίς αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής και επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε την τεχνική δυνατότητα ανακύκλωσης του χρησιμοποιημένου νερού με διαχωρισμό των χρήσεών του, τα συστήματα ελαχιστοποίησης της κατανάλωσης νερού για οικιακή χρήση, τα συστήματα περισυλλογής βρόχινου νερού, την αλλαγή μεθόδων άρδευσης, την επιδιόρθωση και συντήρηση του δικτύου διανομής, τα δασονομικά και τα φυτοτεχνικά έργα, τις δασώσεις και τις αναδασώσεις. Η συγκεκριμένη οδηγία - πλαίσιο εξειδικεύθηκε με νεότερη του 2004 (17/ΕΚ) σχετικά με τις διαδικασίες ανάθεσης στο κεφάλαιο των υπηρεσιών ύδρευσης - αποχέτευσης.

Πολύπλευρες συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο διαχείρισης του νερού, οι δημοτικές και δημόσιες επιχειρήσεις αντικειμενικά θυσιάζουν τις λαϊκές ανάγκες στο βωμό της κερδοφορίας τους. Στην πρόταση του 2011 για σύναψη προγραμματικής σύμβασης με το υπουργείο Εσωτερικών η Ενωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Υδρευσης - Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ) αναφέρει:

«Η μέχρι σήμερα τιμολογιακή κοστολόγηση των ΔΕΥΑ βασίζεται στην ανάκτηση μόνο του οικονομικού κόστους του νερού. Το κόστος των φυσικών πόρων και το περιβαλλοντικό κόστος δεν ανακτώνται με συνέπεια το νερό να υποτιμολογείται». Η ΕΔΕΥΑ προτείνει στην ουσία αύξηση των τιμολογίων.

Σε ανάλογη κατεύθυνση κινείται και η ΕΥΔΑΠ που εισήχθηκε στο ΧΑΑ το 2000 και σήμερα το Δημόσιο κατέχει το 61% του μετοχικού της κεφαλαίου. Οι εργαζόμενοι συρρικνώθηκαν από 4.262 το 2001 σε 2.300 το 2012, ενώ την τελευταία διετία η μέση μείωση μισθού ξεπερνά το 35%. Οι τιμές λαϊκής κατανάλωσης αυξήθηκαν σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του '90 με αφορμή τη λειψυδρία, πάνω από 200%, και στη συνέχεια σταδιακά την περίοδο 1999 - 2008, ενώ με τα νέα τιμολόγια αυξήθηκαν τα πάγια στις μικρές καταναλώσεις.

Η προετοιμασία νέων αυξήσεων στα τιμολόγια γίνεται και με την ανάδειξη των χρεών του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς την ΕΥΔΑΠ, που ξεπερνούν τα 500 εκατ. ευρώ. Δήμοι της Αττικής αγοράζουν νερό απ' την ΕΥΔΑΠ αλλά δεν το πληρώνουν, ενώ εισπράττουν απ' τους δημότες. Οκτώ δήμοι της Αττικής δρομολογούν ήδη με δική τους πρωτοβουλία την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των δικτύων τους στην ΕΥΔΑΠ για να φρενάρουν τη μεγέθυνση των χρεών τους.

Ο τριπλασιασμός της αξίας της μετοχής της ΕΥΔΑΠ μέσα στους τελευταίους 12 μήνες συμβαδίζει με τη στάση της απέναντι στη λαϊκή οικογένεια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την παραγγελία για κατάσχεση σπιτιού άνεργου μεταλλεργάτη για οφειλή 831 ευρώ!

Η εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 2000/60 για το νερό αποτελεί επίσης το όχημα για την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ 2014 - 2020, η οποία έχει στόχο τη συγκέντρωση κεφαλαίου και γης στον αγροτικό τομέα. Συμβαδίζει με τις συμφωνίες του ΠΟΕ για αύξηση των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων προς τις κοινοτικές χώρες σε αντάλλαγμα της απρόσκοπτης εξαγωγής κοινοτικών βιομηχανικών εμπορευμάτων.

Αντίστοιχα υποκριτική και αντιλαϊκή είναι η κοινοτική αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», που στην πράξη νομιμοποιεί τη ρύπανση και μεταθέτει το κόστος διαχείρισης των αποβλήτων στα λαϊκά στρώματα.

Κορυφαίο ελληνικό παράδειγμα, η τραγωδία του Ασωπού και της Μεσσαπίας στη Βοιωτία, στην Αττική και στην Κεντρική Εύβοια που οι αρμόδιες κρατικές αρχές κρατούν ανώνυμες τις γνωστές πηγές βιομηχανικής ρύπανσης, η περιβαλλοντική αδειοδότηση έχει καταντήσει κωμωδία και καλλικρατικοί δήμοι διανέμουν ακατάλληλο νερό στους δημότες.

Ορατές είναι οι αρνητικές συνέπειες για το λαό και απ' την προώθηση της ευρωενωσιακής πολιτικής «απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας». Εκτός απ' τις απανωτές αυξήσεις των τιμών για τη λαϊκή οικογένεια και την κατεδάφιση των σχέσεων πλήρους - σταθερής εργασίας στον κλάδο, πρέπει να συνυπολογίσουμε την επιβράδυνση στην ανάπτυξη μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών.

Οι ιδιώτες επενδυτές προτιμούν τα μεγάλα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα και τους μικρούς υδροηλεκτρικούς σταθμούς, που διασφαλίζουν υψηλότερο ποσοστό κέρδους και μικρότερο χρόνο απόσβεσης της επένδυσης και ταυτόχρονα αυτή η κατεύθυνση ενισχύεται πολύμορφα απ' το κράτος. Γι' αυτό καθυστερεί, για παράδειγμα, στη Θεσσαλία η υλοποίηση των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων της Μεσαχώρας και της Συκιάς.

Ορισμένα συμπεράσματα

Ας συνοψίσουμε τώρα ορισμένα συμπεράσματα που αποδεικνύουν οι προαναφερόμενες εξελίξεις.

  • Οι εταιρείες που εμπορεύονται το νερό με γνώμονα την κερδοφορία τους εμφανίσθηκαν πολύ πριν την περίοδο της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και την εφαρμογή της πολιτικής του μνημονίου. Είναι γνήσιο τέκνο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και των κατευθύνσεων της ΕΕ. Ο εγκλωβισμός του κινήματος στην αναζήτηση της «λιγότερο επώδυνης διαχείρισης» μεταξύ των διαφόρων εναλλακτικών μοντέλων, δηλαδή της πλήρους ιδιωτικοποίησης, της σύμπραξης δημόσιου - ιδιωτικού τομέα, της σύμπραξης δημοτικών φορέων και ΜΚΟ καθώς και των δημόσιων επιχειρήσεων που λειτουργούν με κριτήριο το ποσοστό κέρδους και τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς, έχει ως κοινό παρονομαστή την αποδοχή της θυσίας των λαϊκών αναγκών στο βωμό της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Η καθήλωση του κινήματος στην αναζήτηση της μικρότερης επιδείνωσης, του μικρότερου κακού οδήγησε το λαϊκό κίνημα από ήττα σε ήττα.
  • Μέσα στο σημερινό πλαίσιο οι δημοτικές επιχειρήσεις για να μείνουν κερδοφόρες είναι υποχρεωμένες να αυξάνουν το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων τους, να μειώνουν τον αριθμό των εργαζομένων, να επιβαρύνουν πολύμορφα τη λαϊκή οικογένεια. Παράλληλα, αποτελούν βολική λύση για να αναλαμβάνουν οι ιδιωτικοί όμιλοι τα πιο κερδοφόρα τμήματα των υπηρεσιών νερού, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χρησιμοποιώντας τη μάσκα των ΜΚΟ και της κοινωνικής οικονομίας. Ετσι, οι μονοπωλιακοί όμιλοι δεν εμπλέκονται με τη διαχείριση τμημάτων των επιχειρήσεων ύδρευσης που δεν είναι αποδοτικά, με κριτήριο το ποσοστό κέρδους τους, όπως η συντήρηση του παλαιού δικτύου ύδρευσης - αποχέτευσης, και εστιάζουν στην πώληση υπηρεσιών και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, στην κατασκευή νέων έργων υποδομής, σε παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κ.λπ.
  • Στην περιβόητη στροφή σε ορισμένες χώρες της ΕΕ απ' την πλήρη ιδιωτικοποίηση στις Συμπράξεις Δημόσιου - Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) όσο και στη λεγόμενη «επαναδημοτικοποίηση», πρωταγωνιστούν τμήματα του κεφαλαίου του κλάδου του νερού αλλά και άλλων κλάδων που η κερδοφορία τους επηρεάζεται απ' τη διαχείριση του νερού. Οι ισχυροί όμιλοι του νερού στις διεθνείς αγορές, η «Suez» και η «Veolia», εξηγούν με δικές τους δημοσιεύσεις αυτή τη στροφή, τεκμηριώνοντας γιατί θεωρούν πιο κερδοφόρα λύση την πώληση συγκεκριμένων υπηρεσιών ύδρευσης, τεχνολογικών λύσεων και σχετικής υποδομής μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, συγκριτικά με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων που σε αρκετές περιπτώσεις περιλαμβάνει λειτουργικές δαπάνες που περιορίζουν το ποσοστό κέρδους τους. Πλήθος μελετών του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών αναζητούν επίσης τα βέλτιστα μοντέλα σύμπραξης δημόσιου - ιδιωτικού τομέα, με τη συμβολή δημοτικών επιχειρήσεων και ΜΚΟ με γνώμονα τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Γι' αυτό και ο αρμόδιος επίτροπος Ολι Ρεν σε σχετική Ερώτηση των Πράσινων, αναφέρει τη γενική στάση ουδετερότητας της ΕΕ στο ζήτημα της δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας των υπηρεσιών ύδατος και προτάσσει την ανάγκη μιας κανονιστικής αρχής και κατάλληλου επιχειρηματικού περιβάλλοντος με επίκεντρο την αγορά, επιμένοντας στη βασική κοινοτική στρατηγική της εμπορευματοποίησης, της επιχειρηματικής δράσης με γνώμονα το κέρδος.
  • Η ουσιαστική ιδιωτικοποίηση μπορεί να υλοποιηθεί εύκολα και απ' την «πίσω πόρτα» των δημοτικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σήμερα που προωθείται η νέα οδηγία της ΕΕ για τις συμβάσεις παραχώρησης, σύμφωνα με την οποία οι δήμοι θα πρέπει να δέχονται ανεμπόδιστα προσφορές για τις συμβάσεις τους απ' όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, προς όφελος των ισχυρών πολυεθνικών ομίλων. Το λεγόμενο κίνημα επαναδημοτικοποίησης που εμφανίσθηκε σε ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις δεν αμφισβητεί ουσιαστικά την εμπορευματοποίηση, την επιχειρηματική δράση με γνώμονα το κέρδος. Διατηρεί την ανταποδοτική λειτουργία των δημοτικών επιχειρήσεων, όπου η πρόσβαση στο νερό εξαρτάται απ' την οικονομική δυνατότητα του καταναλωτή. Στο Παρίσι, που παρουσιάζεται ως εμβληματικό παράδειγμα επαναδημοτικοποίησης, είχαμε μια μεσοσταθμική ελάχιστη μείωση των τιμολογίων κατά 8%, μετά από μια θεαματική αύξηση που ξεπέρασε το 200% την εικοσιπενταετία που προηγήθηκε. Ταυτόχρονα, σε τεχνολογικές αναβαθμίσεις συγκεκριμένων υποδομών της πόλης μετέχουν θυγατρικές των ισχυρών ομίλων, όπως «η Veolia Water Solution». Στη Θεσσαλονίκη πρωτοβουλίες που εμφανίσθηκαν με τη σημαία του κοινωνικού ελέγχου, όπως η κίνηση 136 (με σύνθημα 136 ευρώ ανά πολίτη για εξαγορά της ΕΥΑΘ), βρέθηκαν τελικά να υποστηρίζονται από το ίδρυμα Μπιλ Γκέιτς και Αμερικανούς επενδυτές κοινωνικής ευθύνης, όπως συνεταιριστικές τράπεζες (π.χ., Charity Bank, Amalgamated Bank of New York).
  • Γενικότερα το κράτος και ιδιαίτερα η τοπική κρατική διοίκηση (δήμοι, περιφέρειες κ.λπ.) υπηρετούν πολύμορφα τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου τόσο με τις ιδιωτικοποιήσεις και τις συμπράξεις (ΣΔΙΤ), όσο και με τις δημόσιες επιχειρήσεις που λειτουργούν με γνώμονα το ποσοστό κέρδους. Σε συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και περιορισμού των κρατικών δαπανών κοινωνικής πολιτικής αυξάνεται ακόμα περισσότερο η επιβάρυνση των λαϊκών οικογενειών και η επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο απ' την πορεία της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στον κλάδο του νερού αλλά και στους υπόλοιπους κλάδους. Αρκεί να δούμε τι συμβαίνει με τα τροφεία των δημοτικών παιδικών σταθμών, με τη σημερινή λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων, με τη ΔΕΗ ΑΕ που ακόμα ανήκει κατά 51% στο Δημόσιο και λειτουργεί μέσα στις συνθήκες της «απελευθερωμένης αγοράς».
Τι αγώνας - για ποια διέξοδο

Γι' αυτό και ο αγώνας ενάντια στα σχέδια της τρικομματικής κυβέρνησης περί ιδιωτικοποίησης ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ δεν πρέπει να καθηλωθεί, να περιορισθεί στη διατήρηση της σημερινής μετοχικής τους σύνθεσης και γενικότερα στην αποδοχή της λειτουργίας δημοτικών και δημόσιων επιχειρήσεων με κριτήριο το κέρδος. Η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, που αποδέχεται την κοινοτική οδηγία εμπορευματοποίησης του νερού, εγκλωβίζει τον αγώνα σ' αυτή την αδιέξοδη κατεύθυνση και συσκοτίζει τον πραγματικό αντίπαλο, αποσυνδέοντας την κυβερνητική πολιτική των μνημονίων για το νερό απ' τα ταξικά συμφέροντα που αυτή υπηρετεί, από την εξουσία των μονοπωλίων και την ΕΕ.

Η γενικότερη θέση του ΣΥΡΙΖΑ για αναπτυξιακές κοινοπραξίες και συμπράξεις, όπου το Δημόσιο θα διαθέτει ένα μερίδιο σε εγχώριους ιδιωτικούς και ξένους ομίλους ή σε ΜΚΟ, αποκαλύπτει τη στράτευσή του στο στόχο θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων, με θύμα το εισόδημα και τα δικαιώματα του λαού.

Εντός των τειχών του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και των δεσμευτικών οδηγιών της ΕΕ, καμιά αστική κυβέρνηση δεν μπορεί να διασφαλίσει φιλολαϊκή διαχείριση του νερού, ουσιαστική ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Δεν μπορούμε να δώσουμε τη μάχη για το αύριο της λαϊκής ευημερίας με τη σημαία του χτες, εγκλωβισμένοι στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στις συνταγές της μεικτής οικονομίας, του δήθεν μικρότερου κακού.

Η αξιοποίηση του νερού προς όφελος του λαού προϋποθέτει ένα ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης, με κοινωνικοποιημένα τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και εργατικό έλεγχο. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ο Ενιαίος Κρατικός Φορέας Διαχείρισης του νερού θα μπορεί να κατοχυρώνει το νερό ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα.

Θα μπορεί να διασφαλίζει τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών αφού θα έχει ξεριζωθεί ο ανταγωνισμός των χρήσεων και της αξιοποίησης του νερού με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος και θα αξιοποιηθεί το τεράστιο πλεονέκτημα του κεντρικού σχεδιασμού της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.

Η υπεροχή του κεντρικού σχεδιασμού

Μέσα σ' αυτό το καθεστώς της σοσιαλιστικής οικονομίας, όπου η γη, οι υδάτινοι πόροι (υπόγειοι και επιφανειακοί), τα δάση, τα εργοστάσια επεξεργασίας νερού, τα δίκτυα ύδρευσης, άρδευσης, η υποδομή αποχέτευσης και επεξεργασίας λυμάτων, οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί θα αποτελούν κοινωνική κρατική ιδιοκτησία, ο κεντρικός σχεδιασμός θα μπορεί να προβλέπει και να ικανοποιεί το σύνολο των λαϊκών αναγκών, στο συγκεκριμένο τομέα. Η συντριπτική του υπεροχή εδράζεται στη δυνατότητα:

α) Να αξιοποιεί πλήρως και να κατανέμει συγκεντρωτικά, πανεθνικά, προγραμματισμένα, τους εκάστοτε διαθέσιμους υλικούς πόρους, τα μέσα παραγωγής, το εργατικό δυναμικό με βάση προκαθορισμένους στόχους και προτεραιότητες,

β) Να αξιοποιεί την επιστημονική μαρξιστική έρευνα για την πρόβλεψη και ιεράρχηση μελλοντικών αναγκών, καθώς και τη γρήγορη ενσωμάτωση και αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών λύσεων για τη βέλτιστη διαχείριση και αύξηση των διαθέσιμων υδατικών πόρων. Σ' αυτή την κατεύθυνση θα αξιοποιηθεί επίσης ο χωροταξικός σχεδιασμός σχετικά με την επιλογή κατάλληλων χρήσεων γης και συνδυασμένων έργων υποδομής που υπηρετούν ταυτόχρονα πολλαπλές ανάγκες.

γ) Να περιορίζει και να διορθώνει έγκαιρα τα πιθανά υποκειμενικά λάθη του εκάστοτε σχεδίου, τις αδυναμίες και τις αστοχίες των προβλέψεών του. Καταλυτικό ρόλο για την αποφυγή και τη γρήγορη διόρθωση λαθών θα παίξει ο εργατικός έλεγχος και η ενεργητική συνειδητή συμμετοχή των εργαζομένων για τη χάραξη και την υλοποίηση του σχεδίου.

Ο Ενιαίος Κρατικός Φορέας θα υλοποιεί ολοκληρωμένη πολιτική διαχείρισης του νερού με γνώμονα τη λαϊκή ευημερία, για την ικανοποίηση του συνόλου των αναγκών άρδευσης, ύδρευσης, προστασίας του οικιστικού ιστού και της δημόσιας υγείας, παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σχεδιασμένης ανάπτυξης της βιομηχανίας, ισόρροπης ανάπτυξης περιοχών και κλάδων.

Σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους κρατικούς φορείς θα διασφαλίσει:

  • Την κατασκευή υποδομών εμπλουτισμού των επίγειων και υπόγειων υδροφορέων καθώς και την ενεργοποίηση τεχνικών εξοικονόμησης του διαθέσιμου νερού.
  • Την αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων για τη στήριξη της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής (στα τρόφιμα, στην κλωστοϋφαντουργία κ.λπ.) και των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων (π.χ., αναβάθμιση της κτηνοτροφίας).
  • Την εξασφάλιση επαρκούς λαϊκής κατανάλωσης και ιδιαίτερα ύδρευσης με ελεγμένο, ποιοτικό νερό, η οποία θα κατοχυρώνει στην πράξη το νερό ως κοινωνικό αγαθό και δικαίωμα.
  • Την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την ανάταξη των οικοσυστημάτων των ποταμών και των λιμνών.
  • Τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας με αξιοποίηση του πλούσιου υδατικού δυναμικού της.
  • Την προστασία των δασών και την ευεργετική υδρονομική επίδρασή τους, την αύξηση της φυτικής βλάστησης.
  • Τη διαμόρφωση εθνικού σχεδίου ασφαλούς διαχείρισης των αποβλήτων.
  • Την αξιοποίηση της κατασκευής υδροηλεκτρικών σταθμών και έργων υποδομής ύδρευσης, άρδευσης, αντιπλημμυρικής προστασίας ως μοχλών ανάπτυξης εγχώριων βιομηχανικών κλάδων της μεταποίησης και των κατασκευών.
  • Τη συμβολή στη σχεδιασμένη ισόρροπη ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας.
Αμεσες διεκδικήσεις - στόχοι πάλης

Για να ανοίξει ο δρόμος προς αυτή τη μόνη ελπιδοφόρα διέξοδο της εργατικής εξουσίας, οι σημερινοί αγώνες ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ πρέπει να στοχεύουν στη συνολική ανατροπή της κοινοτικής πολιτικής εμπορευματοποίησης του νερού, που επιτρέπει την επιχειρηματική δράση με κριτήριο το κέρδος τόσο από ιδιωτικούς ομίλους όσο και από δημοτικές και μεικτές επιχειρήσεις και κοινοπραξίες.

Για να έχει ο αγώνας συνέχεια, διάρκεια και νικηφόρα προοπτική πρέπει να προτάξει την απαίτηση να ικανοποιηθεί το σύνολο των λαϊκών αναγκών και όχι να επιλέξει το δήθεν «λιγότερο επώδυνο μοντέλο» εμπορευματοποίησης του νερού.

Σ' αυτή την κατεύθυνση προτάσσουμε ριζοσπαστικούς στόχους πάλης και διεκδικούμε αποφασιστικά και άμεσα:

-- φθηνό, ελεγμένο, ποιοτικό νερό για το λαό, με άμεση μείωση των τιμολογίων κατά 30% σε ανέργους, χαμηλόμισθους, χαμηλοσυνταξιούχους.

-- Πλήρη σταθερή εργασία για το σύνολο των εργαζομένων στον κλάδο.

-- Κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου εφαρμογής της κοινοτικής οδηγίας για το νερό και της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

-- Αποκλειστικά κρατική, ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων, που θα αφορά την έρευνα, την προστασία, τη διασφάλιση επάρκειας και την αξιοποίησή τους κατά υδατικό διαμέρισμα.

-- Αμεση υλοποίηση αναγκαίων τεχνικών έργων εξασφάλισης επάρκειας και ορθολογικής διαχείρισης του νερού χωρίς ΣΔΙΤ, συμβάσεις παραχώρησης, απ' τον αρμόδιο κρατικό φορέα (π.χ., μερική εκτροπή Ανω Ρου του Αχελώου).

-- Συγκρότηση ενιαίου φορέα προστασίας των δασών και μετατροπή σε δημόσια περιουσία όλων των μεγάλων ιδιωτικών δασικών εκτάσεων, αναδάσωση καμένων περιοχών.

Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια για άλλες αυταπάτες. Μπροστά στην κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης μόνο η οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης σε γραμμή ρήξης με τα μονοπώλια και την ΕΕ μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την ικανοποίηση των αναγκών μας. Φτάνει να πιστέψουμε στη δύναμή μας και να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org