ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 27 Οχτώβρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ

Η ΑΡΕΤΗ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ γεννήθηκε στο Παχτούρι, ορεινό χωριό των Τρικάλων στον κορμό της Πίνδου. Είναι το ένατο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Ο αδελφός της Νίκος την οδήγησε να δει την κοινωνία μέσ' από τις πρωτοποριακές ιδέες και επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της συνείδησής της. Απ' τα μαθητικά χρόνια και ως σήμερα, δεν έπαψε, να αγωνίζεται - με συνέπεια - για μια άλλη καλύτερη κοινωνία. Περνώντας μέσ' απ' τις γραμμές της ΟΚΝΕ, οργανώθηκε στη διάρκεια της Κατοχής, στην αντιστασιακή οργάνωση «Θεσσαλικός Ιερός Λόχος» και σε συνέχεια, πέρασε στις γραμμές της ΕΠΟΝ. Στο ΚΚΕ εντάχτηκε το 1943. Διώχτηκε για τα ιδανικά της, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Από τους πολύχρονους αγώνες αποκόμισε συγκλονιστικά βιώματα, πολύτιμα για τις νεότερες γενιές. Ενα από αυτά τα βιώματα, παρμένο απ' τη σκληρή πραγματικότητα εκείνης της εποχής, ιστορεί στην αφήγησή της στο σημερινό «Ριζοσπάστη».


28 ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1948
«Οχι και στους Αμερικάνους» - ΕΠΟΝ

Α' Μέρος

Παπαγεωργίου Βασίλης

Και πώς μπορεί να γίνει, ώστε το κάθε καθήκον, ακόμα και το πιο μεγάλο, να πάρει την πραγματική του διάσταση, σαν τόσο μεγάλο, που πράγματι είναι.

Εχει η επαναστατική «απληστία» σύνορα; Η επαναστατική «δίψα» έχει κορεσμό;

Δε φτάνει ούτε κι αυτή ακόμα η ικανοποίηση από την πλέρια εκπλήρωσή τους, να τις μετριάσουν.

Και το καθήκον τούτο που μας ανατέθηκε, το βλέπουμε μικρό, πολύ μικρό. Από τα πιο μικρά.

Για τον εχθρό, δεν έχει μικρό ή μεγάλο. Η ίδια αμοιβή: «...θάνατος». Μόνο που διαφέρει ως προς το αριθμητικό, που πάντα προηγείται και τη συνοδεύει. «Δις εις θάνατον», «Τρις...», «Τετράκις...», ή «Πεντάκις...». Κατά τα άλλα...

Ναι, μας φάνηκε μικρό. Τόσο μικρό, που δεν μπορεί ούτε χωράει να κλείσει και να καλύψει την αγωνιστική, την επαναστατική διάθεση, που δεν έχει άκρη.

Μα να που και η επαναστατική ευθύνη δεν τα ξεχωρίζει. Με τη διαφορά, πως βλέπει και παίρνει ακόμα και το πιο μικρό, σαν το πιο μεγάλο. Ετσι, η αίσθηση του μικρού, συνταιριασμένη με την ευθύνη του μεγάλου, δένουν όπως και όσο χρειάζεται, ώστε η ισχυρή αντίσταση του λαού μας στην αιματηρή βία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, που βρίσκεται στην ανώτατη φάση της, να υψωθεί τούτη τη μέρα σε λάβαρο εκεί και τόσο ψηλά, όσο χρειάζεται, για να δώσει το πραγματικό της μέγεθος: «Οχι και στους Αμερικάνους».

Την ίδια μέρα, που ο λαός μας το βροντοφώναξε στους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς. Την ίδια μέρα, οχτώ χρόνια τώρα, από τη μέρα εκείνη κι οχτώ χρόνων μερόνυχτα, το «ΟΧΙ», σαν πόθος, θέληση και δράση, κυριεύει τις καρδιές του λαού μας: «ΟΧΙ»! Τώρα και πάντα. Ενάντια στον κάθε επιδρομέα. Στον κάθε καταχτητή. Στον κάθε δυνάστη.

Να υψωθεί η σημαία στο κέντρο της Αθήνας! Στην καρδιά της, απ' όπου περνούν όλες οι κεντρικές αρτηρίες, που τραβούν ως τις πιο απομακρυσμένες γειτονιές της.

Και τόσο ψηλά, εκεί που φτάνει και ακουμπάει το βλέμμα του λαού μας.

Να μείνει όσο το δυνατόν περισσότερο.

Να την κατεβάσουν δυσκολότερα.

Να τη δει περισσότερος κόσμος!

Κλείνουμε αυτούς τους όρους στη σκέψη μας και στην καρδιά μας, σαν τα πολυτιμότερα πετράδια στους θησαυρούς του λαού μας. Τους κάνουμε βάση αταλάντευτης αρχής, για να δέσει αναπόσπαστα τούτο το μικρό καθήκον (κόκκος άμμου) στο απόρθητο κάστρο της λευτεριάς, που θα κλείνει τους πόθους, τα όνειρα και τους αγώνες του λαού μας αμέτρητων χρόνων.

Το καθήκον για την ΕΠΟΝ Εργατοϋπαλλήλων έλαχε στη Βιολέτα και σε μένα. Ενα τέτοιο καθήκον, σε στιγμές που η διάθεση για επαναστατική δράση φτάνει τα ύψη του οίστρου, είναι πράγματι λαχείο και με τη χαρά του τυχερού το δεχόμαστε.

Εργάτρια υφαντουργίνα η Βιολέτα, στου Μουταλάσκη, στη Νέα Ιωνία, στην ΕΠΟΝ Εργατοϋπαλλήλων. Ψηλή κι όμορφη. Στο πρόσωπό της αποτυπώνεται όλη η ηθική περηφάνια της τάξης της, σφραγισμένη με τον πόνο της καταπίεσης και της στέρησης. Αντάμα μ' αυτά η συνειδητοποιημένη αγωνιστική αποφασιστικότητα και ενεργητικότητα. Ετσι, καθώς την περιεργάζομαι, σκέφτομαι: «Ετσι κάπως θα 'φτιαχνε ο ζωγράφος και ο γλύπτης την εργατική τάξη, που θα 'θελε ν' απεικονίσει. Νέα και ψηλή, να τινάζεται σε απαράμιλλη, μοναδική ομορφιά όλη η ηθική της δύναμη, που θα δώσει τη λευτεριά στην ίδια, μαζί και σ' όλους τους σκλαβωμένους που την ακολουθούν». Μιλάει σιγά και πειστικά. Ποτέ δεν υψώνει τη φωνή της. Κι ας μην υπάρχουν πιο μεγάλα απ' αυτά που λέει. Μόνο στο βλέμμα της διαγράφονται διακυμάνσεις, που φαίνονται να 'ρχονται από πολύ βαθιά και μια το τρικυμίζουν, μια το γαληνεύουν, έτσι που τα λόγια να δίνονται ταυτόχρονα και με εικόνα, τόσο δυνατά, που να μη μπορείς να ξεχωρίσεις αν η εικόνα συνοδεύει τα λόγια ή τα λόγια την εικόνα. Ετσι, που η κάθε λέξη, μια-μια, να μπαίνει και να εισχωρεί ως τα τρίσβαθα της ψυχής. Κι όλα τα ενδόχορδα να δονούνται, για να φτάσουν ως τις επάλξεις.

Ξεχυνόμαστε στο κέντρο της Αθήνας, στην Ομόνοια και γύρω, αναζητώντας, βολιδοσκοπώντας τους χώρους, για να εξασφαλίσουμε την πιο θεαματική, την καταλληλότερη θέση. Ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες ή με ασανσέρ. Βγαίνουμε σε ταράτσες, βεράντες, μπαλκόνια, παράθυρα. Ζυγίζουμε κι υπολογίζουμε: Εδώ είναι πολύ ψηλά. Από κει πολύ χαμηλά. Από το άλλο λοξά ή μακριά. `Η ακόμα, κατεβάζεται εύκολα, γιατί η κύρια είσοδος είναι κοντά ή εμφανής.

Νάτο και το κατάλληλο μέρος! Βρέθηκε! Πανεπιστημίου και Εμ. Μπενάκη. Συγκεντρώνει τα περισσότερα από τα ζητούμενα. Είναι στο δεύτερο όροφο, πάνω από το καφενείο «Πανελλήνιο». Εδώ στεγάζεται η Λέσχη του Εργαζόμενου Κοριτσιού. Από δω θα εξακοντιστεί το μήνυμα της μέρας ως τις άκρες της Αθήνας, μέσα στις καρδιές του λαού της.

Η Ελλάδα, ο λαός της δεν υποτάσσονται σε κανένα βάρβαρο. Ο λαός αντιστέκεται και η αντίστασή του κλείνεται στις τέσσερις λέξεις: «Οχι και στους Αμερικάνους». Δεν είναι απλές λέξεις. Είναι πυρακτωμένη λάβα, που εκτινάχτηκε απ' τα τρίσβαθα της ψυχής του. Η κάθε λέξη, το κάθε γράμμα είναι ζωντανή εικόνα, με την κάθε τραγική κι ηρωική λεπτομέρεια της τιτανομαχίας του λαού μας, με τις δυνάμεις του σκότους και της βίας, της αιματηρής επιβολής της επικυριαρχίας του αμερικάνου ιμπεριαλισμού και της στήριξης της ντόπιας αντίδρασης.

Και τι δεν κάνει αυτές τις μέρες η ολιγαρχία, μ' όλα τα μέσα του λόγου και της ωμής βίας, για να παραχαράξει την ιστορία, να διαστρεβλώσει την αλήθεια, να καπηλευτεί το «ΟΧΙ» του λαού. Τούτες τις μέρες, ο μηχανισμός της γι' αυτό το σκοπό, πυρώνει στο έπακρο. Ραδιόφωνο, κινηματόγραφος, μεγάφωνα, συγκεντρώσεις, ομιλίες, φωτεινές επιγραφές, σημαίες και χάρτινες σημαιούλες με το «ΟΧΙ».

Αμερικάνοι στρατιωτικοί όλων των βαθμίδων, κατακλύζουν τα πολυτελή κέντρα -πολλά άνοιξαν ειδικά γι' αυτούς-, ξαργυρώνουν τ' αργύρια της εγκληματικής τους δραστηριότητας, πάνε κι έρχονται ως τα πεδία των μαχών, που η αντίσταση του λαού ενάντια στην επιβολή τους περνάει τη σκληρότερη δοκιμασία της. Μπουλούκια - μπουλούκια μεθυσμένοι οι Αμερικανοί στρατιώτες αλωνίζουν τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, με την τυφλή σιγουριά του στεριωμένου επικυρίαρχου. Δοσίλογοι, συνεργάτες των καταχτητών, οι τιμημένοι από την εθνοπροδότρα ολιγαρχία σαν ήρωες και τσιτωμένοι από τις υλικές απολαβές, με βλέμμα ξαναμμένο, ακόρεστο για καινούρια εγκλήματα, πωρωμένο, ανήσυχο για την αδιόρατη νέμεση, τον ανεπαίσθητο ερχομό του γδικιωμού. Κι αυτά τα σύμμεικτα συναισθήματα είναι που κάνουν το βάδισμά τους σπαστικό, σαν κλότσημα στρεγγλιασμένου ζώου.

Και ο λαός, που ξεχωρίζει γιατί έχει τη δική του μορφή. Που μπορείς να κοιτάζεις κατάματα τον καθένα και να σε κοιτάζει κι εκείνος σα να 'στε γνώριμοι. Και θέλεις να του μιλήσεις και θέλει να σου μιλήσει. Να σωπαίνεις και σωπαίνει. Βαδίζουν βιαστικά, τσιλαφτιασμένα, τα μάτια τους βλέπουν παντού, δίχως καν να σαλεύουν το κεφάλι. Και ανάπηροι, πολλοί ανάπηροι. Με τις πατερίτσες, τα δεκανίκια, τα αναπηρικά καροτσάκια. Και μαύρα, μαύρα, μαύρα... Μαύρα περιβραχιόνια. Παιδούλες με μαύρους φιόγκους στα παιδικά τους μαλλάκια. Αγοράκια με πένθιμες λουριδίτσες στα πετάκια τους. Αμίλητα, θλιμμένα. Με βλέμμα προσηλωμένο στα δικά τους ερωτήματα, στα δικά τους απαντήματα, στα δικά τους αποκρυσταλλώματα και με μια απόφαση που ξεπερνάει πήχεις το μπόι τους.

Κι ήρθε κι η μόδα -τα μαύρα. Για να καλύψει, ποιον; Γιατί το χρώμα αυτό δεν μπορεί να περνάει για ανανεωτικό και σε τέτοιες στιγμές. Και η μόδα με ποιον έχει σχέσεις; Ποιους καλύπτει; Και ποιοι την ακολουθούν τυφλά; Γιατί μέσα από τις μαυροντυμένες γυναικείες σιλουέτες που συναντάς εδώ, βλέπεις να ξεπετιέται για πρόσωπό τους μια ανελέητη αποφασιστικότητα.

Ο άγρυπνος λαός της Αθήνας, με την ανατολή του ήλιου, περιλούζεται μ' ένα σύγκρυο στους είκοσι ένα πυροβολισμούς που ξερνούν τα πυροβολεία του Λυκαβηττού, στις καμπανοκρουσίες όλων των εκκλησιών της Αθήνας και στα πολεμικά εμβατήρια στους κεντρικούς δρόμους. Σήμερα η ολιγαρχία πανηγυρίζει το καπηλευμένο «ΟΧΙ» του λαού. Με την ευκαιρία θα επιδείξει τον πλούτο, τη χλιδή, τα μέσα της βίας που της τα εξασφαλίζουν, και τη δύναμη της δύναμής της: τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό στο πρόσωπο της «ξένης αποστολής» και ιδιαίτερα, στο επίσημα τιμώμενο πρόσωπο της μέρας, τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στη χώρα μας, Πιουριφόι. Λαμπερές στρατιωτικές στολές, παράσημα, βαρύτιμες τουαλέτες, πανάκριβα κοσμήματα θα βγουν από τις πολυτελέστατες λιμουζίνες και θ' ανέβουν τα μαλακοστρωμένα σκαλοπάτια της Μητρόπολης, για την καθιερωμένη δοξολογία, θα συμπληρώσει και θα κορυφώσει αυτή την ξέφρενη επίδειξη της ολιγαρχίας η παρουσία της βασιλικής οικογένειας.

Και αρχίζει η παρέλαση, μέσα σ' ένα πανδαιμόνιο κανονιοβολισμών, εκκωφαντικής βοής αεροπλάνων, που σμήνη - σμήνη πετούν σε εναέρια επίδειξη. Στην κορυφή της παρέλασης, δίπλα στον Αγνωστο Στρατιώτη, έφιππος ο βασιλιάς μετράει τη δύναμή του, τη δύναμη της τάξης που τον στηρίζει σε μηχανοκίνητα, τεθωρακισμένα, πυροβόλα. Περνώντας, οι θανατηφόρες μπούκες τους γέρνουν μπροστά του, σ' ένδειξη υποταγής στη θέλησή του. Και με το ηλιοβασίλεμα τούτη η γιορτή της ολιγαρχίας, της επίδειξης του πλούτου, της εθνοπροδοσίας, της βίας, του μίσους κλείνει με το παγερό μπουμπουνητό των κανονιών. Κι όλος τούτος ο θόρυβος, για να εξασθενίσει ο απόηχος της τιτάνιας πάλης του λαού ενάντια στη βία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, που φτάνει ως εδώ, σα φωτεινές αστραπές σε σκοτεινιασμένο ουρανό.

Κι όταν με το σούρουπο κόπασαν οι πανηγυρικοί θόρυβοι, και ο λαός, που εγκλωβισμένος θεληματικά εδώ κι εκεί, για ν' αποφύγει την αθέλητη συμμετοχή στην παρωδία, βιαστικά κι αμίλητος, ξεχυνόταν στους δρόμους, κατευθυνθήκαμε με τη Βιολέτα στη Λέσχη του Εργαζόμενου Κοριτσιού. Πήραμε τη σημαία από τη μικρή αποθήκη κάτω από τη σκάλα, που είχε κρύψει από νωρίς το πρωί το μικρό δωδεκάχρονο αϊτόπουλο, ο Κωστής, ανεβήκαμε και διασχίσαμε τη μεγάλη αίθουσα -αυτή την ώρα ήταν έρημη. Σταθήκαμε μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στην οδό Πανεπιστημίου. Κάτω, η λεωφόρος με τους διαβάτες σε δύο ανάκατα αντίθετα ρεύματα είναι κατάφωτη.

Στεριώνουμε τις δυο άκρες της σημαίας στο παράθυρο και, κρατώντας την ελεύθερη άκρη του σπάγκου που κράταγε την τυλιγμένη σημαία γύρω από το κοντάρι, διασχίσαμε πάλι την αίθουσα για την έξοδο, αφήνοντας λεύτερο το σπάγκο που τινάχτηκε κοντά στο παράθυρο, δείγμα πως η σημαία ξετυλίχτηκε.

Μα να ξεδιπλώθηκε; Πώς ξεδιπλώθηκε; Φωτίζεται; Πώς τη βλέπουν ο περαστικοί; Ο λαός; Οι εχτροί του; Μη και την κατέβασαν κιόλας... Το καθήκον μας εκπληρώθηκε στον απαιτούμενο βαθμό; Η ανάγκη, η υποχρέωση να διαπιστώσουμε, να επιβεβαιώσουμε την επιτυχία -έξω από το πρόγραμμα- μας ωθεί δυνατά. Ετσι κατεβαίνουμε την Εμ. Μπενάκη, γυρίζουμε αριστερά τη Σταδίου και από τη Χαρ. Τρικούπη και την Ακαδημίας μπαίνουμε στην Εμ. Μπενάκη και να! Μπροστά μας και πάνω απλωμένη η σημαία της ΕΠΟΝ. Πάνω στο γλυκό πράσινο χρώμα της, το λαμπερό λευκό «ΟΧΙ» του λαού μας δείχνει ανάγλυφο. Κι ήταν σα να χύθηκε σ' αυτή όλο το φως της γιορταστικής νύχτας. Σαν ν' αντιστράφηκαν οι προβολείς που η ολιγαρχία κατηύθυνε στο καπηλευμένο «ΟΧΙ». Λες και θέλουν να φωτιστεί μόνον αυτή. Κι αναρωτιέσαι: όλο το φως έπεσε σ' αυτή, για ν' αναβλύζει η ίδια φως.

Πόσο αγαπήσαμε αυτό το λάβαρο της ΕΠΟΝ, που έχει γίνει ένα με τους αγώνες της νεολαίας, για ζωή και λευτεριά, για ειρήνη, δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία, που έχει γίνει ένα με τα ιδανικά της ΕΠΟΝ.

Κάτω και γύρω, ο κόσμος που ανεβοκατεβαίνει την Πανεπιστημίου και Εμ. Μπενάκη να σταματά και να βλέπει μόνο προς τα κει! Και από κει να συνεχίζει στις τέσσερες κατευθύνσεις. Εγινε σταθμός τούτη η διασταύρωση. Εδώ, μπρος, δυο μεσόκοπες γυναίκες που έρχονταν από αντίθετη κατεύθυνση, στάθηκαν. Κι οι δυο κρατάνε μπογαλάκια, η μια φοράει ολόμαυρα και οι δυο φοράν μαντίλια. Παραδουλεύτρες ή καθαρίστριες δείχνει το παρουσιαστικό τους, και σα να γυρνάνε από μεροκάματο κοπιαστικό. Ποιος ξέρει αν δε γυρνάνε κι από επισκεπτήριο φυλακής... Αγνωστες μεταξύ τους, που τις αντάμωσε και τις γνώρισε το σύνθημα της ΕΠΟΝ, όταν κι εκείνες έστριψαν το κεφάλι και το βλέμμα τους προς τα κει και αντάλλαξαν -όχι τυχαία- βλέμμα, κι η κάθε μια γνώρισε στης άλλης το βλέμμα τα ίδια αισθήματα, τον ίδιο πόνο, τον ίδιο πόθο και την ίδια θέληση και ρίχτηκε η μια στην αγκαλιά της άλλης: «Αμάν, αδερφούλα μου! Να φύγουν οι καταραμένοι. Παν τα παιδάκια μας, τα μακέλεψαν»!

Κι ο καθένας, κι όλοι που βλέπουν το σύνθημα, σε συνέχεια αναζητάνε τα βλέμματα των άλλων. Και πόσα δε θα μπορούσαν ν' ανταλλάξουν σε τέτοιες στιγμές τα βλέμματα στην άπιαστη συνάντησή τους - σαν άγγιγμα φτερών δυο πουλιών, καθώς διασταυρώνονται στο πέταγμά τους.

Κι όσοι έρχονται από τις τέσσερες κατευθύνσεις, στέκονται και φεύγουν, για να 'ρθουν να σταθούν και να φύγουν άλλοι. Κι όσοι φεύγουν, έχουν το στιλ και το ύφος σαν να γυρνάνε από διαδήλωση, που η επιτυχία της δε γνώρισε προηγούμενο. Αλλοι κρατιούνται από τους ώμους και, με τα κεφάλια ψηλά, σα να θέλουν να τραγουδήσουν επαναστατικά εμβατήρια, σα να πάνε σε πανηγύρι. Αλλοι κρατιούνται από το χέρι και σφίγγουν δυνατά, σε διπλές γροθιές τα δάχτυλά τους. Αλλοι πιάνονται σε αλυσίδες, σαν ν' αντιμετωπίσουν έτσι ενωμένοι τη λυσσασμένη επίθεση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης. Κι όλοι τούτοι, κι όλα τούτα, από ανάγκη να ενώσουν τα αισθήματά τους σε μια ακατανίκητη δύναμη. Και σφίγγουν τόσο δυνατά τα χείλη τους, που έτσι και κάνουν και τιναχτούν σε ιαχή, όλα τούτα τα γεννήματα του καπιταλισμού -πολυτελείς βασιλικές άμαξες, σύνεργα του θανάτου, της άδικης επίθεσης, Αμερικάνοι νεοαποικιστές, συρφετός δοσιλόγων, εγκληματιών, θα γίνουν καπνός, θα καταποντιστούν. Και τούτα τα χείλη θ' ανοίγουν σαν απριλιάτικα τριαντάφυλλα στο τραγούδι της δημιουργικής χαράς και ευτυχίας.

Το «ΟΧΙ» του λαού μας στους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, που πυρπολεί τις καρδιές του, νάτο! Ανεμίζει, σήμερα, 28 του Οχτώβρη του 1948, σ' έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας.

Το καθήκον μας εκπληρώθηκε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και χωρίσαμε.

(Συνεχίζεται)


Της Αρετής ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org