Ενας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες που καταπιάστηκαν με το ζήτημα της πίστης ήταν ο Λουίς Μπουνιουέλ, ο οποίος το 1939, μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου, καταφεύγει στις ΗΠΑ και το Μεξικό, όπου γυρίζει αρκετές από τις ταινίες του.
Λίγο πριν επιστρέψει στην Ισπανία γυρίζει τη «Ναζαρέν» (Nazaren, 1959)... Βρισκόμαστε στο Μεξικό του προηγούμενου αιώνα, στη διάρκεια της δικτατορίας του Ντιάζ, και γινόμαστε μάρτυρες της φτώχειας και της ανέχειας σε όλο της το μεγαλείο. Παρακολουθούμε τον Ναζαρέν, έναν ιερέα, να προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στην προκατάληψη και την αμάθεια και να σώσει κάποιους ανθρώπους. Ο περίγυρός του όμως δείχνει τη δυσπιστία και την έχθρα του απέναντι στο πρόσωπό του, εκτός από δυο γυναίκες της περιοχής. Η πίστη του Ναζαρέν στην ύπαρξη του Θεού αρχίζει να κλονίζεται. Η ταινία αποτελεί την κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου του Ισπανού συγγραφέα Μπενίτο Περέθ Γκαλδός και απέσπασε το διεθνές βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών το 1959.
Ακολουθεί «Ο Σιμών της Ερήμου» (Simon del Desierto, 1965). Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Σιμών, ενός ασκητή που ζει επί χρόνια στην κορυφή μιας στήλης στην έρημο και εμείς παρακολουθούμε τις συνεχείς προκλήσεις που αντιμετωπίζει από τα... «εγκόσμια». Ακολουθεί «Ο Γαλαξίας» (La Voie Lactee, 1969), που αντικατοπτρίζει συμβολικά την ιστορία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με τις αιρέσεις, τα σχίσματα, τα δόγματα στον χώρο και τον χρόνο.
Στην «Εβδομη Σφραγίδα» (Det sjunde inseglet, 1957) ο ιππότης και ο ιπποκόμος του, γυρνώντας από τις Σταυροφορίες, βρίσκουν τη χώρα τους να ζει μέσα στον τρόμο της χολέρας. Ο Θάνατος είναι παντού και εμφανίζεται με σάρκα και οστά, για να πάρει τον ιππότη στον άλλο κόσμο. Ο ιππότης για να κερδίσει χρόνο προσκαλεί τον Θάνατο να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι. Στις λίγες ώρες που του απομένουν, ο ιππότης ανακαλύπτει ότι η ευτυχία βρίσκεται στην αγάπη και στις απλές χαρές της γήινης ζωής.
Ο ίδιος ο μεγάλος δημιουργός είχε πει για την παραπάνω ταινία: «Κρατούσα ακόμα μερικά από τα μαραμένα απομεινάρια της παιδικής μου ευσέβειας. Μέχρι τότε είχα μια εντελώς αφελή ιδέα γι' αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει υπερφυσική σωτηρία. Η τωρινή μου πεποίθηση εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος φέρει τη δική του αγιότητα, με ψέματα μέσα στο βασίλειο της γης. Δεν υπάρχουν εξωκοσμικές εξηγήσεις...».
Στην ταινία πρωταγωνίστησαν απλοί άνθρωποι του αγροτικού πληθυσμού και ο ρόλος του Ιησού δόθηκε σε έναν 19χρονο Καταλανό συνδικαλιστή (Enrique Irazoqui), που πήγε στην Ιταλία αναζητώντας υποστήριξη ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο. «Το Ευαγγέλιο μου έθεσε το εξής πρόβλημα: Δεν μπορούσα να το διηγηθώ με κλασική αφήγηση, γιατί δεν είμαι πιστός αλλά άθεος. Από την άλλη, ήθελα να κινηματογραφήσω το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, δηλαδή να πω την ιστορία του Χριστού, του γιου του Θεού. Επρεπε λοιπόν να πω μια ιστορία στην οποία δεν πίστευα, και αυτό ανέτρεψε ολόκληρη την κινηματογραφική μου τεχνική και γεννήθηκε αυτό το στιλιστικό μάγμα, που είναι χαρακτηριστικό του "κινηματογράφου της ποίησης". Επειδή δεν μπορούσα να διηγηθώ το Ευαγγέλιο, έπρεπε να βυθιστώ στην ψυχή ενός πιστού. Σε αυτό συνίσταται ο ελεύθερος έμμεσος λόγος: Αφενός η ιστορία φαίνεται μέσα από τα μάτια μου, αφετέρου μέσα από τα μάτια ενός πιστού».
Χαρακτηριστικές σκηνές του Μυστικού Δείπνου εκτός από τη «Βιριδιάνα» βρίσκουμε στην εκπληκτική ταινία «Ο Μυστικός Δείπνος» («La Ultima Cena», 1976) του Τόμας Γκουτιέρες Αλέα, στην οποία ένας μεγαλογαιοκτήμονας φυτειών ζαχαροκάλαμου στην Αβάνα του 1780 αποφασίζει να αναπαραστήσει τη Μεγάλη Πέμπτη, τον Μυστικό Δείπνο, παίζοντας ο ίδιος τον ρόλο του Χριστού και επιλέγοντας 12 σκλάβους για μαθητές του. Παρά τις αντιρρήσεις του επιστάτη, το δείπνο ετοιμάζεται και σαν 12ος συνδαιτυμόνας κάθεται μαζί ο σκλάβος που είχε αποδράσει το πρωί και αιχμαλωτίστηκε ξανά αργότερα. Στο δείπνο ο γαιοκτήμονας, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές διδαχές, προσπαθεί να μυήσει τους δούλους του στο νόημα της χριστιανικής θρησκείας και στη δυνατότητα κατάκτησης της απόλυτης ευτυχίας υπό συνθήκες σκλαβιάς. Οι σκλάβοι με τη σειρά τους του λένε τις ιστορίες τους και του ζητούν να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής τους. Ο γαιοκτήμονας υπόσχεται να μην εργαστούν τη Μεγάλη Παρασκευή. Ομως φεύγει νωρίς το επόμενο πρωί, και ο επιστάτης ξυπνά άγρια τους σκλάβους για μια δύσκολη μέρα κοπής ζαχαροκάλαμων. Εκείνοι ξεσηκώνονται. Ποιανού το μέρος θα πάρει ο γαιοκτήμονας;
Αυτό το μικρό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να κλείσει διαφορετικά παρά μόνο με την ταινία «Ενας Προφήτης... Μα τι Προφήτης!» (Monty Python's Life of Brian, 1971) του Τέρι Τζόουνς. Ταινία που ξαναβλέπουμε με κάθε ευκαιρία, χωρίς να είναι απαραίτητα Πάσχα. Οπως λένε και οι τίτλοι τέλους... Πάντα να κοιτάς τη φωτεινή πλευρά της ζωής!