ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 2 Φλεβάρη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Της Λίτσας ΨΑΡΑΥΤΗ

Η Λίτσα Ψαραύτη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε στο προξενείο και στο μεταφραστικό τμήμα της αμερικανικής πρεσβείας. Εχει ταξιδέψει σ' όλο σχεδόν τον κόσμο και τα ταξίδια της έχουν γίνει πηγή έμπνευσης για πολλά έργα της.

Τα βιβλία της έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς.

Το 1993 τιμήθηκε με έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο της «Το αυγό της Εχιδνας».

Το 1996 πήρε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας για το βιβλίο της «Το χαμόγελο της Εκάτης».

Συνεργάστηκε με την ομάδα που συνέταξε τα ανθολόγια για τα Ελληνόπουλα του αποδήμου ελληνισμού.

Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Διαδρομές».


Η εκδίκηση των μανιταριών

Παπαγεωργίου Βασίλης

Είχαν περάσει πέντε λεπτά απ' τη στιγμή που έπρεπε να ξυπνήσει κι εκείνος εξακολουθούσε να ροχαλίζει μακάρια. Ισως επειδή η μουσική ήταν ακόμα απαλή, πιάνο και βιολιά. Μόλις όμως ακούστηκε το σαξόφωνο και τα τύμπανα, ξύπνησε. Πετάχτηκε όρθιος κι έδιωξε αμέσως τη θολούρα του ύπνου από πάνω του. Ετσι είχε μάθει να κάνει όσα χρόνια εκπαιδευόταν για να γίνει αστροπλοηγός.

Κοίταξε έξω από το γυάλινο θόλο. Καμιά αλλαγή. Οι χρυσοκίτρινες ακτίνες του Προκύωνα φώτιζαν τους λόφους και τα βουνά όπως γινόταν εδώ κι εφτά ολόκληρες μέρες γιατί τόσο χρόνο διαρκούσε μια μόνο μέρα στον πλανήτη Χίμαιρα.

Το αστρόπλοιο, ο «Αϊνστάιν», ήταν σταματημένο κοντά στην είσοδο της σπηλιάς με την κοιλιά του ανοιχτή. Ο ταινιόδρομος που ξεκινούσε από τα βάθη της σπηλιάς κουβαλούσε μεγάλα κομμάτια θεργήλιο και τα στοίβαζε μέσα στο σκάφος.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο θόλο και ο μηχανικός της αποστολής.

- Πώς πάμε; Κοντεύουμε; τον ρώτησε ο αστροπλοηγός.

- Σε δυο - τρεις ώρες τελειώνει η φόρτωση. Σε λίγο θ' αρχίσω τον έλεγχο για την απογείωση.

- Τότε πηγαίνω αμέσως να ετοιμαστώ κι ανεβαίνω στο σκάφος. Δεν αντέχω άλλο να με παρακολουθούν αυτά τα καταραμένα μανιτάρια.

- Σαν να μου φαίνεται πως άρχισες να βλέπεις φαντάσματα. Είναι δυνατόν να σε παρακολουθούν τα φυτά;

- Κι όμως, είμαι σίγουρος. Τις προάλλες που γύριζα από τη σπηλιά πρόλαβα και είδα μερικά μανιτάρια να κατρακυλούν από τα βράχια και να σταματούν λίγα μέτρα μπροστά μου.

- Ισως και να ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Μπορεί να ξεκόλλησαν από ψηλά...

- Οχι, γιατί μόλις πλησίασα στερεώθηκαν στο έδαφος κι έβγαλαν μια απαίσια μυρωδιά που μ' έκανε να το βάλω στα πόδια. Χθες, πάλι, βρήκα μια αποικία μανιταριών κοντά στο θόλο και είμαι σίγουρος ότι δεν υπήρχε την ώρα που έφυγα. Εκανα μερικές βόλτες, τάχα αδιάφορος και ξαφνικά γύρισα κι έτρεξα κοντά τους. Ολα σχεδόν είχαν ψηλώσει και γύριζαν τα κεφάλια τους προς το μέρος μου σαν να με παρακολουθούσαν. Είμαι βέβαιος πια ότι έχουν νοημοσύνη κι ας λέει το Συμβούλιο Ερευνας Γαλαξιακής Ζωής ότι τα μανιτάρια στη Χίμαιρα είναι φυτά.

- Ελα, μη συγχύζεσαι. Μπορεί να έπαθες κι εσύ την αρρώστια του διαστήματος. Πολλοί νομίζουν ότι βλέπουν παράξενα φαινόμενα. Σε λίγες ώρες όμως φεύγουμε και κανείς μας δε θα ξανάρθει στη Χίμαιρα.

- Εχω κάνει τόσα ταξίδια στο Γαλαξία και πρώτη φορά νιώθω σαν να με απειλεί κάποιος αόρατος και ύπουλος εχθρός. Θα αισθανθώ καλύτερα όταν βρεθώ μέσα στο σκάφος.

Μόλις έφυγε ο μηχανικός, ο αστροπλοηγός άρχισε να ετοιμάζεται. Μάζεψε τα ξυριστικά του, το συγκρότημα της μουσικής, το άλμπουμ με τις φωτογραφίες της Χίμαιρας. Υστερα πήρε το κουτί με τις χάντρες και το έβαλε μέσα στο σάκο του. Ηταν το δώρο του για την κόρη του, τη Μαρία. Ποτέ δεν ξεχνούσε να πάει στα παιδιά του κάποιο δώρο από τα ταξίδια του. Από την Καλλιστώ, δορυφόρο του Δία, τους είχε κουβαλήσει μια βαλίτσα πολύχρωμους κρυστάλλους. Τέτοια ομορφιά δεν είχε ξαναδεί μάτι ανθρώπου. Κάθε φορά που οι κρύσταλλοι κουνιόνταν, χιλιάδες ήλιοι, πράσινοι, κόκκινοι, κίτρινοι, γαλάζιοι, άστραφταν κι έκαναν τη μέρα νύχτα. Από τον αστερισμό του Ηριδανού, τους πήγε ένα πετράδι μεγάλο όσο ένα αυγό στρουθοκάμηλου. Ηταν διαφανές σαν διαμάντι και είχε μέσα ένα απολίθωμα που έμοιαζε με πεταλούδα. Τα δίδυμα έκαναν σαν τρελά από τη χαρά τους. Κανένα παιδί στη Γη δεν είχε πάρει ποτέ του τέτοια δώρα. Και τώρα θα πήγαινε στη Μαρία τις χάντρες. Τις είχε μαζέψει στο βάθος μιας χαράδρας. Στην αρχή νόμισε πως ήταν αυγά πουλιού. Οταν όμως τις άγγιξε έμοιαζαν με μαργαριτάρια, είχαν την ίδια θαμπή γυαλάδα και το ίδιο ασπρορόδινο χρώμα. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τις αφήσει εκεί, στο βάθος της χαράδρας. Ηξερε ότι οι καινούριοι κόσμοι εκτός από την ομορφιά τους έκρυβαν πολλά μυστικά, άγνωστα ακόμα. Οι χάντρες όμως έλαμπαν ακίνδυνες και αθώες, δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στην ομορφιά τους. Τις έβαλε στο κουτί και τις ξέχασε. Ολες τις μέρες της αποστολής δε σκεφτόταν τίποτε άλλο εκτός από το θεργήλιο. Μοναδικός σκοπός της αποστολής ήταν να φορτώσει το πολύτιμο υλικό, μια και όλη η ζωή της Γης κρεμόταν απ' αυτό.

Τα παλιά καύσιμα, το πετρέλαιο και το κάρβουνο είχαν σωθεί πια στη Γη κι η πυρηνική ενέργεια, ύστερα από πολλά ατυχήματα που στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, απαγορεύτηκε. Οι άνθρωποι στράφηκαν τότε στο διάστημα. Από το 2170 μ.Χ. είχαν κιόλας δημιουργήσει αποικίες στον Τιτάνα, δορυφόρο του Κρόνου και λίγα χρόνια αργότερα άφησαν πίσω το ηλιακό σύστημα και έφτασαν πέρα από τα σύνορα του γαλαξία. Εκεί, στον αστερισμό του Μικρού Κυνός βρίσκεται ένα αστέρι, ο Προκύων, μεγάλο και λαμπερό όσο εφτά ήλιοι. Γύρω του γυρίζει η Χίμαιρα, ένας πλανήτης πιο μεγάλος από τη Γη. Στη Χίμαιρα ανακάλυψαν οι γήινοι το καύσιμο που αναζητούσαν, το θεργήλιο. Ενα τόσο δα κομματάκι, όσο ένας κόκκος σιταριού μπορούσε να κινήσει ολόκληρο εργοστάσιο για ένα χρόνο και μια πλάκα όσο ένα κουτί τσιγάρα ζέσταινε το χειμώνα μια μεγάλη πόλη. Τα αστρόπλοια άρχισαν να διασχίζουν το Γαλαξία και να μεταφέρουν το πολύτιμο καύσιμο στη Γη.

Αυτή ήταν η τέταρτη αποστολή και κάθε ταξίδι διαρκούσε έντεκα γήινα χρόνια ή πέντε κοσμικά.

Μέσα στο αστρόπλοιο όλα ήταν έτοιμα για την αναχώρηση. Ο αστροπλοηγός είχε ανοίξει τους χάρτες του ουρανού, σημάδευε την πορεία του σκάφους ανάμεσα στ' άστρα και στους πλανήτες, φωτάκια κόκκινα, κίτρινα, πράσινα άναψαν στον υπολογιστή, φωτεινές οθόνες αναβόσβηναν.

Ο αστροπλοηγός κοίταξε άλλη μια φορά το τοπίο της Χίμαιρας. Του φάνηκε όμορφο. Ισως επειδή ήταν καθισμένος μέσα στη σιγουριά του σκάφους του, έτοιμος ν' απογειωθεί.

Τα παιδιά του... Τα είχε επιθυμήσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ισως επειδή ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Μόλις παράδινε το φορτίο του θεργήλιου θα έπαιρνε τη σύνταξή του. Κόντευε πια τα πενήντα. Θα ζούσε στο σπιτάκι του λόφου ευτυχισμένος. Το πρωί θα πήγανε για ψάρεμα στην κοντινή θάλασσα και το βράδυ θ' άκουγε μουσική, παρατηρώντας τον ήλιο να χάνεται πίσω από τα βουνά.

Στη Χίμαιρα τα μανιτάρια είχαν ξεμυτίσει από τις φωλιές τους κι έπιασαν αναμεταξύ τους κουβέντα.

- Στον αγύριστο.., είπαν όλα μαζί μόλις το αστρόπλοιο χάθηκε στο διάστημα.

- Μη χαίρεστε... Οι γήινοι σε λίγα χρόνια θα ξανάρθουν για να κλέψουν τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας. Είναι άμυαλοι κι εγωιστές... Νομίζουν ότι είναι τα μοναδικά όντα στο διάστημα κι όλος ο κόσμος τούς ανήκει.., τεντώθηκε ένα μικρό μανιτάρι για ν' ακουστεί η φωνή του.

- Μην ανησυχείτε... Κανένα γήινο διαστημόπλοιο δε θα ξαναπατήσει στη Χίμαιρα... Οι άρπαγες θα τιμωρηθούν όπως τους αξίζει.., μίλησε το πιο ψηλό μανιτάρι που φαινόταν ο αρχηγός.

Υστερα τα μανιτάρια συνέχισαν την καθημερινή τους ζωή κι ολόκληρος ο πλανήτης μοσκοβόλησε..

Πέρασαν δέκα γήινα χρόνια, για το πλήρωμα όμως του «Αϊνστάιν» είχαν περάσει μόνο τεσσεράμισι. Το αστρόπλοιο ταξίδευε κανονικά ακολουθώντας την πορεία που είχε χαράξει το πλήρωμα.

Στη Γη η μικρή Μαρία, η κόρη του αστροπλοηγού, μεγάλωνε. Τα βράδια κοίταζε τον ουρανό και προσπαθούσε να διακρίνει το φωτεινό σημαδάκι του «Αϊνστάιν». Τ' αστέρια όμως ήταν μυριάδες και η Μαρία ζαλιζόταν. Αποκοιμιόταν τότε δακρυσμένη κι έβλεπε στ' όνειρό της το δώρο που θα της έφερνε ο πατέρας της. Ηταν όπως ακριβώς το ήθελε. Σπάνιο και λαμπερό σαν αυτά που είχε φέρει στα δίδυμα...

Το ταξίδι πλησίαζε πια στο τέλος του. Ο «Αϊνστάιν» είχε φτάσει στα γνώριμα μέρη του ηλιακού συστήματος. Τις τελευταίες μέρες τού κρατούσαν συντροφιά ο Δίας, ο Ποσειδώνας, ο Πλούτωνας.

Μόλις το αστρόπλοιο ήρθε σ' επαφή με τη Γη, ο αστροπλοηγός ζήτησε να μιλήσει με την κόρη του. Οσο κι αν ήταν προετοιμασμένος, σάστισε όταν την είδε στην οθόνη.

Η Μαρία, το στερνοπαίδι του... Ηταν οκτώ μηνών όταν έφυγε για τη Χίμαιρα και θα την έβρισκε κοπελίτσα δωδεκάχρονη. Στις ώρες της μοναξιάς του τη φανταζόταν μελαχρινή με μαύρα μάτια, όπως ήταν και τα δίδυμα. Το όμορφο κορίτσι, όμως, που αντίκρισε είχε μακριά ξανθά μαλλιά και μάτια καταγάλανα, έμοιαζε με τις Παναγίες που ζωγράφιζαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες της Αναγέννησης. Με τις χάντρες της Χίμαιρας στο λαιμό της θα φαινόταν ακόμα ομορφότερη...

Περασμένα μεσάνυχτα και το γλέντι στο σπίτι του αστροπλοηγού κόντευε να τελειώσει. Οι συγγενείς και οι φίλοι είχαν φύγει, μόνο η οικογένεια ξαγρυπνούσε γύρω από το μεγάλο τραπέζι του κήπου. Κανένας δεν ήθελε να πάει για ύπνο, είχαν τόσα να διηγηθούν.

Ο αστροπλοηγός δε χόρταινε να κοιτάζει τα παιδιά του. Τα δίδυμα ήταν πια παλικαράκια εικοσάχρονα. Κοιτούσαν μαγεμένα το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από τη Χίμαιρα κι ονειρεύονταν. Σε λίγα χρόνια θα τέλειωναν τις σπουδές τους και θ' ακολουθούσαν στον ουρανό τα χνάρια του πατέρα τους... Μόνο η γυναίκα του φαινόταν λιγάκι γερασμένη. Είχαν παντρευτεί όταν ήταν και οι δυο τους δεκαοχτώ χρονών, φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Αστροναυτικής και Διαστήματος και τώρα στα πενήντα της εκείνη είχε αρχίσει να χάνει τη φρεσκάδα της, αφού ο χρόνος στη Γη κυλούσε πιο γοργά. Ο αστροπλοηγός φαινόταν δεκαπέντε χρόνια νεότερος κι ας ήταν συνομήλικοι. Τα είκοσι χρόνια που ταξίδευε στο διάστημα τον είχαν αφήσει ανέγγιχτο, νόμιζε κανείς ότι ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός των παιδιών του.

Η Μαρία δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από τις χάντρες. Γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι σαν να είχαν μέσα τους ένα φως εσωτερικό. «Αύριο το πρωί θα τρυπήσω τις χάντρες και θα τις περάσω σε μεταξωτή κλωστή. Οι φίλες μου θα σκάσουν απ' τη ζήλια τους», σκεφτόταν η Μαρία.

Μέσα στη χαρά και στην ευτυχία τους κανένας δεν πρόσεξε τη γέρικη κουκουβάγια που φτεράκιζε ανήσυχη ανάμεσα στα κλαριά της λεύκας. Είχε καρφώσει τα μεγάλα μάτια της πάνω στη χαρούμενη οικογένεια και κάθε τόσο άφηνε και μια φωνή λυπητερή. Κι ο Αργος, ο σκύλος του σπιτιού, δεν πλησίασε ούτε μια φορά κοντά στο τραπέζι για να πάρει το μερτικό του, ένα μεγάλο κόκαλο με μπόλικο κρέας γύρω - γύρω.

Κόντευε να ξημερώσει. Μια υγρή ομίχλη είχε σκεπάσει τα δέντρα και τα φυτά του κήπου. Αλλες φορές αυτή την ώρα τα πουλιά είχαν ξυπνήσει και χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Σήμερα όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό κελάηδισμα. Ακόμα και η κουκουβάγια σώπαινε, κουρνιασμένη στο πιο πυκνό κλαδί.

Μέσα στην ησυχία ακούστηκε ένας σιγανός κρότος κι αμέσως μετά κι άλλος ένας. Μια - μια οι χάντρες έσπαζαν πάνω στο τραπέζι, εκεί όπου τις είχε αφήσει η Μαρία αποβραδίς. Από μέσα τους ξεπετάχτηκε ένα χοντρό φύτρο κι όμοιο με φίδι άρχισε να σέρνεται πάνω στο τραπέζι, να κατεβαίνει στο έδαφος, ν' ανεβαίνει στα κλαριά. Οσο περνούσαν τα λεπτά το φύτρο μεγάλωνε, γινόταν κορμός χοντρός κι έβγαζε φύλλα παχιά σαν αυτά που πλέουν στους βάλτους με τα νούφαρα. Μπουμπούκια ξεπετιόνταν από τις μασχάλες των φύλλων και μόλις άνοιγαν μια μεθυστική ευωδιά γέμιζε τον αέρα. Ζαλισμένα τα μυρμήγκια, οι σαύρες, τα σκουλήκια, οι σκίουροι, πέθαιναν δηλητηριασμένα από τη φαρμακερή ανάσα των λουλουδιών. Τα φυτά, θεριεμένα από την υγρασία της νύχτας απλώθηκαν στο δάσος. Μερικά ακολούθησαν το μονοπάτι που έβγαζε στη θάλασσα. Ενας παιχνιδιάρης λαγός ξεγελάστηκε και χίμηξε να κόψει ένα φύλλο. Στη στιγμή ξεπετάχτηκαν άλλα δέκα, όπως γινόταν μ' εκείνη τη μυθική Λερναία Υδρα. Υστερα τα φυτά σύρθηκαν μέσα στη θάλασσα και εκεί, μέσα στην αρχέγονη μήτρα κάθε ζωής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται με τρομακτική γρηγοράδα...

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά τα φυτά είχαν σκαρφαλώσει στον τοίχο του σπιτιού του αστροπλοηγού. Το παράθυρο της Μαρίας ήταν ανοιχτό. Δυο χοντρά κλωνάρια, σαν πλοκάμια χταποδιού μπήκαν στο δωμάτιο, σύρθηκαν στο πάτωμα κι ύστερα ανέβηκαν στο κρεβάτι του κοριτσιού. Το άρωμα των λουλουδιών ήταν δυνατό, μεθυστικό, πλημμύρισε όλο το σπίτι. Η Μαρία κοιμόταν βαθιά, η αναπνοή της ακουγόταν κανονική. Καθώς όμως η μυρωδιά των λουλουδιών δυνάμωνε, η ανάσα του κοριτσιού γινόταν όλο και πιο αδύνατη, ώσπου σταμάτησε κι η Μαρία πέρασε στον άλλο κόσμο κοιμισμένη...

Ψηλά στον ουρανό τα τελευταία αστέρια χάνονταν καθώς πλησίαζε το ξημέρωμα.

Στη Χίμαιρα τα μανιτάρια ήταν ευτυχισμένα. Μοσκοβολούσαν σαν ν' άνθιζαν πάνω στον πλανήτη τα γιασεμιά όλης της γης...


Της
Λίτσας ΨΑΡΑΥΤΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org