ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 1 Σεπτέμβρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Μαριάνα Αίνου - Κουτούζη

Η Μαριάνα Αίνου - Κουτούζη, εργάστηκε σαν πρώτη γραμματέας στη γαλλόφωνη Ελληνική Βιβλιογραφία (έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών), και φοίτησε στις δραματικές σχολές Ροντήρη και Εθνικού Θεάτρου. Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Η απλή, τρυφερή, μα και τραγική κάποτε ζωή των ανθρώπων που πρωτογνώρισε στο νησί, η ομορφιά του, τα συμβάντα που περικλείουν αγνότητα, καλοσύνη, μα και «Το δέντρο του κακού», όπως βέβαια και η φυσική κλίση της για δυνατό κι εκφραστικό λόγο, την ώθησαν στο δρόμο της λογοτεχνίας, όπου και για το έργο της Ζαχαροκάλαμα, πήρε το βραβείο λογοτεχνίας από την Ακαδημία Αθηνών. Τώρα έχει υπό έκδοση τα βιβλία «Σώμα και Φως», και το «Ιθάκη - Εκρήξεις στον Παράδεισο», απ' όπου βάζουμε εδώ, το κεφάλαιο «Μεγαλειώδης εκείν' η φτώχεια». Αλλα της έργα είναι: «Ρίζες» (ποίηση), «Γοργόνες και Δακρυγόνα», (ποίηση), «Διπλή αυτοκτονία στον ίδιο άνθρωπο» (νουβέλα), «Στη ζωή του Τέλους» (νουβέλα).

Παραμύθια: «Πίσω απ' τον Καιρό», «Κρινιώ η Γοργώ και τ' Αθάνατο Νερό», «Βρήκανε μια Δικτατορία», «Το χωριό της Φιλίας», «Το Αυγό της Αγάπης», «Μια Φασολιά στον Ουρανό».


Μεγαλειώδης εκείν' η φτώχεια
Ενας λογαριασμός μισό μέτρο μάκρος

Παπαγεωργίου Βασίλης

Η θεία μου έμεινε «πτωχή» όπως έλεγε. Λοιπόν, το σπίτι της δεν άδειασε ποτέ από ανίψια, μ' όλη την οικονομική της «ανέχεια». Και μάλιστα όσοι κατά καιρούς μείναμε μαζί της, είχαμε την εντύπωση πως μπορούσε να εκπληρώνει κάθε μας επιθυμία, και μάλιστα να τη μαντεύει, αφού εμείς δεν τη φανερώναμε. Εξαίρεση έκανε η λαιμαργία μου όταν με ανάγκασε για δύο - τρεις φορές, να πληρώσω κάτι λογαριασμούς, που έφταναν το μισό μέτρο μάκρος, και βάλε!

Γραφόντουσαν βλέπεις, για πολλές εβδομάδες πάνω στο ξύλινο βούλωμα που σκέπαζε τα κουλούρια και τις λαστιχωτές «καραμέλες γάλακτος» που πουλούσε τοις μετρητοίς ή με δόσεις, ο επιστάτης του Γυμνασίου μας ο κυρ-Νίκος. Ολο πενηντάλεφτα λοιπόν, το 'να κάτω από τ' άλλο κι ώσπου εκείνος να χάσει την υπομονή του. Ομως δεν την έχανε. Μόνο που το βούλωμα δε χωρούσε άλλο, γιατί ο λογαριασμός έφτανε τσίμα - τσίμα την άκρη του, δηλαδή το φράγμα μήκους.

Τότε και μόνο, κάτω από τα φουντωτά, ψαρά μουστάκια του, με μια στραμπουληγμένη, κάπως κρυφή φωνή, μου 'λεγε:

- Ε, κοίτα να φέρεις αύριο τίποτα λεφτά...

Και γω τα 'φερνα. Αν όχι αύριο, όμως, μεθαύριο ή αντιμεθαύριο στα σίγουρα. Τόσο καιρό έπαιρνε η αγαναχτισμένη μου ντροπή, για να μ' αφήσει να μαρτυρήσω στη θεία μου αυτή μου την ανεξέλεγκτη λαιμαργία.

Εκείνη δε με μάλωσε την πρώτη φορά, μα όταν είδε την επαναληπτική επιμονή της αμαρτίας μου, είπε πως δεν ήτανε σωστό να έχω «χρέη», και πως θα μου έκοβε μισθό!

Ενα πενηντάλεφτο την ημέρα, κι όλα τα πενηντάλεφτα σ' ένα μακρύ μασούρι, μηνιαίως...

Τι τυχερή που ήμουνα, και πώς ένιωθα την ευτυχία μου! Οχι γιατί μου έδιν' εκείνα τα λεφτά, μα γιατί έλαχε να 'χω τέτοια θεία.

Λοιπόν, το πού ζήτησα μερικές φορές, κάποιες δραχμές για να πληρώσω το «χρέος» μου, ήταν η εξαίρεση. Γιατί ο κανόνας ήταν πως δε ζητούσα ποτέ. Εκείνη από μόνη της καταλάβαινε πότε ήταν για να δώσω τα «δίδακτρα». Πότε να πάρω τα «καινούρια βιβλία» (δηλαδή κατά γενική συνήθεια στο γυμνάσιο, τα μεταχειρισμένα που είχανε τη μισή τιμή). Πότε να μ' αγοράσει το καινούριο μαύρο ύφασμα για ποδιά πριν να τρυπήσουν οι αγκώνες της παλιάς, ή πριν το στρίφωμά της ν' ανέβει πάνω από τα γόνατα και να φαίνονται τ' από κάτω παραγεμίσματα που φορούσαμε για να μας ζεσταίνουν.

Τέλος πάντων, όλα τα προλάβαινε. Και καινούριο παλτό μού αγόρασε και κάμποσες φορές παπούτσια. Τότε ήταν η διασκέδαση, γιατί μ' έπαιρνε μαζί της στα μαγαζιά για να προβάρω, να διαλέγω κι όλα εκείνα τα όμορφα πράγματα, με λουκουμάδες στο τέλος, για ξεκούραση και πρόσθετη χαρά, που παίρναμε οι δυο μας στον «Κρίνο». Ακόμα υπάρχει αυτό το καφενείο, σε πείσμα του χρόνου, με χαραγμένο, στα δυο κρύσταλλα της πόρτας του, από ένα κλωνάρι ανθισμένους κρίνους!

Κανένας δεν τους κοιτάζει πια...

Και το σχεδόν πολυτελείας μαγαζί στον καιρό του -με καθρέφτες κι όμορφα βάζα με φυτά πάνω σε ανθοστήλες- τώρα φαίνεται ασήμαντο, παλιό, σχεδόν βρώμικο, μ' εκείνο το κίτρινο προς το καφετί χρώμα του χρόνου.

Η θεία, λοιπόν, έκανε πολλές φορές τους λογαριασμούς της για να φέρνει «εις πέρας» τέτοιες ...αγορές. Κι όταν αδυνατούσε τελικά ν' αγοράσει κάτι, έλεγε:

«Εχει ο θεός».

Κι εκείνος, παράξενο, μα της έκανε το χατίρι. Μπορεί γιατί εύρισκε πως ήτανε πολύ μικρά σε σχέση με τις απαιτήσεις άλλων. Μπορεί γιατί τα εύρισκε μηδαμινά για τα πλούσια ελέη της παρακαταθήκης του. Κι ίσως πάλι γιατί ποτέ δε σκεφτότανε να ζητήσει κάτι για κείνη την ίδια.

Δεν είχαμε, λοιπόν, επιθυμίες, και τις είχε αντί για μας, η θεία μας. Κάποτε τις εκπλήρωνε.

Και καθώς η ζωή μας ήταν ολιγαρκής, γινόταν εύκολα ευτυχισμένη.

Υπήρχε ο «επιούσιος άρτος» και στο κάτω - κάτω, η ποδιά όπως και τα παπούτσια μας δεν είχανε τρύπες. Κανένα ουσιαστικό εμπόδιο, λοιπόν, στους νεανικούς ενθουσιασμούς μας.

Μας έφτανε η αλήθεια μας. Και μόλις τώρα συνειδητοποιώ πως δε μας έλειπε τίποτα, έχοντας μόνο τ' απολύτως απαραίτητα.

Η ζωή μας ήτανε γελαστή. Και η κατάσταση της ευδαιμονίας απλωνόταν πάνω σ' όλα κι όλους.

Το κατασπαραγμένο της ψωμί

Σ' εκείνο το άπλωμα βρισκόταν και η Λευκή που ο Πόντιος πατέρας της είχε κάνει ένα ταξίδι στη Ρωσία. Εκεί παντρεύτηκε, και μετά γύρισε πάλι πίσω στον Πόντο. Με τη «Μικρασιατική καταστροφή» τελικά, ήρθανε στην Ελλάδα. Η Λευκή αισθανότανε τη φτώχεια τους όταν μετά το σχολείο, εγύριζε στο σπίτι. Ωστόσο γεμάτη ευγένεια, γεμάτη προσφορά εκείν' η φτώχεια!

Γιατί πώς αλλιώς να τη θυμηθώ, παρά με κείνα τα πελώρια πουπουλένια μαξιλάρια που κουβαλήθηκαν στην προσφυγιά μαζί τους από τη μακρινή πατρίδα, παρά με τις κουρελούδες, που δεν είχα δει ομορφότερες (ίσως έχοντας πάνω τους κι εκείνο το καθημερινό με πάθος τίναγμα). Πώς αλλιώς να τη θυμηθώ παρά με τα σκεπάσματα των κρεβατιών τους, φτιαγμένα με μικρά τετράγωνα μπαλώματα, μαζεμένα ποιος ξέρει από τι μέρη και πότε, για να γίνουν έργο αγάπης.

Φτώχεια τους ήταν ακόμα οι πλεχτές, αφράτες ζεστές παντούφλες που φορούσαν όλοι μέσα στο σπίτι, και που σου προσφέρονταν μόλις άνοιγε η πόρτα, για να τις αλλάξεις με τα παπούτσια σου, αφήνοντας έτσι αμόλυντο τον εσωτερικό χώρο από τη λάσπη που ζύμωναν τα πόδια σου σ' όλες σχεδόν τις τότε γειτονιές της Αθήνας.

Μπαίνοντας αιστανόσουνα, μύριζες την καθαριότητα, και το σπίτι τους ήταν όλο κι όλο, ένα δωμάτιο καλά οργανωμένο για τραπεζαρία και κρεβατοκάμαρες, που ωστόσο έδειχνε καθιστικό. Ενα ευχάριστο, κάπως στριμωγμένο καθιστικό που στο καλοδέξιμό του κυριαρχούσε μια ντροπαλάδα γεμάτη ταπεινοσύνη που εύρισκε διέξοδο σ' εκείνο το διακριτικό, καθαρό και τρυφερό χαμόγελο των γονιών.

Το 'χε ακουμπήσει πάνω στο πρόσωπό τους η περήφανη φτώχεια τους, καμωμένη από υπομονή, παραδοχή και αγαθότητα.

Εκείνη, που μπόρεσε ν' αφήσει άθιχτη την καλοσύνη, την όρεξή τους για ζωή και την αγάπη τους για όλους κι όλα.

Ο πατέρας μ' ένα καλαπόδι να μπαλώνει παπούτσια, ήρεμος, απόκοσμος και γελαστός. Η μητέρα πάλι, και το έργο της, απλωμένα παντού, με βουλιαγμένο τον κόπο της μέσα σε μια περιποιημένη, καθαρή άνεση.

Ετσι τους θυμάμαι, και τα πόδια μου μέσα στις παχιές, ζεστές τους, χειροποίητες παντούφλες.

Ητανε περήφανοι που ήμουνα φίλη της Λευκής και που πήγαινα εκεί. Η μαμά της μου το 'λεγε κάποτε. «Η Λευκή μας», έλεγε, με τα κουτσά ρωσικόμορφα ελληνικά της, «ντεν έχει ευκαιρία να ντει κόσμο, και στο σπίτι σας έμαθε πολλά».

Το πίστευα. Μα πίστευα επίσης πως εγώ είχα μάθει στο δικό τους περισσότερα. Και τ' αγαπάω έτσι όπως έμεινε ολόκληρο στη θύμησή μου, φωτισμένο με τούτη την πικρή αγαλλίαση που νιώθω μέσα μου.

Λιωμένο από κούραση χαμόγελο

.....

... Λοιπόν, το πάμπλουτο σε προσφορά κι όμως στερημένο σπίτι τους, δε διέθετε πάνω από ένα καρβέλι ψωμί τη μέρα.

Και κείνο το καρβέλι είναι που κατασπαράζαμε σαν λύκοι εμείς οι συμμαθήτριες (ανίδεες και πεινασμένες στο σχόλασμα του μεσημεριού).

Ετσι τραυματισμένο, μισοξεφλουδισμένο και λειψό, σκεπασμένο μ' ένα υπόλοιπη χαρτιού, το έβαζε κάτω από τη μασχάλη της η Λευκή, και το παράδινε στη μητέρα της, μόλις έμπαινε στο σπίτι.

Εκείνη τότε, με θλιμμένη παραδοχή, της έλεγε πάντοτε τα ίδια λόγια: «Πάλι έτσι το 'φερες Λευκή μου;».

- «Αχ εκείνο το ψωμί», μου λέει ακόμα τώρα χαμογελώντας σχεδόν νοσταλγικά, μαζί μ' ένα ίχνος πίκρας εκείνου του καιρού...

***

Δεν είχαμε καταλάβει ποτέ την τόσο καλά βολεμένη, περήφανη στέρησή τους.

Και η Λευκή μας όταν ερχόταν στο σπίτι (όσο μεγάλωνε η φιλία μας και πιο συχνά) με το ζόρι και πολύ σπάνια καθότανε στο τραπέζι μας, μόνο για να συντροφέψουμε την αγάπη μας λίγη ώρα παραπάνω.

Τότε γελούσαμε πολύ. Ομως όταν κουβεντιάζουμε τώρα για κείνο τον καιρό, μια σιωπή ορμάει μέσα μας με τη δύναμη του χρόνου που πέρασε.

Δε μιλάμε πια, και κοιταζόμαστε στα μάτια.

***

Η Λευκή έγινε σύμβουλος σε μια Εταιρία. Ο άνδρας της δικηγόρος και τα οικονομικά τους άριστα. Ωστόσο εκείνος ο καιρός φιλίας, έχει μέσα μας την πρώτη θέση. Και μια μέρα π' αρχίσαμε να μιλάμε για τα περασμένα, το στόμα της ξαφνικά σα να κλειδώθηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Επειτα, μέσα σε δύσκολες διακοπές, προσπάθησε να πει μια ιστορία που δεν ήξερα... Τόσο πολλές, τόσο καλά προφυλαγμένες, κι είναι ιστορίες αγάπης και στέρησης.

***

«Ημουνα τεσσάρω - πέντε χρονώ, λέει, κι είχα μαζί μου τον αδελφό μου τον Κώστα. Πάντα σχεδόν βρισκόμαστε μαζί. Πιασμένοι διαρκώς από τα χέρια, είμαστε σαν κολλημένοι. Ετσι και σε κείνες τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις για φτωχά παιδιά.

Καλά ήταν εκεί. Παίζαμε όλη μέρα. Κάναμε μπάνια στη θάλασσα, και συχνά τρώγαμε πρωτόγνωρα, για μας, φαγητά!

Ομως κάθε Κυριακή... (εδώ κόμπιασε πάλι, μα συνέχισε):

Κάθε Κυριακή απόγευμα είχ' επισκεπτήριο, κι εγώ με τον Κώστα περιμέναμε, αλλά δεν ερχόντουσαν οι δικοί μας γονείς. Περιμέναμε πάντα πιασμέν' από τα χέρια ώσπου σουρούπωνε κι άδειαζε ο τόπος...

Πέρασαν όλα τα επισκεπτήρια έτσι, κι έφτασε κάποια του τέλους Κυριακή. Στην ίδια πάντα θέση, εμείς βλέπαμε τους γονείς να 'ρχονται, χωρίς να περιμένουμε πια τους δικούς μας. Και τότε, αργά - αργά πάνω στ' ανηφόρι, βλέπουμε ν' ανεβαίνει τον πατέρα μας... Ητανε πολύ κουρασμένος. Γερμένος...».

Εγινε μια μεγάλη σιωπή κι έπειτα η Λευκή ξαναγύρισε στο σημερινό χρόνο.

- «Δεν είναι, μας λέει, για να περιγράψω τη στιγμή της συνάντησης ή του χωρισμού. Δεν είναι για τη χαρά μας και πως άδειασε τις τσέπες του με λίγες δραχμούλες που μας άφησε, ούτε για το μπογαλάκι που κουβάλησε με καθαρά ρούχα, κουλουράκια και κάτι τέτοια που 'χε φτιάξει για μας η μητέρα μας. Δεν είναι για να πω τι νιώσαμε ή τι μας είπε. Είναι μόνο γιατί τον βλέπω αδιάκοπα να 'ρχεται, να 'ρχεται κουρασμένος, και πάλι να φεύγει, να φεύγει αποκαμωμένος μ' ένα λιωμένο χαμόγελο από κούραση...

Γιατί, με τα πόδια του ήρθε όλο εκείνο το δρόμο που κάνουνε τα λεωφορεία, και με τα πόδια του ξαναγύρισε.

Δεν είχε τα ναύλα του, Μαριάννα μου. Κατάλαβες; Είχε ξεκινήσει χαράματα και ξαναγύρισε μεσάνυχτα στο σπίτι μας».

Η Λευκή σκούπισε με τα δάχτυλα τα μάτια της κι έβηξε λίγο, για να ξεβραχνιάσει τη φωνή της που 'χε πνιγεί κάπου βαθιά μέσα στο στήθος της.

***

Φτώχες εξευτελιστικές, και φτώχες περήφανες... ανάλογα με το πώς τους φέρεσαι, και από το πώς ήρθαν.


Της Μαριάνας ΑΙΝΟΥ - ΚΟΥΤΟΥΖΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org