ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 21 Μάρτη 2026 - Κυριακή 22 Μάρτη 2026
Σελ. /40
Η αλήθεια για το Ιράν, τους «μουλάδες» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», μέσα από το πρίσμα της Ιστορίας και ντοκουμέντων των σημερινών εισβολέων

1931 - Εγκαταστάσεις της «Anglo-Persian Oil Company» (μετέπειτα BP) στην Περσία (σημερινό Ιράν)
1931 - Εγκαταστάσεις της «Anglo-Persian Oil Company» (μετέπειτα BP) στην Περσία (σημερινό Ιράν)
«Η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα κάθε πολέμου», λέει ένα γνωστό ρητό. Και αυτό είναι κάτι απολύτως κατανοητό και αναμενόμενο. Αλλωστε, ποιος αστός (ή πολιτικός του εκπρόσωπος) θα έβγαινε ποτέ δημόσια να παραδεχτεί ότι ο πόλεμος στην εποχή του ιμπεριαλισμού αποτελεί κομμάτι του DNA του ίδιου του εκμεταλλευτικού συστήματος του οποίου ηγείται ως τάξη; Ποιο καπιταλιστικό κράτος ή συμμαχία κρατών θα εμφάνιζε ποτέ το τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και υλικούς πόρους που εν καιρώ πολέμου καλείται κάθε φορά να αναλάβει η εργαζόμενη πλειοψηφία, ως απαραίτητη θυσία για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών της στην αέναη διαπάλη τους για το όλο και μεγαλύτερο μερίδιο επί των παγκόσμιων πλουτοπαραγωγικών πηγών και αγορών;

Ετσι λοιπόν και στον σημερινό πόλεμο στο Ιράν, κανένας εκπρόσωπος ή συνειδητός / ασυνείδητος απολογητής των αντικρουόμενων καπιταλιστικών συμφερόντων στην περιοχή δεν θα παραδεχτεί ότι η σύγκρουση γίνεται για τα πετρέλαια, για τον έλεγχο των κρίσιμων εμπορικών και ενεργειακών δρόμων κ.ο.κ., στο φόντο των γενικότερων ανταγωνισμών και ανακατατάξεων στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Αντ' αυτού, τα πραγματικά αίτια του πολέμου επαναπροσδιορίζονται (ή τουλάχιστον επιχειρείται να επαναπροσδιοριστούν) προς «λαϊκή κατανάλωση», μέσα από ένα πιο «εξευγενισμένο» αφήγημα περί «δικαιωμάτων» και «ελευθεριών». Οι συνέπειές του εμφανίζονται ως ένα «παράπλευρο» τίμημα, που αξίζει και με το παραπάνω να πληρωθεί προκειμένου να ανατραπεί ένα καταπιεστικό καθεστώς. Οποιος, δε, αντιτίθεται στον πόλεμο, βαφτίζεται αυτόματα και αυτόχρημα ως οπαδός και υποστηρικτής ανελεύθερων καθεστώτων, της καταπίεσης των γυναικών κ.ο.κ., στην εκχυδαϊσμένη «λογική» του «αν δεν είσαι με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ είσαι με τους μουλάδες»1 («επιχείρημα» που αξιοποιήθηκε και κατά του ΚΚΕ, λόγω της στάσης του απέναντι στον πόλεμο).

Μάης 1951 - Κινητοποίηση του Τουντέχ
Μάης 1951 - Κινητοποίηση του Τουντέχ
Η Ιστορία, ωστόσο, είναι αποκαλυπτική και αμείλικτη ως προς τα παραπάνω: Τόσο ως προς τα πραγματικά αίτια του πολέμου, όσο και ως προς το ποια πραγματική αξία - σήμερα και διαχρονικά - έχουν οι διάφορες επικλήσεις των καπιταλιστών γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες (στο Ιράν και γενικότερα).

Το ιστορικό υπόβαθρο

Το βασικό, θεμελιώδες ιστορικό υπόβαθρο των σύγχρονων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή εντοπίζεται εν πολλοίς - αν και όχι αποκλειστικά - στην ιδιαίτερη οικονομική και γεωστρατηγική της βαρύτητα (λόγω των άφθονων πλουτοπαραγωγικών πηγών της, των κρίσιμων θαλάσσιων και χερσαίων εμπορικών οδών της, της στρατηγικής της θέσης ανάμεσα σε 3 ηπείρους, του πολυπληθούς φτηνού εργατικού δυναμικού της κ.ο.κ.).

Οι ρίζες του βεβαίως ανατρέχουν αρκετά πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στην περίοδο μετά το 1945, καθώς τότε ήταν που η Μέση Ανατολή αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο εξαγωγέα προϊόντων πετρελαίου παγκοσμίως, αλλά και που οι ΗΠΑ εισήλθαν πιο δυναμικά στην περιοχή, αντικαθιστώντας τη Βρετανία ως ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη.

Εκείνη την εποχή, λοιπόν, η εκμετάλλευση της παραγωγής πετρελαίου γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από 6 μονοπωλιακούς κολοσσούς βρετανικών και αμερικανικών συμφερόντων (κατά 50% και 45% αντίστοιχα) και ήταν κρίσιμη ως καύσιμη ύλη, τόσο για τις οικονομικές όσο και για τις στρατιωτικές ανάγκες του καπιταλιστικού κόσμου. Αρκεί να αναφέρουμε ενδεικτικά πως το 1950 η Μέση Ανατολή κάλυπτε τα 3/4 των απαιτήσεων της Δυτικής Ευρώπης σε πετρέλαιο, ενώ το διυλιστήριο του Αμπαντάν στο Ιράν ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο.2

Φλεβάρης 1979 - Ο αγιατολάχ Χομεϊνί φτάνει από το Παρίσι στην Τεχεράνη
Φλεβάρης 1979 - Ο αγιατολάχ Χομεϊνί φτάνει από το Παρίσι στην Τεχεράνη
Η ιεράρχηση της περιοχής ως προς τα στρατηγικά συμφέροντα και τις επιδιώξεις των ΗΠΑ στη δοσμένη περίοδο δεν είχε να κάνει τόσο με τις δικές τους ανάγκες σε πετρέλαιο (που τότε καλύπτονταν ακόμα από εγχώριες πηγές και από κράτη όπως η Βενεζουέλα), αλλά με τη γενικότερη οικονομική και στρατηγική σημασία που είχε ο έλεγχος της παγκόσμιας παραγωγής (τόσο στο πλαίσιο των αντιθέσεων εντός της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας όσο και στη διεθνή αντιπαράθεση καπιταλισμού - σοσιαλισμού).

Η επίτευξη αυτού του ελέγχου περιλάμβανε μια ευρεία και πολύμορφη γκάμα μέσων πίεσης και παρεμβάσεων: Προπαγάνδα, πολιτικές δολοφονίες, προσεταιρισμό ή και εξαγορά πολιτικών - στρατιωτικών παραγόντων, αξιοποίηση παρακρατικών ομάδων ή ακόμα και ισλαμιστικών οργανώσεων για την άσκηση τρομοκρατικής βίας, εξουδετέρωση αντιπάλων, προβοκατόρικη υποκίνηση ταραχών κ.λπ.

Βεβαίως, πέραν και επιπλέον όλων αυτών υπήρχε και η επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης, είτε άμεσα (με ίδιες στρατιωτικές δυνάμεις) είτε έμμεσα (στηρίζοντας μία μερίδα των εγχώριων αστικών δυνάμεων για την πραξικοπηματική ανατροπή και την αντικατάσταση μιας άλλης, λιγότερο «φιλικής» ή «συνεργάσιμης» που βρισκόταν στην κυβέρνηση). Ετσι έγινε π.χ. στη Συρία το 1949 και το 1957, στην Αίγυπτο το 1956, στον Λίβανο το 1958 κ.ο.κ.

Η ανατροπή του Μοσαντέκ το 1953

1977 - Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ υποδέχεται στον Λευκό Οίκο τον Σάχη του Ιράν
1977 - Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ υποδέχεται στον Λευκό Οίκο τον Σάχη του Ιράν
Αυτό έγινε και στο Ιράν το 1953, όταν ΗΠΑ και Βρετανία, σε συνεργασία με ένα τμήμα της εγχώριας αστικής τάξης, του στρατού και με την υποστήριξη του τότε αγιατολάχ Κασανί, σχεδίασαν, χρηματοδότησαν και οργάνωσαν μέσω των μυστικών υπηρεσιών τους την πραξικοπηματική ανατροπή της κυβέρνησης του Μ. Μοσαντέκ. Ο Μοσαντέκ εξέφραζε ένα τμήμα της αστικής τάξης, που, ακόμα πιο εμφατικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, επιδίωκε έναν πιο ανεξάρτητο διεθνή βηματισμό του Ιράν με μεγαλύτερο έλεγχο επί των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Ακολούθως, το 1951 προχώρησε στην κρατικοποίηση της μεγαλύτερης εταιρείας πετρελαίου στη χώρα (έως τότε βρετανικών συμφερόντων). Το βρετανικό εμπάργκο που επιβλήθηκε στο Ιράν ως αντίποινα γονάτισε την ιρανική οικονομία, πυροδοτώντας ευρύτατες κοινωνικές αντιδράσεις αλλά και αποξενώνοντας πολλούς από τους μέχρι πρότινος υποστηρικτές της κυβέρνησης Μοσαντέκ από τους κόλπους της εγχώριας αστικής τάξης.

Ετσι, δρομολογήθηκε η ανατροπή της, με βασικούς στόχους την αποκατάσταση του προηγούμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη βιομηχανία πετρελαίου και τη διασφάλιση μιας ισχυρής αστικής εξουσίας - σύμμαχο του καπιταλιστικού κόσμου - εν μέσω γενικότερων κοινωνικών αναταραχών. Πρόκειται για την περιβόητη «Επιχείρηση Ajax», για την οποία σχετική «Ακρως Απόρρητη» Εκθεση της CIA (αποχαρακτηρισθείσα το 2017) ανέφερε χαρακτηριστικά:3

1979 - Χέλμουτ Σμιτ, Τζίμι Κάρτερ, Ζισκάρ ντ' Εστέν και Τζέιμς Κάλαχαν στη Σύνοδο της Γουαδελούπης συνομολόγησαν στο ότι δεν θα στήριζαν τον Σάχη
1979 - Χέλμουτ Σμιτ, Τζίμι Κάρτερ, Ζισκάρ ντ' Εστέν και Τζέιμς Κάλαχαν στη Σύνοδο της Γουαδελούπης συνομολόγησαν στο ότι δεν θα στήριζαν τον Σάχη
«Στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου τη δεκαετία του 1950, η Ουάσιγκτον θεωρούσε τη Μέση Ανατολή γενικά και το Ιράν ειδικότερα ένα από τα σπουδαιότερα στρατηγικά τρόπαια στη γεωπολιτική και ιδεολογική της μάχη εναντίον της ΕΣΣΔ... Δύο ήταν τα στοιχεία που κατηύθυναν την αμερικανική εξωτερική πολιτική στην περιοχή του Κόλπου μεταπολεμικά: Το πετρέλαιο και ο φόβος μήπως η πολιτική αστάθεια θέσει σε κίνδυνο την πρόσβαση της (σ.σ. καπιταλιστικής) Δύσης σε αυτό». «Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα», λοιπόν, που είχαν προκαλέσει «ευρεία δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση» τότε του Ιράν, και η «αυξανόμενη δράση του Τουντέχ - του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ιράν», συνηγόρησαν στην απόφαση για ανατροπή του Μοσαντέκ.

Οσο για το ποιος θα τον διαδεχόταν στην πρωθυπουργία (υπό τη βασιλεία πάντοτε του Σάχη του Ιράν Μ. Ρ. Παχλαβί), υπήρξαν δύο επιλογές: Ο αγιατολάχ Κασανί και ο στρατηγός Φ. Ζαχεντί. Εν τέλει επιλέχθηκε ο Ζαχεντί, καθώς παρά το γεγονός ότι «είχε συνεργαστεί με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου (...) ήταν ένθερμος αντικομμουνιστής» και «φιλικά διακείμενος προς τις ΗΠΑ και τη Βρετανία». Ο αγιατολάχ Κασανί δεν επικράτησε ως επιλογή, καθώς θεωρήθηκε πως στη δεδομένη συγκυρία δεν μπορούσε να αποτρέψει «μια σταδιακή γενική κατάρρευση του Ιράν, κάτι που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε μια τελική ανάληψη της εξουσίας από το Τουντέχ». Παρ' όλα αυτά, η «επιρροή των μουλάδων» επισημαινόταν ιδιαίτερα θετικά στην εν λόγω έκθεση ως καταλυτικός παράγοντας στην υποκίνηση και στο περιεχόμενο των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, τις οποίες στήριξε η CIA και τελικά οδήγησαν στην ανατροπή του Μοσαντέκ. Μετά την επιτυχία του πραξικοπήματος, ο Ζαχεντί ανέλαβε την πρωθυπουργία και ο Σάχης (που στη φωτιά των αναταραχών είχε διαφύγει προσωρινά στο εξωτερικό) επέστρεψε στο Ιράν, το οποίο θα τελούσε πλέον υπό μια μορφή αστικής δικτατορίας υπό την αιγίδα του θρόνου (βλ. στη συνέχεια).

Εκτιμώντας τα αποτελέσματα της «Επιχείρησης Ajax» η έκθεση της CIA επεσήμανε ότι «υπήρξε μια εκπληκτική νίκη για τη Δύση», καθώς «απέτρεψε με βεβαιότητα τη διολίσθηση του Ιράν στην πολιτική αβεβαιότητα» (κάτι που εκτιμώνταν ότι θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί δυνητικά το Κομμουνιστικό Κόμμα), «επέτρεψε μια γρήγορη διευθέτηση της αγγλο-ιρανικής διαμάχης για το πετρέλαιο», υπέρ των βρετανικών και αμερικανικών μονοπωλιακών συμφερόντων, και εξασφάλισε «με μίνιμουμ κόστος» για τις ΗΠΑ μια «φιλοδυτική και ισχυρά αντικομμουνιστική πολιτική (...) που θα διαρκούσε 26 χρόνια».

Ερωτηθείς σε συνέντευξη Τύπου το 1980 αν η αμερικανική επεμβατικότητα το 1953 «κυοφόρησε» τρόπον τινά την Ισλαμική Επανάσταση 2,5 δεκαετίες αργότερα, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ θα απαντήσει πως όλα αυτά «αποτελούσαν αρχαία Ιστορία».

Οπως αποδείχθηκε από τα πράγματα, όμως, μόνο «περασμένα - ξεχασμένα» δεν ήταν, καθώς «η επιχείρηση (σ.σ. του 1953) ανέτρεψε έναν δημοφιλή, νόμιμα εκλεγμένο πρωθυπουργό (...) και επανέφερε τον Σάχη στον θρόνο του παράνομα (...) Η δράση των ΗΠΑ δημιούργησε μια δεξαμενή δυσαρέσκειας μεταξύ του ιρανικού πληθυσμού, η οποία συνέβαλε στις συνθήκες για την Ισλαμική Επανάσταση του αγιατολάχ Χομεϊνί το 1978 - 1979».

Η διακυβέρνηση του Σάχη

Η περίοδος διακυβέρνησης του Σάχη (1953 - 1979) παρουσιάζεται ακόμα και σήμερα από πολλά αστικά ΜΜΕ, δημοσιολόγους και αναλυτές στην Ελλάδα και διεθνώς ως μια περίπου «χρυσή περίοδος» «προόδου» και «δυτικοποίησης» του Ιράν. Πράγματι, την εν λόγω περίοδο εφαρμόστηκαν μια σειρά αστικοί εκσυγχρονισμοί: Δόθηκε έμφαση στην εκβιομηχάνιση, έγινε αγροτική μεταρρύθμιση, θεσπίστηκε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για τις γυναίκες κ.ά. Αυτό που εντέχνως παραλείπεται και αποσιωπάται στις σχετικές αναφορές είναι το γεγονός ότι όλες οι παρεμβάσεις που αφορούσαν την οικονομία είχαν ως βασικό κριτήριο (και ωφελημένο βεβαίως) τα συμφέροντα της ιρανικής αστικής τάξης, και όχι της εργαζόμενης λαϊκής πλειοψηφίας. Τα όσα δε «δικαιώματα» εμφανίζονταν να παραχωρούνται, επί της ουσίας ακυρώνονταν από την ίδια την αυταρχική φύση και λειτουργία του καθεστώτος.

Οπως αναφέρει ο R. Cottam (καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, πρώην στέλεχος της CIA και της αμερικάνικης πρεσβείας στο Ιράν τη δεκαετία του 1950), οι αστικοί εκσυγχρονισμοί του Σάχη «παρά τη δημοσιότητα που έλαβαν (...) είχαν πολύ χαμηλά ως προτεραιότητά τους την ικανοποίηση των βασικών αναγκών των φτωχότερων υπηκόων του. Η αγροτική μεταρρύθμιση», για παράδειγμα, «ωφέλησε κατά κύριο λόγο τους πλούσιους γαιοκτήμονες και τους επιχειρηματίες στην αγροτική οικονομία. Οι άκληροι και οι φτωχοί αγρότες αναγκάζονταν συχνά να μετοικήσουν στα μεγάλα αστικά κέντρα» ως φτηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό στις ανάγκες της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας.4

Ταυτόχρονα, όπως καταδεικνύεται σε σχετική έκθεση της CIA το 1963, το σύστημα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του Ιράν ήταν απόλυτα ελεγχόμενο (με τους υποψηφίους, τόσο της πλειοψηφίας όσο και της «αντιπολίτευσης», να υπόκεινται στην έγκριση των ιρανικών δυνάμεων ασφαλείας - της περιβόητης SAVAK - ή και να ορίζονται απευθείας από τον Σάχη). Αλλά, ακόμα κι έτσι, η ιρανική Βουλή ελάχιστη σημασία είχε επί της ουσίας, καθώς πολύ συχνά ο Σάχης την αγνοούσε εντελώς, κυβερνώντας αδιαμεσολάβητα με βασιλικά διατάγματα.5

Ενα ακόμα στοιχείο που κρυβόταν πίσω από τη «δυτικότροπη» βιτρίνα του Ιράν ήταν η ύπαρξη ενός ιδιαίτερα σκληρού και στυγνά καταπιεστικού καθεστώτος, τα «εργαλεία τρόμου» του οποίου - κατά τον R. Cottam - «χτίστηκαν (...) με την άμεση ή έμμεση συνεργασία των δυτικών κυβερνήσεων και ιδιαίτερα των ΗΠΑ και του Ισραήλ».6 Δεκάδες χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι (έως και 125.000 σύμφωνα με μια εκδοχή) υποβάλλονταν συστηματικά στα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια (από ηλεκτροσόκ, μαστιγώσεις έως και βιασμό), με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών εξ αυτών. Μόνο την τετραετία 1972 - 1976 πραγματοποιήθηκαν επισήμως πάνω από 300 εκτελέσεις, ενώ ακόμα περισσότεροι ήταν εκείνοι που δολοφονήθηκαν εν κρυπτώ από τις δυνάμεις Ασφαλείας, στη διάρκεια κάποιας επιχείρησης, δήθεν «προβάλλοντας αντίσταση», κ.ο.κ. Στο αποκορύφωμα της κρατικής καταστολής κατά τους 15 μήνες πριν την ανατροπή του Σάχη, οι νεκροί από τη βία του καθεστώτος υπολογίζονταν σε 65.000 - 70.000.7

Ερωτηθείς από δημοσιογράφο της γαλλικής εφημερίδας «Le Monde» για τη χρήση βασανιστηρίων στη χώρα του, ο Σάχης απάντησε κυνικά: «Γιατί να μην εφαρμόσουμε τις ίδιες μεθόδους που και εσείς οι Ευρωπαίοι έχετε εφαρμόσει; Τους πιο εξελιγμένους τρόπους βασανιστηρίων τους έχουμε μάθει από εσάς».8

Ο κυνισμός αυτός υπήρξε βεβαίως σαφώς πιο ειλικρινής απ' ό,τι η υποκριτική καμπάνια των ΗΠΑ την ίδια περίοδο για τα ανθρώπινα δικαιώματα (με στόχο την ΕΣΣΔ). Πράγματι, κατά την επίσκεψή του στην Τεχεράνη τον Δεκέμβρη του 1977, ο Αμερικανός Πρόεδρος - και Δημοκρατικός - Τζ. Κάρτερ δεν «εντόπισε» κανένα έλλειμμα δικαιωμάτων και ελευθεριών στο Ιράν. Απεναντίας, υπήρξε ιδιαίτερα εγκωμιαστικός τόσο για τον Σάχη προσωπικά όσο και για το Ιράν γενικότερα (χαρακτηρίζοντάς το «νησίδα σταθερότητας σε μια από τις πιο ταραγμένες περιοχές του κόσμου παγκοσμίως»). Οπως σκωπτικά υπογράμμισε ο R. Cottam: «Οταν σήμερα (σ.σ. το 1980) γίνεται επισήμανση στα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτό συνήθως έχει να κάνει με μια τακτική έκφραση πιο σημαντικών στρατηγικών συμφερόντων». Και το σημαντικό τότε ήταν ότι «υπό τη βασιλική δικτατορία» του Σάχη «υπήρχε πολύ μεγάλη επιχειρηματική ελευθερία και σεβασμός για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα». Και, εν τέλει, τόσο τότε όσο και σήμερα αυτά είναι τα μόνα δικαιώματα και οι ελευθερίες που ενδιαφέρουν το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκπροσώπους (ανεξαρτήτως ιδεολογικής, εθνικής, θρησκευτικής ή άλλης απόχρωσης).9

Το προοίμιο της ιρανικής εξέγερσης του 1978 - 1979

Η πολιτική επιρροή και ο κεντρικός ρόλος των θρησκευτικών παραγόντων στην ιρανική κοινωνία γενικά και στις κινητοποιήσεις ενάντια στη διακυβέρνηση του Σάχη (από ένα σημείο και μετά) ειδικότερα εδράζονταν σε μια σειρά λόγους. Η σχετική κοινωνικοπολιτική καθυστέρηση μεγάλων τμημάτων ιδιαίτερα της ιρανικής αγροτιάς, και ο κεντρικός ρόλος της θρησκευτικής ηγεσίας ως πυλώνα στήριξης της εκάστοτε εξουσίας διαχρονικά, είχαν δημιουργήσει για την τελευταία ένα ειδικό βάρος ως σημείο αναφοράς στην ιρανική κοινωνία. Ο ρόλος της αυτός, ελλείψει πολιτικών κομμάτων (που ήταν παράνομα), την είχε αναδείξει επίσης στα μάτια πολλών αγροτών αλλά και εργατών (που σε μεγάλο βαθμό ήταν πρώτης ή δεύτερης γενιάς αγρότες) όχι μόνο σε πνευματικούς αλλά και πολιτικούς ηγέτες - σε αποδέκτες και ταυτόχρονα εκφραστές των προβλημάτων και των αγωνιών τους.

Η θρησκευτική ηγεσία, αξιοποιώντας την κεντρική της θέση στην ιρανική κοινωνία, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ερμηνεία των αντιθέσεων που βίωναν οι λαϊκές μάζες και στη διαμόρφωση πολιτικού κριτηρίου.

Τα δεινά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης «ερμηνεύονταν» στις λαϊκές μάζες με ηθικο-θρησκευτικούς όρους (γεγονός στο οποίο συνέτειναν η εκτεταμένη διαφθορά, ο έκλυτος τρόπος ζωής της οικονομικής και πολιτικής ηγεσίας της χώρας κ.λπ.). Ερμηνεύονταν επίσης ως «ξενόφερτα»: Ως το αποτέλεσμα της συνεχούς εγκληματικής παρεμβατικότητας των ΗΠΑ, του Ισραήλ και άλλων καπιταλιστικών κρατών (που παρουσιάζονταν ως εκφράσεις / όργανα του Σατανά).

Βεβαίως, η βασική γενεσιουργός αιτία των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων που το 1978 - 1979 οδήγησαν στην ανατροπή του Σάχη ήταν οι ρωγμές που εμφανίστηκαν στην αστική διακυβέρνησή του με την εκδήλωση οικονομικής κρίσης το 1974. Η κρίση αυτή επιδείνωσε σημαντικά τις ζωές των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, πυροδοτώντας μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις, που πλέον δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την ωμή βία. Ταυτόχρονα, η αδυναμία της διακυβέρνησης του Σάχη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τόσο την κρίση, όσο και τις κοινωνικές επιπτώσεις και αντιδράσεις από αυτήν, έστρεψε εναντίον του και πολλούς μέχρι πρότινος συμμάχους του στους κόλπους της εγχώριας αστικής τάξης.

Επομένως, στην ανατροπή του Σάχη μετείχε ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών δυνάμεων: Εργάτες, αγρότες, φοιτητές, μικροαστικά στρώματα των πόλεων, τμήματα της αστικής τάξης και βεβαίως ο κλήρος. Οπως επίσης και πολιτικών δυνάμεων: Το Κομμουνιστικό Κόμμα (Τουντέχ), σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, κοσμικοί και μη πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης, κ.ά.

Η συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ιράν χρήζει σίγουρα ιδιαίτερης μνείας, καθώς παρά το γεγονός ότι είχε πίσω του πάνω από 2 δεκαετίας βαθιάς παρανομίας και καταστολής, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις μεγάλες εργατικές απεργίες της κρίσιμης εκείνης περιόδου (ειδικά στη βιομηχανία πετρελαίου), ενώ είχε επίσης διακριτή παρουσία στο φοιτητικό κίνημα και στο ένοπλο αντάρτικο (με δική του αντιστασιακή οργάνωση).10

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ηγετική δύναμη στην ανατροπή του Σάχη ήταν η ιρανική αστική τάξη (παρά τις όποιες διαφορές στους κόλπους της). Η πρωτοπόρα συμμετοχή και δράση των εργατικών μαζών, και ο μικρός αλλά διακριτός ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στις κινητοποιήσεις αυτές, δεν άλλαζαν το γεγονός ότι η κοινωνική δύναμη που ηγούνταν και έδινε το στίγμα, το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό στις εξελίξεις, ήταν θεμελιωδώς εχθρική προς τα συμφέροντά τους. Δυστυχώς, όντας εγκλωβισμένο στις θεωρητικές επεξεργασίες και τη στρατηγική της περιόδου, το Τουντέχ δεν μπόρεσε να το εκτιμήσει σωστά αυτό, χαρακτηρίζοντας την εξέγερση του 1978 - 1979 μια «εθνική δημοκρατική επανάσταση (...) με αντιιμπεριαλιστικά και λαϊκά χαρακτηριστικά». Γι' αυτό και τα πρώτα χρόνια στήριξε το νέο ιρανικό καθεστώς υπό τον Χομεϊνί (στη λογική της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την «εθνική αστική τάξη»).11

Το αποτέλεσμα της εξέγερσης

Η κυβέρνηση που προέκυψε ως αποτέλεσμα των γεγονότων του 1978 - 1979 ήταν επί της ουσίας το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού ανάμεσα από τη μια στο τμήμα αυτό των αστικών δυνάμεων που στήριζε τον Σάχη σε συμμαχία με τις ΗΠΑ και εν πολλοίς ήλεγχε ακόμη τον στρατό, και από την άλλη στο τμήμα εκείνο που ηγούνταν των κινητοποιήσεων διεκδικώντας ένα μεγαλύτερο μερίδιο διαχείρισης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τη διεύρυνση των διεθνών συμμαχιών της. Ο συμβιβασμός αυτός, που βεβαίως ήταν ετεροβαρής υπέρ των δεύτερων (αντανακλώντας και τους αντίστοιχους μεταβαλλόμενους συσχετισμούς), κρίθηκε ωστόσο ως απαραίτητος προκειμένου να αποφευχθούν ένας μακρόχρονος εμφύλιος πόλεμος και μια κοινωνική αστάθεια, που ενδεχομένως θα έδινε τον χώρο σε εργατικές - λαϊκές δυνάμεις (υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος) να αναλάβουν την πρωτοβουλία. Αλλωστε οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν (με την ανακήρυξή του σε Λαϊκή Δημοκρατία) λίγους μήνες πριν ήταν ακόμα πολύ φρέσκες, τόσο για την ιρανική αστική τάξη όσο και για τους διεθνείς συμμάχους της (κυρίως τις ΗΠΑ).

Ο συμβιβασμός αυτός επετεύχθη τον Γενάρη του 1979, μέσα από μια σειρά άμεσες και έμμεσες συνομιλίες μεταξύ της κυβέρνησης Τζ. Κάρτερ και του Χομεϊνί (που τότε βρισκόταν εξόριστος στο Παρίσι). Οπως καταδεικνύεται από μερικώς αποχαρακτηρισμένες αμερικανικές πηγές το 2016, κόντρα στις δημόσιες τοποθετήσεις του, όπου αναφερόταν στις ΗΠΑ ως τον «μεγάλο Σατανά», «ο αγιατολάχ φλέρταρε με την κυβέρνηση Κάρτερ (...) εμφανίζοντας μια μελλοντική Ισλαμική Δημοκρατία ως συμβατή με τα αμερικανικά συμφέροντα». Οι ΗΠΑ, στη δεδομένη συγκυρία, εμφανίζονταν επίσης διατεθειμένες να αποδεχτούν ένα «αδέσμευτο Ιράν», ακόμα και θεοκρατικό, αρκεί να ήταν αντικομμουνιστικό και αντισοβιετικό. Αλλωστε, την ίδια περίοδο στήριζαν αντίστοιχες ισλαμικές φονταμενταλιστικές δυνάμεις στο γειτονικό Αφγανιστάν. Οπως διαβεβαίωσε τους Αμερικανούς ο Ι. Γιαζντί (στενός συνεργάτης του Χομεϊνί και κατοπινός υπουργός Εξωτερικών του Ιράν): «Η ρωσική κυβέρνηση είναι αθεϊστική και κατά της θρησκείας (...) Εσείς είστε Χριστιανοί και πιστεύετε στον Θεό (...) Είναι πιο εύκολο για εμάς να είμαστε κοντά σε εσάς παρά με τους Ρώσους».12

Το πρώτο «πράσινο φως» για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δόθηκε κατά τη Διάσκεψη της Γουαδελούπης (4-7/1/1979), όπου οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας και της Γερμανίας συνομολόγησαν στο ότι δεν θα στήριζαν τον Σάχη. Τρεις βδομάδες αργότερα (και αφού είχαν ολοκληρωθεί οι προαναφερθείσες διαβουλεύσεις με τις ΗΠΑ), ο Χομεϊνί μεταφέρθηκε με αεροπλάνο των γαλλικών κρατικών αερογραμμών από το Παρίσι (όπου φιλοξενούνταν, με πλήρη προβολή και διευκόλυνση στη μετάδοση των θέσεων και απόψεών του) στην Τεχεράνη. Με άλλα λόγια, το ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ συναίνεσε στην καθεστωτική αλλαγή στο Ιράν το 1979 και τη διευκόλυνε, εκτιμώντας πως ήταν μακράν προτιμότερη από μια άλλη ενδεχόμενη - ταξικά εχθρική - προοπτική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1983 (και παρά την όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ - Ιράν μετά την κατάληψη της αμερικάνικης πρεσβείας στην Τεχεράνη τον Νοέμβρη του 1979) «οι ΗΠΑ βοήθησαν την Τεχεράνη να εντοπίσει τον κίνδυνο της μαζικής διείσδυσης μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουντέχ και άλλων Σοβιετικών ή φιλο-Σοβιετικών στελεχών της χώρας στην κυβέρνηση. Αξιοποιώντας αυτήν την πληροφόρηση, η κυβέρνηση Χομεϊνί έλαβε μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μαζικών εκτελέσεων, που κυριολεκτικά αφάνισαν τη φιλο-Σοβιετική υποδομή στο Ιράν».13 Οπως κυνικά παρατήρησε ο N. Barrington (αξιωματούχος της βρετανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη εκείνη την περίοδο) σε τηλεγράφημά του προς το Foreign Office, «τα βασανιστήρια της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι του Σάχη». Η Μ. Βρετανία συνέδραμε επίσης στο αντικομμουνιστικό πογκρόμ, κοινοποιώντας κρίσιμες πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών της στο ιρανικό καθεστώς. Αλλά, όπως έγραψε αργότερα ο Barrington στην αυτοβιογραφία του, όλα δικαιολογούνταν μπροστά στα συμφέροντα των καπιταλιστών: «Μπορούσε να βγει χρήμα» («there was money to be made») στο Ιράν.14 Πάνω από 10.000 στελέχη, μέλη και υποστηρικτές του Κομμουνιστικού Κόμματος συνελήφθησαν και βασανίστηκαν άγρια εκείνη την περίοδο.

Οσον αφορά το ίδιο το Τουντέχ, αργότερα θα σημειώσει αυτοκριτικά πως «δυστυχώς (...) το Κόμμα, για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένων του γεγονότος ότι έδινε υπερβολική προσοχή στην ενότητα με ένα τμήμα της κυβέρνησης και του ρόλου του στο ενιαίο λαϊκό μέτωπο, που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα το Κόμμα να διαχωρίζει τις πολιτικές του Χομεϊνί από την υπόλοιπη άρχουσα τάξη και να μη λαμβάνει υπόψη τις αντικομμουνιστικές τάσεις του Χομεϊνί και των οπαδών του, δεν μπόρεσε να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές στην πολιτική του».15

Η στήριξη των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν τη δεκαετία του 1980

Η συνδρομή στην αντιμετώπιση του εσωτερικού ταξικού εχθρού υπήρξε όμως μία μόνο πτυχή της πολύμορφης στήριξης των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Ιράν τη δεκαετία του 1980. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως ΗΠΑ και Ισραήλ κυριολεκτικά διέσωσαν το ισλαμικό αστικό καθεστώς στην πιο κρίσιμη στιγμή του. Αποχαρακτηρισμένη έκθεση της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ την εν λόγω περίοδο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η ιρανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιο δύσκολες προκλήσεις (...) Η δημοφιλία του καθεστώτος έχει μειωθεί σημαντικά (...) κυρίως λόγω (...) του πολέμου (σ.σ. με το Ιράκ, 1980 - 198816) και της συνεχιζόμενης εφαρμογής ισλαμικών κοινωνικών πολιτικών σε έναν πληθυσμό που όλο και περισσότερο αρνείται να δεχθεί τέτοια σκληρά μέτρα (...) Αν δεν αντιστραφεί η επιταχυνόμενη οπισθοδρόμηση στις στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, το καθεστώς του Χομεϊνί θα αντιμετωπίσει σοβαρή αστάθεια (...) με τη συμμετοχή όλο και περισσότερο των χαμηλότερων κοινωνικά στρωμάτων».17

«Η εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία ενός ανεξάρτητου, έστω και Ισλαμικού επαναστατικού Ιράν», τονιζόταν σε άλλο έγγραφο της CIA, κρινόταν ως «απαραίτητη για τη στρατηγική μας γύρω από την ασφάλεια της Νοτιοδυτικής Ασίας». Επομένως, «η ενίσχυση της ικανότητας της κεντρικής κυβέρνησης (σ.σ. του Ιράν) να αντιμετωπίσει (...) εκείνους που απειλούν τη διαδικασία εδραίωσης της πολιτικής σταθερότητας και της ανοικοδόμησης της οικονομίας» ήταν σημαντική για τα αμερικανικά συμφέροντα. Η ενίσχυση αυτή περιλάμβανε τη διευκόλυνση από τη μεριά των αμερικανικών μονοπωλιακών ομίλων στην πρόσβαση του καθεστώτος στις διεθνείς - και ειδικά στις αμερικανικές - αγορές για την προμήθεια των αναγκαίων ανταλλακτικών και της τεχνογνωσίας στην παραγωγή πετρελαίου, στη βιομηχανία γενικότερα, στις τηλεπικοινωνίες κ.λπ.18

Ιδιαίτερης μνείας, όμως, χρήζει η κρίσιμη στήριξη του ιρανικού καθεστώτος και του αναδιαμορφωμένου στρατού του (των λεγόμενων «Φρουρών της Επανάστασης») σε πολεμικό υλικό. Μία στήριξη που ξεκίνησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, παρά το γεγονός ότι επισήμως οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει εμπάργκο όπλων στο Ιράν και παρά τις βαρύγδουπες δημόσιες δηλώσεις διά στόματος του Αμερικανού Προέδρου - των Ρεπουμπλικάνων αυτήν τη φορά - Ρ. Ρέιγκαν περί «τρομοκρατικού καθεστώτος» και άλλα τέτοια.19 Οπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ των «New York Times», «το Ιράν τότε είχε απεγνωσμένα ανάγκη από όπλα και ανταλλακτικά για το αμερικανικής κατασκευής οπλοστάσιό του», προκειμένου να μπορέσει να διεξάγει με αποτελεσματικότητα τον πόλεμο με το Ιράκ. Και καθώς οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να τα πουλήσουν φανερά μέσα από επίσημους διαύλους στο Ιράν, αξιοποίησαν ως προς αυτό ...το Ισραήλ! Και πράγματι, το Ισραήλ ανέλαβε να προμηθεύει το ιρανικό καθεστώς με «κάποια από τα πιο εξελιγμένα όπλα του αμερικανού οπλοστασίου», αξίας σχεδόν 2 δισ. δολαρίων ανά έτος.20

Οπως σημειώνεται σε επίσημη έκθεση των ΗΠΑ το 1987, «το Ισραήλ είχε σημαντικό συμφέρον στη διατήρηση σχέσεων με το Ιράν και στην προώθηση της δικής του βιομηχανίας όπλων. Η πώληση όπλων στο Ιράν εξυπηρετούσε και τα δύο. Επιπλέον, προσέφερε τα μέσα ενίσχυσης του Ιράν απέναντι σε έναν παλιό εχθρό του Ισραήλ, το Ιράκ» (το Ιράκ τότε υπήρξε ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος - της PLO - καθώς τους συνέδεαν τόσο θρησκευτικοί - όντας Σιίτες - όσο και πολιτικοί δεσμοί21). Επιπλέον, η αστική τάξη του Ισραήλ επιδίωκε «να καθιερώσει το Ισραήλ ως τον μόνο πραγματικό στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ στην περιοχή (...) Το Ιράν χρειαζόταν απελπισμένα τα όπλα από το Ισραήλ» και «το Ισραήλ ήταν παραπάνω από πρόθυμο να παρέχει αυτά τα όπλα στο Ιράν». Το 1985 - 1987 οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν ακόμα πιο βαθιά και άμεσα στην παράνομη προμήθεια όπλων στο Ιράν, αξιοποιώντας επιπρόσθετα τα «μαύρα» κεφάλαια που προέκυπταν από την όλη επιχείρηση για τη στήριξη της ένοπλης οργάνωσης «Κόντρας» κατά της προοδευτικής κυβέρνησης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.22 Πρόκειται για το περιβόητο σκάνδαλο (καθώς δεν είχε την επίσημη έγκριση του Κογκρέσου και τυπικά παραβίαζε μια σειρά νόμους των ΗΠΑ) «Ιράν - Κόντρας», που αποκαλύφθηκε τυχαία το 1987.

Συμπερασματικά

Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, η περιοχή της Μέσης Ανατολής γενικά, ο Περσικός Κόλπος και το Ιράν ειδικότερα, συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και πολέμων. Οι θεμελιώδεις λόγοι παραμένουν ίδιοι: Ο έλεγχος και η εκμετάλλευση αυτής της εξαιρετικά σημαντικής - οικονομικά και γεωστρατηγικά - γωνιάς του κόσμου. Οι μέθοδοι των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων (η προπαγάνδα, η υπονόμευση εκ των έσω κ.ο.κ.) επίσης παραμένουν λίγο - πολύ ίδιες στην ουσία τους, κι ας έχουν εξελιχθεί τεχνολογικά ως προς τα μέσα τους. Ιδια παραμένουν, τέλος, τα θύματα αυτής πολιτικής: Ο εργαζόμενος λαός, που κάθε φορά γίνεται κρέας στα κανόνια των αντιμαχόμενων εκμεταλλευτών του (και των διεθνών συμμάχων τους).

Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη (κυρίως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, αλλά όχι μόνο) στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν πολύμορφα και ποικιλοτρόπως μια σειρά αυταρχικά - θεοκρατικά και μη - καθεστώτα στη Μέση Ανατολή. Οπως καταδεικνύεται από την ίδια την Ιστορία, κανείς από όλους εκείνους που σήμερα «κόπτονται» για την «τυραννική διακυβέρνηση των μουλάδων» στο Ιράν δεν είχε ενδοιασμούς διαχρονικά στο να τους εργαλειοποιεί ή να συμμαχεί μαζί τους όταν αυτό τους εξυπηρετούσε στην ανάμειξή τους στα εσωτερικά μιας χώρας, στο ανεβοκατέβασμα κυβερνήσεων, στην καταστολή και εξουδετέρωση ριζοσπαστικών - προοδευτικών δυνάμεων ή στη γενικότερη διαπάλη με το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα (και ειδικά την ΕΣΣΔ). Ακολούθως, οι «μουλάδες» μετατρέπονταν - και μάλιστα με ιδιαίτερη ευκολία - από «καλοί» σε «κακοί», ανάλογα με το πώς εξυπηρετούσαν ή εντάσσονταν κάθε φορά στους σχεδιασμούς τους.

Η επίκληση στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούσε ποτέ κάτι παραπάνω από ένα εύηχο πρόσχημα για επέμβαση. Αλλωστε, με την άμεση συνεργία ή έμμεση ανοχή των καπιταλιστικών κρατών της Δύσης εφαρμόστηκαν τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια στο Ιράν (είτε επί Σάχη είτε επί Χομεϊνί). Καμία ανάλογη «ευαισθησία» δεν υπήρξε για τους χιλιάδες βασανισθέντες, φυλακισθέντες και εκτελεσθέντες κομμουνιστές. Οπως καμία ανάλογη «ευαισθησία» δεν υπήρξε για άλλα σύμμαχα κράτη της Μέσης Ανατολής, με παρόμοιο ή και χειρότερο ιστορικό καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμα και σε σχέση με τη θέση των γυναικών, το Ιράν (σύμφωνα έστω και με αυτά τα ελλιπή και προβληματικά μέτρα και σταθμά του ΟΗΕ) βρίσκεται πιο πάνω στον παγκόσμιο «δείκτη ανισότητας φύλων» (στην 123η θέση) σε σχέση με μια σειρά συμμάχους των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή, όπως η Συρία (127η θέση), το Πακιστάν (145η θέση) και το Ιράκ (148η θέση).23

Το ζήτημα δεν είναι αφενός θρησκευτικό. Τα καταπιεστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής δεν είναι καταπιεστικά γιατί η κυρίαρχη θρησκεία είναι το Ισλάμ. Αλλωστε και ο Χριστιανισμός -ιδιαίτερα ο Καθολικισμός - έχει υπάρξει φορέας διάχυσης της γυναικείας ανισοτιμίας και καταπίεσης. Η θρησκεία αξιοποιείται από τις αστικές τάξεις ως όχημα εξουσίας και καταπίεσης με τον ίδιο λίγο - πολύ τρόπο παντού στον κόσμο διαχρονικά (κι ας έχει υποχρεωθεί ανά καιρούς και ανά τόπους σε απαραίτητους εκσυγχρονισμούς). Το Ιράν είναι ένα καπιταλιστικό κράτος. Ο Χομεϊνί μπορεί να διακήρυττε το 1988 πως η Ισλαμική Δημοκρατία είχε σκοπό «το ξερίζωμα (...) του Σιωνισμού, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού», ωστόσο το 2020 το Ιράν είχε 250.000 εκατομμυριούχους (περισσότερους απ' ό,τι η Σαουδική Αραβία), κατατασσόμενο στη 14η θέση παγκοσμίως. Και αυτό την ίδια στιγμή που σύμφωνα με τις ίδιες τις ιρανικές αρχές 1 στους 4 Ιρανούς (20.000.000 άνθρωποι) ζούσε σε συνθήκες «ακραίας φτώχειας».24

Εν κατακλείδι, αν κάτι έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά στην Ιστορία του Ιράν, της Μέσης Ανατολής και γενικότερα, είναι ότι μόνο οι ίδιοι οι λαοί μπορούν να σώσουν τον εαυτό τους. Οχι υπό την ηγεσία της μίας ή της άλλης μερίδας των εκμεταλλευτών τους, της αστικής τάξης, ούτε βεβαίως σε συμμαχία με το α' ή β' ιμπεριαλιστικό μπλοκ. Μόνο με τη δική τους, ταξική, επαναστατική πάλη μπορούν να κατακτήσουν την πραγματική τους απελευθέρωση, με μοναδικό αληθινό σύμμαχο και συμπαραστάτη τους τη διεθνιστική αλληλεγγύη των άλλων λαών που αγωνίζονται.

Παραπομπές:

1. Ο όρος «μουλάς» αναφέρεται κατά βάση στους χαμηλόβαθμους κληρικούς του Ισλάμ. Ωστόσο συχνά χρησιμοποιείται υποτιμητικά ως γενική αναφορά στο σύνολο των θρησκευτικών εκπροσώπων του Ισλάμ.

2. Αναστάσης Γκίκας, «Το Παλαιστινιακό Ζήτημα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2025, σελ. 142 - 143.

3. Scott A. Koch, «The CIA and the fall of the Iranian Prime Minister Mohammad Mosaddeq, August 1953», History Staff of the CIA, Washington, June 1998, σελ. 1 - 84.

4. Richard Cottam, «Human rights in Iran under the Shah», στο Case Western Reserve Journal of International Law, τεύχος 12, αρ.1, 1980, σελ. 127.

5. CIA, «Special Report. Shah's reforms to be given election test in Iran», 6/9/1963 (CIA-RDP79-00927A004200010003-4).

6. Richard Cottam, ό.π., σελ. 121.

7. Richard Cottam, ό.π., σελ. 127, 136, και Amnesty International Briefing, Iran, November 1976, σελ. 8 - 10.

8. «Le Monde», 1/10/1976.

9. Για την ομιλία του Τζ. Κάρτερ βλ. https://vandvreader.org/jimmy-carter-toasts-the-shah-31-december-1977/, Richard Cottam, ό.π., σελ. 128 και 132.

10. Brief History of the Tudeh Party of Iran (https://www.tudehpartyiran.org/en/1993/03/31/brief-history-of-the-tudeh-party-of-iran/) και CIA, «Iran: Recent Tudeh Party activity», April 1980 (CIA-RDP81B00401R000500110043-1).

11. Brief History of the Tudeh Party of Iran, ό.π.

12. BBC, «Two weeks in January: America's secret engagement with Khomeini» (https://www.bbc.com/news/world-us-canada-36431160).

13. «Report of the President's Review Board», February 26, 1987, Appendix B.

14. «Telegram from Nicholas Barrington to the Foreign Office», 9/5/1983 (National Archives), και Nicholas Barrington, «Envoy: A Diplomatic Journey», εκδ. «Bloomsbury Publishing», 2013.

15. Brief History of the Tudeh Party of Iran, ό.π.

16. Ειδικό ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση της CIA το 1983 ότι ο πόλεμος με το Ιράκ υπήρξε «συνέχεια των ιρανικών γεωπολιτικών συμφερόντων από την εποχή του Σάχη». Και δεν ήταν η μόνη περίπτωση [CIA, «Iran: Outlook for the Islamic Republic», 24/5/1983, σελ. 17 (CIA-RDP86T00302R000801310007-5)].

17. NSA, «National Security Decision Directive 92: US Policy toward Iran» (NSA Archives).

18. CIA, «National Security Decision Directive: Policy toward Iran» (CIA-RPD84B00049R000400770006-3).

19. «New York Times» 1/7/1985.

20. «New York Times» 8/12/1991.

21. Στην εξουσία στο Ιράκ τότε ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Μπάαθ.

22. «Report of the President's Review Board», February 26, 1987, σελ. 21, 22 και 37.

23. UN, Human Development Report (2025), Gender Inequality Index (https://hdr.undp.org/sites/default/files/2025_HDR/HDR25_Statistical_Annex_GII_Table.pdf).

24. «New York Times» 23/7/1988, World Wealth Report 2021, σελ. 8 - 9, «Poverty doubled in Iran in one year - Welfare Ministry», Iran International Newsroom, 2/1/2023.


Του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ*
*Ο Αν. Γκίκας είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ



Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ