Νέο ιστορικό ρεκόρ κατέγραψε ο στόλος των Ελλήνων εφοπλιστών, φτάνοντας τα 4.388 πλοία, με συνολική χωρητικότητα 360,5 εκατ. DWT - αύξηση 3,8% σε σχέση με πέρυσι. Τα αστικά ΜΜΕ υποδέχθηκαν με τυμπανοκρουσίες τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας της Ελληνικής Επιτροπής Ναυτιλιακής Συνεργασίας (GSCC), που καταγράφουν την ενίσχυση του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Οι πανηγυρισμοί για τη «ναυτική υπερδύναμη» δεν αφήνουν βέβαια περιθώριο να τεθούν ερωτήματα που ενδιαφέρουν πραγματικά τον λαό, όπως το ποιος καρπώνεται τα οφέλη αυτής της «υπερδύναμης» και ποιος πληρώνει το κόστος της.
Πρόκειται για μια χούφτα οικογενειών καπιταλιστών, που συγκεντρώνουν τεράστιο πλούτο από την εκμετάλλευση χιλιάδων ναυτεργατών, Ελλήνων και ξένων, αξιοποιώντας παράλληλα τα προνόμια και το καθεστώς φοροασυλίας που έχουν νομοθετήσει στην Ελλάδα όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά για να εγγυάται τα κέρδη τους. Οπως κόμπαζε για λογαριασμό τους πριν από μερικές μέρες ο Ν. Δένδιας, στην τελετή υποδοχής μιας εφοπλιστικής δωρεάς σε Ναυτικό Νοσοκομείο, «ο ελληνικός εφοπλισμός διάγει λαμπρές ημέρες κερδών. Χάρη στον Νόμο 27/1975 η πατρίδα έχει αποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό την προνομία της φορολόγησης των κερδών της εφοπλιστικής δραστηριότητας». Αλλη μια κυνική ομολογία για το πώς το κράτος «ζει και αναπνέει» για να υπηρετεί το κεφάλαιο και τα συμφέροντά του, ειδικά τα πιο δυναμικά του τμήματα, όπως είναι οι εφοπλιστές.
Οι Ελληνες εφοπλιστές ελέγχουν το 22% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων, το 16% των πλοίων μεταφοράς ξηρού φορτίου και το 8% των πλοίων μεταφοράς υγροποιημένου αερίου. Παράλληλα, έχουν σε παραγγελία 422 νέα πλοία, συνολικής χωρητικότητας 40.212.290 DWT και 25.258.008 GT, που αποτελεί επενδυτικό πρόγραμμα δισεκατομμυρίων. Συγκεκριμένα, βρίσκονται υπό ναυπήγηση 140 δεξαμενόπλοια πετρελαίου, 61 δεξαμενόπλοια χημικών και παράγωγων προϊόντων, 43 πλοία μεταφοράς υγροποιημένων αερίων, 77 πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου, 74 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και 6 φορτηγά πλοία. Στις συνθήκες του πολέμου οι δουλειές δεν πάνε απλά καλά, αλλά ανοίγουν κι άλλο, με επέκταση του στόλου και των στόχων για κερδοφορία.
Κι επειδή ως γνωστόν «πατρίδα» για το κεφάλαιο είναι όπου βρίσκει κέρδος, η πλειοψηφία των ελληνόκτητων πλοίων διασχίζει τους ωκεανούς υπό τις σημαίες διάφορων «φορολογικών παραδείσων» του κόσμου. Ο στόλος υπό ελληνική σημαία μειώθηκε σε μόλις 463 πλοία (17 λιγότερα από πέρυσι) και αντιστοιχεί σε μόλις 12,5% της συνολικής χωρητικότητας του ελληνόκτητου στόλου. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ελληνική σημαία αντιπροσωπεύει μόλις 0,7% του παγκόσμιου στόλου σε αριθμό πλοίων. Στα υπόλοιπα κυματίζουν «σημαίες ευκαιρίας», Λιβερίας, Μάλτας, Μάρσαλ, που εξασφαλίζουν στους εφοπλιστές χαμηλότερη φορολογία, φτηνότερο εργατικό δυναμικό και αποφυγή αυστηρότερων κανονισμών εργασίας. Τόσο ...πατριώτες είναι οι εφοπλιστές, που για χάρη τους - και όχι μόνο - η κυβέρνηση έχει στείλει φρεγάτες στην Ερυθρά και ετοιμάζεται μαζί με τους άλλους Ευρωπαίους «εταίρους» να επεκτείνουν την πολεμική αποστολή πιο κοντά στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Σχολιάζοντας τα στοιχεία, δημοσιεύματα κάνουν λόγο για στόλο με «στρατηγική αξία για τη χώρα». Ομως ο ελληνόκτητος στόλος παράγει πλούτο για μια χούφτα εφοπλιστές, που βλέπουν τον πόλεμο σαν ευκαιρία για μεγαλύτερα κέρδη, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τον βαθμό εκμετάλλευσης των ναυτεργατών, που ήταν στο «κόκκινο» και σε καιρό «ειρήνης». Η αντίφαση άλλωστε είναι κραυγαλέα και δεν αποτυπώνεται σε καμιά από τις σελίδες της έκθεσης για τον στόλο: Την ίδια στιγμή που οι εφοπλιστές πανηγυρίζουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και παραγγέλνουν εκατοντάδες πλοία για να μεταφέρουν σε όλο τον κόσμο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, το 19% του ελληνικού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να ζεστάνει το σπίτι του, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 43,6% για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Οι «360,5 εκατομμύρια DWT» δεν ζεσταίνουν πιο φθηνά τα λαϊκά νοικοκυριά. Αντίθετα, σέρνουν τον χορό της μεγαλύτερης εμπλοκής της χώρας στα ιμπεριαλιστικά σφαγεία, για λογαριασμό της αστικής τάξης.