Από την ομιλία του Κώστα Μπασδέκη
Τόνισε ότι η συνολική έκταση 240.000 στρεμμάτων, που δημιουργήθηκε από την αποξήρανση της εποχικής λίμνης Κωπαΐδας και των 100.000 περίπου στρεμμάτων του παρακωπαϊδικού πεδίου, αφορά αρδευόμενη έκταση, με εύφορο έδαφος και μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες.
Δίνοντας την εικόνα που επικρατεί σήμερα στην Κωπαΐδα, στο αρδευτικό δίκτυο και τους αγροτικούς δρόμους, σημείωσε ότι βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, ενώ σχετικά με την αγροτική δραστηριότητα ανέφερε:
«Στις εκτάσεις που καλλιεργούνται δεν υπάρχει σχεδιασμένη παραγωγή και η καλλιέργεια γίνεται κατ' επιλογή του κάθε ιδιοκτήτη. Φυσικά η αγροτική παραγωγή κινείται εντός των πλαισίων της ΚΑΠ και των κανονισμών της. Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ είναι που οδήγησε στην εγκατάλειψη ή στη δραστική μείωση παραδοσιακών καλλιεργειών, όπως ο καπνός, αλλού τα ζαχαρότευτλα, τα σιτηρά κ.λπ. Σήμερα κυριαρχούν καλλιέργειες όπως το βαμβάκι, το καλαμπόκι, το τριφύλλι, λιγότερο η βιομηχανική τομάτα.
Ενα τμήμα της έκτασης χρησιμοποιείται για την παραγωγή οπωροκηπευτικών, και με τη χρήση θερμοκηπίων, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει ανάπτυξη καλλιεργειών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων, ακόμη και πάνω σε γη υψηλής παραγωγικότητας».
Συνεχίζοντας ο Κ. Μπασδέκης στάθηκε στα υδρολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, τονίζοντας ότι η πεδιάδα της Κωπαΐδας έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με το ζήτημα της εξασφάλισης αρδευτικού νερού για τις καλλιέργειες, καθώς αποτελεί ένα κλειστό σύστημα που μπορεί, με βάση επιστημονικά δεδομένα, να κρατάει ψηλά τον υδροφόρο ορίζοντα και να εξασφαλίζει τη δυνατότητα παροχής νερού στις καλλιέργειες. Επισήμανε μάλιστα ότι έχει δυνατότητες να εξασφαλίσει προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ παράλληλα σε περιόδους ανομβρίας μπορεί να τροφοδοτηθεί με νερό από τη λίμνη Υλίκη και το κανάλι του Μόρνου.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι η καταστροφή που υπέστησαν οι αγρότες της περιοχής την περσινή χρονιά από την έλλειψη αρδευτικού νερού, με πάνω από 100.000 στρέμματα να παθαίνουν μεγάλη ζημιά στην παραγωγή, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αντίθετα, επισήμανε ότι έχει προκύψει μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές των κυβερνήσεων και της Περιφέρειας, όπως η κατάργηση του Οργανισμού Κωπαΐδας και το πέρασμα της ευθύνης λειτουργίας του Κωπαϊδικού πεδίου στην Περιφέρεια, η μη εκτέλεση των αναγκαίων έργων υποδομής και συντήρησης των αρδευτικών δικτύων και συνολικότερα η υποχρηματοδότηση και αδιαφορία για την αντιμετώπιση των αναγκών που έχει η Κωπαΐδα.
«Οι αγρότες της Κωπαΐδας δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, αφού είχαν επισημάνει τον συγκεκριμένο κίνδυνο πολύ έγκαιρα και παρά τις καθησυχαστικές υποσχέσεις από την πλευρά της Περιφέρειας, βρέθηκαν μπροστά στο φάσμα των καταστροφών.
Η Περιφέρεια Στερεάς ουσιαστικά δεν πήρε κανένα μέτρο βελτίωσης της κατάστασης, ενώ γνώριζε ότι θα είναι μία δύσκολη χρονιά για τους αγρότες και τις καλλιέργειες σε σχέση με το αρδευτικό νερό», σημείωσε και υπογραμμίζοντας την ανησυχία των αγροτών για την τρέχουσα αρδευτική περίοδο, αλλά και για το μέλλον, τόνισε:
«Τα καταστροφικά φαινόμενα λόγω έλλειψης αρδευτικού νερού στην περιοχή δεν θεωρούμε ότι αποτελούν μεμονωμένο γεγονός για το 2024. Η επάρκεια αρδευτικού νερού στην περιοχή δεν μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη για τα επόμενα χρόνια, αφού μια σειρά παράγοντες δημιουργούν ένα ιδιαίτερα επισφαλές περιβάλλον.
Η Περιφέρεια συνεχίζει την ίδια πολιτική ανάθεσης σε εργολάβους, που λυμαίνονται χρόνια τώρα μεγάλα ποσά για τον καθαρισμό των καναλιών και τη συντήρηση του αγροτικού οδικού δικτύου, χωρίς ουσιαστικά να λύνουν το ζήτημα, αφού τόσο το κεντρικό όσο και συνολικά τα δίκτυα είναι σε άθλια κατάσταση. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη μη παροχή των 7 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων από τον αγωγό του Μόρνου για τα επόμενα χρόνια, που όπως φαίνεται θα περικόψει η ΕΥΔΑΠ, κάνει την κατάσταση έως και εφιαλτική».
Ο Κώστας Μπασδέκης στάθηκε επίσης στις ενέργειες της ΕΥΔΑΠ να ενεργοποιήσει και τις 18 γεωτρήσεις της περιοχής Μαυρονερίου, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει με βεβαιότητα «όχι μόνο στην έλλειψη αρδευτικού νερού για την περιοχή της πεδιάδας της Βοιωτίας και της Κωπαΐδας, αλλά και την έλλειψη νερού ύδρευσης στη συντριπτική πλειοψηφία των χωριών της περιοχής Βοιωτίας και Λοκρίδας». Και πρόσθεσε:
«Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΥΔΑΠ τα δύο τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει συζήτηση με τις δημοτικές αρχές Λιβαδειάς και Ορχομενού, αλλά και σε δήμους της Εύβοιας, στη λογική ένταξής τους στην "ΕΥΔΑΠ ΑΕ". Αξιοποιεί τη δυνατότητα που δίνει ο νόμος για τη συγχώνευση των ΔΕΥΑ, ουσιαστικά εκβιάζοντας τους δήμους με τη λογική ότι είτε θα ενταχθούν στην ΕΥΔΑΠ είτε θα χρεοκοπήσουν, επιδιώκοντας έτσι την αύξηση του πελατολογίου της και τη μεγιστοποίηση των κερδών της».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Κώστας Μπασδέκης τόνισε ότι «το πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνο με ουσιαστικές παρεμβάσεις και στόχο την εξασφάλιση αρδευτικού νερού και για όλη την ευρύτερη περιοχή και την Κωπαΐδα, με την ενίσχυση της χρηματοδότησης από την πλευρά της Περιφέρειας και του κράτους.
Σημείωσε ωστόσο ότι η ολοκληρωμένη διαχείριση του Κωπαϊδικού πεδίου μπορεί να γίνει μόνο μέσα από «μια ειδική, αποκλειστικά δημόσια, καλά οργανωμένη υπηρεσία συντήρησης και βελτίωσης των υποδομών άρδευσης, οδοποιίας και αποθήκευσης. Με μόνιμη - σταθερή φροντίδα των υποδομών από ειδική αποκλειστικά δημόσια υπηρεσία, με μόνιμους εργαζόμενους και επαρκή εξοπλισμό, που θα παρέχει πέρα από όλα τα άλλα και επιστημονική υποστήριξη για τις ανάγκες των καλλιεργειών καθώς και τεχνικές υπηρεσίες για τη μελέτη και υλοποίηση των απαραίτητων έργων και τη συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών και μηχανημάτων, αποκλείοντας παράλληλα την παρουσία εργολάβων, που σήμερα νέμονται το μεγαλύτερο κομμάτι των χρηματοδοτήσεων για την Κωπαΐδα».
Καταλήγοντας υπογράμμισε ότι επιδίωξη του ΚΚΕ, μέσα από τη συγκεκριμένη εκδήλωση και συνολικότερα από τις παρεμβάσεις του για τη στήριξη των αγροτών της περιοχής, είναι να αναδειχθεί ότι γενεσιουργός αιτία «δεν είναι τα φυσικά φαινόμενα και η έντασή τους, αλλά η πολιτική των κυβερνήσεων που θεωρούν "κόστος" τα έργα υποδομής για την εξοικονόμηση, την ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων, αλλά και τα έργα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας του λαού.
Αυτή την πολιτική θα αντιπαλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις μαζί με τους εργαζομένους, τους αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους και τον λαό της περιοχής σε έναν αγώνα για μια άλλη προοπτική, για μια άλλη κοινωνία, που στο επίκεντρο θα έχει τις ανάγκες του λαού και την ικανοποίησή τους.
Μπαίνουμε μπροστά για να οργανωθεί πανελλαδικά η μεγάλη λαϊκή αντεπίθεση ενάντια στον πραγματικό μας αντίπαλο, το σύστημα που εκμεταλλεύεται τη δουλειά μας και εμπορεύεται όχι μόνο τα κοινωνικά αγαθά αλλά και τη ζωή μας».
Από την ομιλία του Λάμπρου Μεϊμάρη
«Το πρόβλημα του νερού συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα διεργασιών της φύσης, για τις οποίες δεν μπορούμε να δράσουμε αποτελεσματικά. Γενικότερα τα κάθε είδους φαινόμενα παρουσιάζονται ως πρωτόγνωρα, ακραία και ως εκ τούτου μη αντιμετωπίσιμα. Ετσι, απαλλάσσονται οι υπεύθυνοι από κάθε είδους ευθύνη για την αντιμετώπιση και λήψη προληπτικών μέτρων», τόνισε αρχικά ο Λ. Μεϊμάρης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «σχεδόν ταυτίζουν τη λειψυδρία με την ανομβρία».
Ακολούθως έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο υδρολογικό σύστημα του Βοιωτικού Κηφισού, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για το κύριο υδρολογικό δίκτυο της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, με ιδιαίτερη κρισιμότητα για τη Βοιωτία, τη Φθιώτιδα και τη Φωκίδα, καθώς διαθέτει σημαντικό υπόγειο και πηγαίο υδατικό δυναμικό. Ανέφερε ως σημαντικές πηγές αυτές της Λιλαίας, του Μαυρονερίου και των Χαρίτων, επισημαίνοντας ωστόσο ότι χαρακτηριστικό όλων των πηγών είναι η εποχική διακύμανση της παροχής τους, που κατά τους θερινούς μήνες έως και μηδενίζεται. Παρέθεσε δε αναλυτικά στοιχεία για το υδάτινο απόθεμα της λίμνης Υλίκης, που επίσης χρησιμεύει για την άρδευση καλλιεργειών της Κωπαΐδας.
Για το ζήτημα της έλλειψης αρδευτικού νερού τόνισε ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπισή του είναι αποσπασματικά και βραχυπρόθεσμα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη διαχρονικότητα του προβλήματος, ούτε να αντιμετωπίζουν το σύνολο των αρδευτικών αναγκών. Σημείωσε μάλιστα ότι λύσεις όπως αυτές των γεωτρήσεων όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αλλά ουσιαστικά λειτουργούν σε βάρος των πηγών, αντλώντας νερό από αυτές.
«Η άρδευση της Κωπαΐδας αποτελεί χρόνιο πρόβλημα για τους αγρότες, ιδιαίτερα σε περιόδους λειψυδρίας. Τα μέτρα που ανακοινώνονται κατά καιρούς θεωρούνται αποσπασματικά, καθώς:
Λείπει ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης υδάτων με μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τη λειψυδρία, αγνοώντας λύσεις όπως ταμιευτήρες, ανακύκλωση νερού ή στάγδην άρδευση. Ο όποιος σχεδιασμός θεωρεί τη λειψυδρία έκτακτο γεγονός, παραβλέποντας την περιοδικότητα του φαινομένου. Επικαλούνται την κλιματική αλλαγή, σαν να είναι ξαφνικό γεγονός, παραλείποντας τη λήψη μέτρων που θα μειώσουν τις αρνητικές της επιδράσεις (ανθεκτικές καλλιέργειες κ.λπ.). Εχουν περιορισμένη κλίμακα, με μέτρα όπως η μεταφορά νερού ή οι γεωτρήσεις να επιδεινώνουν το πρόβλημα μακροπρόθεσμα. Υστερούν σε συνεργασία μεταξύ αρχών και αγροτών. Κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση προς τον μακροχρόνιο σχεδιασμό και λύσεις, υλοποιώντας πολιτικές όπως η κατάργηση του Οργανισμού Κωπαΐδας».
Απέναντι στη διορθωτική και κατασταλτική προσέγγιση της αντιμετώπισης του προβλήματος της λειψυδρίας ο Λ. Μεϊμάρης προέταξε την προληπτική προσέγγιση, η οποία όπως είπε περιλαμβάνει υποδομές ανθεκτικές σε ξηρασία και προληπτικό σχεδιασμό.
«Η πρόβλεψη βασίζεται στην εκτίμηση έντασης, διάρκειας και περιοχής. Οι μακροπρόθεσμες λύσεις περιλαμβάνουν ολοκλήρωση έργων και συντήρηση υποδομών. Η αποτροπή κρίσεων επιτυγχάνεται με μόνιμες λύσεις, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση. Οικονομικά, απαιτείται επένδυση στην πρόληψη και στη βιώσιμη κατανομή πόρων», πρόσθεσε, εξηγώντας ότι η ολοκληρωμένη διαχείριση βασίζεται σε μέτρα όπως: «Επιστημονική τεκμηρίωση για κατασκευή των απαιτούμενων έργων που θα αντιμετωπίσουν μακροπρόθεσμα το πρόβλημα. Εκσυγχρονισμός αρδευτικών δικτύων με κλειστά δίκτυα. Κατασκευή μικρών ταμιευτήρων για αποθήκευση νερού από τον Κηφισό και πηγές ανάντη, και επιβράδυνση απορροής. Προώθηση στάγδην άρδευσης και εκπαίδευση των αγροτών σε βιώσιμες πρακτικές. Ανάπτυξη κλιματικών μοντέλων για πρόβλεψη και διαχείριση υδάτων. Αποκατάσταση των υγροτόπων και προστασία τους από τη ρύπανση. Ενίσχυση συνεργασίας μέσω συνεταιριστικών δράσεων της διαχείρισης υδάτων».
«Απαιτείται λοιπόν ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, γιατί μπορεί να αξιοποιήσει τη συστηματική ανάλυση δεδομένων, να λάβει προληπτικά μέτρα με την ανάπτυξη υποδομών, να υλοποιήσει τη βιώσιμη διαχείριση πόρων και τη μακροπρόθεσμη ολοκλήρωση έργων», κατέληξε ο Λ. Μεϊμάρης.