Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση πραγματοποίησε η ΚΟ Δικηγόρων του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη, με ομιλήτρια την Μαρίνα Λαβράνου, μέλος της ΚΕ του Κόμματος
Αναδείχθηκε ότι σε συνθήκες που ο κόσμος φλέγεται, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια θεωρητική νομική συζήτηση, που την έχουν ξεπεράσει οι εξελίξεις. Η συνταγματική αναθεώρηση που δρομολογείται αποτελεί τομή στην προσπάθεια που κάνει η κυβέρνηση, το αστικό κράτος στην κατεύθυνση θωράκισης και στήριξης πρώτα και κύρια της οικονομίας, ώστε να κατοχυρωθούν συνταγματικά οι εξελίξεις που ήδη έχουν δρομολογηθεί στην οικονομία, να στηριχθούν και περαιτέρω να επιταχυνθούν και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις. Παράλληλα για την ενίσχυση της συνταγματικής κάλυψης της δημοσιονομικής σταθερότητας, της πολιτικής σταθερότητας και της θωράκισης του κράτους για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του «εχθρού λαού».
Με αιχμή και τη συνταγματική αναθεώρηση, η ομιλήτρια υπογράμμισε πως είναι αναγκαίο να αναδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να δείξουν εμπιστοσύνη στο αστικό κράτος και στο νομικό του οπλοστάσιο. Οτι έχουν τη δύναμη να αλλάξουν την κατάσταση, να παρέμβουν αποτελεσματικά σ' αυτές τις εξελίξεις. Είναι μονόδρομος να δυναμώσει η παρέμβαση, η οργάνωση της πάλης ώστε να ανοίξει ο άλλος δρόμος ανάπτυξης, τον οποίο προβάλλει το ΚΚΕ.
Η Μ. Λαβράνου αναφέρθηκε ενδεικτικά σε μια σειρά αλλαγές που συζητιούνται και προωθούνται, όπως η αλλαγή του άρθρου 16 για τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, ώστε να ανοίξει ακόμα περισσότερο το πεδίο αγοράς, καθώς προσδοκούν τεράστια κέρδη από την ιδιωτική Ανώτατη Εκπαίδευση.
'Η όπως είναι η νομιμοποίηση, και με τη βούλα του Συντάγματος, των ματωμένων πλεονασμάτων, των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, ώστε τα έσοδα του κράτους να κατευθύνονται στους εξοπλισμούς, στις πολεμικές δαπάνες, στη στήριξη των επιχειρήσεων.
Αναφέρθηκε επίσης σε μια σειρά αλλαγές για τη θωράκιση και στήριξη του αστικού κράτους, με βασική αιχμή να εξασφαλιστεί η απαραίτητη σε αυτές τις συνθήκες πολιτική σταθερότητα και ένα ακόμα πιο αποτελεσματικό αστικό κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο, επεσήμανε, εντάσσεται το νέο πειθαρχικό δίκαιο ώστε οι κρατικοί υπάλληλοι να παίξουν συγκεκριμένο ρόλο στήριξης του κράτους στις νέες συνθήκες, υπηρέτησης αυτών των επιλογών, προώθησής τους ακόμα πιο αποτελεσματικά.
Τόνισε ότι παράλληλα επιδιώκουν ένα πιο «ανθεκτικό» αστικό πολιτικό σύστημα, μέσα από μια δέσμη μέτρων που έχει να κάνει και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την πρόταση για μία 6ετή θητεία και τον τρόπο εκλογής. Αλλά και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο κράτος, μέσα από τη συζήτηση για τη Δικαιοσύνη και το αν θα εκλέγεται ή όχι από την κυβέρνηση, όπως γίνεται τώρα.
Ειδικά για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών είπε ότι «όλη η συζήτηση περί διαφθοράς και διαφάνειας θα είναι βασικός μοχλός και για αλλαγές στο αστικό πολιτικό σύστημα, για να προσαρμόζεται καλύτερα στις συνθήκες και για να εγκλωβίζει τα λαϊκά στρώματα και τους εργαζόμενους, και σε αυτήν την κατεύθυνση η κυβέρνηση θα φέρει αλλαγές στον νόμο περί ευθύνης και στο άρθρο 86 του Συντάγματος. Βασικά κανείς δεν συζητά για την κατάργησή του, όπως προτείνει το ΚΚΕ, απλά μιλάνε για ένα μοντέλο για πιο γρήγορη πρόσβαση, για πιο γρήγορο πέρασμα από τη Βουλή στη Δικαιοσύνη, ή για μια πρώτη αξιολόγηση από μια επιτροπή της Βουλής. Η κοινή συνισταμένη είναι να φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις, το κράτος, η Βουλή παίρνουν μέτρα για να αντιμετωπίσουν τη διαφθορά, ενώ στην πραγματικότητα η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται αν δεν αντιμετωπιστεί η αιτία που τη θρέφει, το σύστημα του κέρδους, που στηρίζουν το αστικό κράτος και οι κυβερνήσεις».
Η ομιλήτρια τόνισε ότι είναι σταθερή η δέσμη μέτρων που ενισχύεται σε σχέση με το πώς θα αντιμετωπίζεται το εργατικό - λαϊκό κίνημα, «τόσο με τα άρθρα που λένε ότι θα αλλάξουν όσο και με αυτά που δεν θα αλλάξουν. Και με πρόσχημα, για παράδειγμα, ότι πρέπει να προστατέψουμε τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, ετοιμάζονται να εισάγουν ακόμα μεγαλύτερη λογοκρισία, όπως και συνολικότερους περιορισμούς στη δράση. Πατάνε πάνω στη δυνατότητα που δίνει ήδη το Σύνταγμα κάτω από τις γενικές και αόριστες έννοιες της εθνικής ασφάλειας, του δημόσιου συμφέροντος κ.λπ., όπου μια σειρά δικαιώματα μπαίνουν στον Προκρούστη και, φυσικά, πετσοκόβονται προς όφελος της αστικής τάξης, της δικτατορίας του κεφαλαίου».
Ανέδειξε ότι «η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση αξιοποιείται από την άρχουσα τάξη ώστε να εγκλωβίζεται στα συγκεκριμένα δόκανα αυτού του συστήματος η συνείδηση του λαού και της νεολαίας, και αυτό αποτυπώνεται και στο πώς προσαρμόστηκε η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση μετά τις τελευταίες εξελίξεις και τον πόλεμο στο Ιράν.
Η ΝΔ έχει ενισχύσει τη λογική ότι "εμείς τώρα και μέσα από τη συνταγματική αναθεώρηση είμαστε η δύναμη που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα στις νέες συνθήκες". Σε έναν κόσμο που φλέγεται, παρουσιάζεται ως η σταθερή δύναμη που θα ηγείται και θα εξασφαλίσει την εθνική συναίνεση.
Από την άλλη οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ κ.ά., κάνουν τεράστια προσπάθεια να ενισχύσουν τα διλήμματα για αντικυβερνητικά και προοδευτικά μέτωπα. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν επιδιώκει μια "συνταγματική αναθεώρηση σε προοδευτική κατεύθυνση", με τον Αλ. Τσίπρα να καλεί σε κυβέρνηση προοδευτικών δυνάμεων που θα προστατεύσει, μιλώντας για μια "νέα μεταπολίτευση", στη γνωστή κατεύθυνση ότι μπορεί δήθεν οι αλλαγές σε νομικό επίπεδο στο Σύνταγμα ή στο κράτος να οδηγήσουν σε φιλολαϊκή - προοδευτική λύση. Στην ίδια κατεύθυνση αναδεικνύεται και ο επικίνδυνος ρόλος του οπορτουνισμού, μέσα από θέσεις - τοποθετήσεις για "νέο Σύνταγμα", σε μια προσπάθεια να εγκλωβιστεί ο αγώνας του εργατικού - λαϊκού κινήματος στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, να μην αποκαλύπτεται ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους και του αστικού δικαίου, η ανάγκη σύγκρουσης με αυτό το σύστημα στη ρίζα του, για να μπορέσουν να υπάρξουν πραγματικά φιλολαϊκές λύσεις.
Ταυτόχρονα, έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση για να εμπεδώνεται πιο πλατιά η ανάγκη της "εθνικής ενότητας", του "εθνικού συμφέροντος". Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση συνδυάζεται με την πιο έντονη σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα ανάδειξη από αστικά επιτελεία της ανάγκης ενίσχυσης της "μαχόμενης δημοκρατίας". Στον πυρήνα της βρίσκεται η απαγόρευση κομμάτων και ενώσεων, η περιστολή λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων κ.ο.κ. Οπως επίσης ο έλεγχος στην εσωτερική λειτουργία των κομμάτων, για να διαπιστώνεται ότι "συνάδει με τις δημοκρατικές αρχές και το Σύνταγμα".
Αντίστοιχα, το βλέμμα τους είναι στραμμένο και στο άρθρο 48, που με επίκληση της "κατάστασης πολιορκίας" μπορούν να ανασταλούν μια σειρά άρθρα του Συντάγματος που αφορούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου, την ελευθερία των συναθροίσεων, ό,τι δηλαδή κινείται και έχει στόμα να μην κινείται και να μη μιλάει».
Η Μ. Λαβράνου υπογράμμισε ότι οι αλλαγές αυτές δεν προωθούνται μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την ΕΕ της πολεμικής προετοιμασίας. Προωθούνται συνταγματικές αλλαγές που αφορούν την προσαρμογή των αστικών κρατών στις νέες συνθήκες, στα νομοθετικά όργανα, στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, στον εκλογικό νόμο, στην επιβολή νέων περιορισμών για λόγους ασφαλείας ή έκτακτης ανάγκης. Π.χ. σε Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Τσεχία, Νορβηγία, Φινλανδία. «Παντού ενισχύεται το δίκαιο της ανάγκης της ΕΕ και, φυσικά, η προσπάθεια να στοιχηθούν οι λαοί με το "κράτος δικαίου" της ΕΕ.
Παράλληλα, εκτός από τα κράτη - μέλη προωθούνται και "φωνάζουν" πολεμική προετοιμασία αλλαγές και στην ΕΕ, στην ίδια τη λειτουργία της, στην κατάργηση της αρχής της ομοφωνίας, με αντικατάσταση με την αρχή της ενισχυμένης πλειοψηφίας, έτσι ώστε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά να περνάνε τα μέτρα, με απευθείας παρέμβαση της ΕΕ και των θεσμών της, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στο εσωτερικό των κρατών».
Δίνοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να γίνεται η συζήτηση, η ομιλήτρια τόνισε ότι δεν θα πρέπει να μένει μόνο στα ειδικά άρθρα του Συντάγματος που αλλάζουν, αλλά οι κομμουνιστές «να γίνουμε πιο ικανοί ώστε να φωτίζουμε τι υπηρετεί η συνταγματική αναθεώρηση, να αποκαλύπτουμε ότι το Σύνταγμα είναι το Σύνταγμα του κεφαλαίου, της αστικής τάξης, στηρίζει το κράτος δικαίου τους και προφανώς δεν το αλλάζει ούτε το ανατρέπει. Υπηρετεί την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, κατοχυρώνει την εκμετάλλευση, την ουσιαστική ανισότητα στο όνομα της τυπικής ισότητας, τη βία του αστικού κράτους απέναντι στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα και συμβάλλει στη χειραγώγησή τους, δηλαδή να θεωρούν ότι το Σύνταγμα και το κράτος είναι για όλους, ενώ είναι βαθιά ταξικό».
Αντίστοιχα, «πρέπει να αναδεικνύουμε μαχητικά το πραγματικό περιεχόμενο της "εθνικής ενότητας", αξιοποιώντας και το Σύνταγμα, γιατί είναι αποκαλυπτικό για το ποια Ελλάδα στηρίζει το Συνταγμα: Την Ελλάδα της αστικής τάξης, την Ελλάδα του κεφαλαίου, όταν θεσπίζει την υπεροχή του ευρωπαϊκού, δηλαδή του ΝΑΤΟικού Δικαίου στη χώρα, με το άρθρο 28, ή αφήνει απαράλλακτα τα άρθρα που αφορούν τους εφοπλιστές και τα προνόμιά τους σ' αυτές τις συνθήκες, με το άρθρο 107.
Στον αντίποδα υπάρχει η Ελλάδα της εργατικής τάξης και του λαού, που υφίσταται αυτές τις συνέπειες της πολεμικής εμπλοκής που μετατρέπει τη χώρα σε στόχο αντιποίνων, έναν λαό που βιώνει και την περίοδο της ειρήνης και την περίοδο του πολέμου τις συνέπειες».
«Και σ' αυτές τις συνθήκες της πολεμικής εμπλοκής μεγαλώνει ακόμα περισσότερο η σημασία της οργάνωσης της πάλης με συγκεκριμένες προτάσεις και στόχους, σε σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική για εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων», συνέχισε.
Και προέτρεψε, με αιχμή και τη συνταγματική αναθεώρηση, «να αναδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα έχουν τη δύναμη να αλλάξουν την κατάσταση, να παρέμβουν αποτελεσματικά σ' αυτές τις εξελίξεις. Εμείς μιλάμε για απεμπλοκή της χώρας από τον πόλεμο, με τον μόνο δρόμο που μπορεί να γίνει αυτό εφικτό. Είναι μονόδρομος να δυναμώσει η παρέμβαση, η οργάνωση της πάλης έτσι ώστε να ανοίξει ο άλλος δρόμος, ο δρόμος της ανατροπής. Γιατί απεμπλοκή της χώρας από τον πόλεμο σημαίνει σύγκρουση με τις αιτίες που προκαλούν τον πόλεμο, δηλαδή με τη δικτατορία του κεφαλαίου, με το σύστημα του κέρδους και το κράτος του. Αυτός ο δρόμος, ο δρόμος για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας, θα φέρει την πραγματική απεμπλοκή και το τέλος των πολέμων, γιατί μόνο ο εργαζόμενος λαός έχει τη δύναμη να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία, όπου η εργατική τάξη θα έχει στα χέρια της την εξουσία και θα μπορεί να χτίσει σχέσεις πραγματικής φιλίας και αλληλεγγύης με τους λαούς της περιοχής».