Eurokinissi |
Ετσι, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, επιστράτευσε, εκτός των άλλων, το «επιχείρημα» για μείωση των φροντιστηρίων και δήλωσε σε συνέντευξή της: «Η έξαρση των φροντιστηρίων και της εξωσχολικής υποστήριξης αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της "μονοκαλλιέργειας" των Πανελλαδικών Εξετάσεων και του εξοντωτικού κυνηγητού των μορίων σε έναν περιορισμένο αριθμό μαθημάτων. Θέλω όμως να είμαι ειλικρινής: Η εξάρτηση από τα φροντιστήρια και η ελάφρυνση του οικονομικού βάρους για τις οικογένειες είναι μια πολυπαραγοντική εξίσωση (...) Θα ήταν ανειλικρινές να υποστηρίξω ότι με το Εθνικό Απολυτήριο θα εξαφανιστούν τα φροντιστήρια. Στόχος μας, όμως, είναι να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη στο ελληνικό σχολείο». Κοινώς ισχυρίζεται ότι αφού θα αυξηθούν οι εξεταστικές δοκιμασίες σε όλο το Λύκειο... θα μειωθούν τα φροντιστήρια! Παραδέχεται ωστόσο ότι δεν θα εξαφανιστούν κιόλας.
Καμιά πρωτοτυπία! Ολες οι κυβερνήσεις εδώ και δεκαετίες υπόσχονται μείωση των φροντιστηρίων φέρνοντας αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης. Η πραγματικότητα όμως τις διαψεύδει.
Πώς εξελίσσεται αυτό το θέμα διαχρονικά; Τη δεκαετία του 1990 με το σύστημα των «δεσμών» και τον μεγάλο ανταγωνισμό για την εισαγωγή στα ΑΕΙ έχουμε διαρκή ανάπτυξη των φροντιστηρίων. Στα τέλη της δεκαετίας, οι μεταρρυθμίσεις του Αρσένη με εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα Β' και Γ' Λυκείου και τη μεγαλύτερη σύνδεση του απολυτηρίου με την πρόσβαση (που προσομοιάζει σε αυτό που θέλει να φέρει η κυβέρνηση) οδήγησαν σε έκρηξη της φροντιστηριακής ζήτησης, όσο κι αν η κυβέρνηση υποσχόταν το ακριβώς αντίθετο.
Από το 2006 έως το 2010 με τις πανελλαδικές εξετάσεις σε 6 μαθήματα, παρά τη μείωση δηλαδή των εξεταζόμενων μαθημάτων και την ελάφρυνση της διαδικασίας πρόσβασης, η φροντιστηριακή αγορά σταθεροποιείται σε υψηλό επίπεδο. Πτώση δαπανών για φροντιστήρια σημειώνεται μόνο την περίοδο 2013-2020, που όμως οφείλεται ξεκάθαρα στη μεγάλη οικονομική κρίση που τσακίζει τα λαϊκά νοικοκυριά. Από το 2020 έως σήμερα έχουμε και πάλι σημαντικότατη αύξηση των δαπανών για φροντιστήρια, παρόλο που μειώθηκαν σε τέσσερα τα εξεταζόμενα μαθήματα. Κοινώς, κάθε μεταρρύθμιση που αυξάνει την αβεβαιότητα ή τον ανταγωνισμό στις πανελλαδικές εξετάσεις οδηγεί σε αύξηση της φροντιστηριακής αγοράς, ενώ οι μειώσεις δαπανών εμφανίζονται κυρίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης και όχι λόγω εκπαιδευτικών αλλαγών.
Ενα ακόμα σημαντικό κριτήριο είναι η στάση των ίδιων των φροντιστηρίων απέναντι στις μεταρρυθμίσεις για την πρόσβαση. Για παράδειγμα, το 1997, με την ανακοίνωση ακόμα του σχεδίου Αρσένη η πρόεδρος της Ομοσπονδίας Φροντιστών Ελλάδας δήλωνε ότι «είμαστε πραγματικά ευγνώμονες στον υπουργό Παιδείας, γιατί (...) θα αυξηθούν οι μαθητές μας και όπως καταλαβαίνετε αυτό θα είναι ένα επιπρόσθετο κέρδος για μας». Αντίστοιχα, το 2018-2019 με τη συζήτηση του σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ για διπλές πανελλαδικές και κατάργηση όποιων στοιχείων γενικής παιδείας είχαν απομείνει στη Γ' Λυκείου, εκπρόσωπος μεγάλης αλυσίδας φροντιστηρίων δήλωνε ότι «τα φροντιστήρια θα ξαναβρεθούμε στο επίκεντρο της συζήτησης επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητά μας... Είμαι βέβαιος ότι αυτό θα ωφελήσει και τις εγγραφές μας»! Αντίστοιχα, τώρα, σε τοποθετήσεις του με αφορμή τον διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας των φροντιστηρίων (ΟΕΦΕ) δήλωσε ότι «η πρωτοβουλία αυτή, παρόλο που πάρθηκε αργά, είναι σε σωστή κατεύθυνση» και κάλεσε «να το δούμε χωρίς ιδεοληψίες»!
Με άλλα λόγια, οι εκπρόσωποι των φροντιστηρίων όχι μόνο δεν αισθάνονται καμιά απειλή, αλλά έχοντας εδώ και χρόνια εδραιωμένες επιχειρήσεις, σε κάθε κυβερνητική αλλαγή «τρίβουν τα χέρια τους», προσαρμόζουν ταχύτατα τα προγράμματά τους κι ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν περισσότερους μαθητές - πελάτες!
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση πολλοί έχουν επιχειρήσει να παρουσιάσουν την οικονομική αιμορραγία των οικογενειών για φροντιστήρια ως ένα ελληνικό φαινόμενο, μια ελληνική παθογένεια που μπορεί να ξεριζωθεί. Δεν είναι όμως έτσι.
Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ σημειώνει ότι η «σκιώδης εκπαίδευση», όπως είναι ο όρος που έχει επικρατήσει διεθνώς για τη φροντιστηριακή βοήθεια προς τους μαθητές εκτός του σχολείου, «ενδημεί σε περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Βόρειας Αμερικής, της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία, Κύπρος, Ισπανία, Μάλτα), αλλά και - έστω και σε μικρότερο βαθμό - σε χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης». «Πρόκειται ουσιαστικά για φαινόμενο που διαχέεται σε ευρύτερα πεδία της κοινωνικής ζωής και διαδίδεται ακόμα και σε χώρες οι οποίες στο παρελθόν δεν είχαν ανάλογο προηγούμενο», σημειώνει η έρευνα, εξηγώντας πως «η ανάπτυξη της σκιώδους εκπαίδευσης ενισχύεται από τις διαδικασίες εξετάσεων εισαγωγής στις πανεπιστημιακές σχολές, αλλά και από τη συμμετοχή των μαθητών σε διεθνείς διαγωνισμούς αξιολόγησης (π.χ. Pisa), με αποτέλεσμα την όξυνση των ανισοτήτων σε ό,τι αφορά την πρόσβαση και την επιτυχία σε αυτούς».
Αντίστοιχα, η Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας (ΑΣΓΜΕ) στην ανακοίνωσή της για το Εθνικό Απολυτήριο σημειώνει ότι «στη Γαλλία και τη Γερμανία, όπου τα λεγόμενα "Εθνικά Απολυτήρια" εφαρμόζονται εδώ και χρόνια, έχει στηθεί μια τεράστια αγορά φροντιστηρίων. Περίπου 1 στα 4 παιδιά ξεκινά φροντιστήριο ήδη από το Γυμνάσιο ή και νωρίτερα. Το αποτέλεσμα; Δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο πληρώνουν οι οικογένειες για "υποστήριξη" που θα έπρεπε να παρέχει το δημόσιο σχολείο. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης κάτι ακόμα πολύ καθαρά: Στη Γαλλία και τη Γερμανία, τα παιδιά από οικογένειες με μεγαλύτερα εισοδήματα πηγαίνουν πολύ περισσότερο σε φροντιστήρια. Αντίθετα, τα παιδιά από φτωχότερες οικογένειες μένουν πίσω, όχι επειδή "δεν προσπαθούν", αλλά επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν».
Φυσικά, αυτό επιβεβαιώνεται και στη χώρα μας, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του ΚΑΝΕΠ, η μέση οικογενειακή μηνιαία δαπάνη για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε 180 ευρώ, με έντονη ανισότητα: Το φτωχότερο 25% δαπανά κάτω από 70 ευρώ, ενώ το πλουσιότερο 25% άνω από 250 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ διαθέτουν για φροντιστήρια το 24,1% του ετήσιου εισοδήματός τους, έναντι μόλις 3,3% στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις.
«Σήμερα, σε όλη την Ευρώπη, η λεγόμενη "βιομηχανία των φροντιστηρίων" μεγαλώνει συνεχώς και αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Οσο το σχολείο βασίζεται όλο και περισσότερο στις εξετάσεις, τόσο σπρώχνει τους γονείς να πληρώνουν από την τσέπη τους», σημειώνει η ΑΣΓΜΕ φωτίζοντας το συμπέρασμα: «Οταν η μόρφωση γίνεται εμπόρευμα, η ανισότητα μεγαλώνει. Και το σχολείο, αντί να μειώνει τις διαφορές, τις ενισχύει - σε βάρος των παιδιών των λαϊκών οικογενειών».
Από όλα τα παραπάνω είναι ξεκάθαρο ότι τα φροντιστήρια εντείνουν τις ταξικές ανισότητες. Στη χώρα μας έχουν εμπεδωθεί ως απαραίτητα για την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ως ένα «αναγκαίο κακό», αφού το σχολείο δεν αρκεί για αυτή τη δουλειά. Παράλληλα, δείχνουν τάση επέκτασης, η οποία οφείλεται ακριβώς στις κυβερνητικές πολιτικές για το σχολείο.
Οπως σημειώνει πολύ εύστοχα η έρευνα του ΚΑΝΕΠ: «Ο μηχανισμός της σκιώδους εκπαίδευσης διαχρονικά ευδοκιμεί εκεί όπου επικρατεί η πρακτική του "κλειστού αριθμού επιτυχόντων", εντείνοντας την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης θέσεων, αφού η σχολική επιτυχία συναρτάται άμεσα με την επαγγελματική και, κατ' επέκταση, την κοινωνική κινητικότητα».
Ετσι, στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια τα φροντιστήρια επεκτείνονται στο Δημοτικό, όχι μόνο με τη μορφή των Κέντρων Μελέτης (που λειτουργούν κυρίως για απογευματινή φύλαξη των παιδιών και προετοιμασία για τα μαθήματα της επόμενης μέρας), αλλά και με τη μορφή της προετοιμασίας για εξετάσεις. Ο ανταγωνισμός στις εξετάσεις εισαγωγής στα Πρότυπα Γυμνάσια στα μεγάλα αστικά κέντρα καθιστά απαραίτητα τα φροντιστήρια για τους μαθητές στην τελευταία διετία του Δημοτικού. Με τη δημιουργία των «Ωνάσειων Σχολείων», που η εισαγωγή γίνεται πάλι με εξετάσεις, ξεπήδησαν αμέσως αντίστοιχα προγράμματα προετοιμασίας στα φροντιστήρια, ενώ επίσης ειδικά προγράμματα δημιουργούνται για προετοιμασία για το Διεθνές Απολυτήριο (IB) με την ανακοίνωση της επέκτασής του πέρα από τα ιδιωτικά σχολεία.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το ακραία εφιαλτικό σενάριο του «ψηφιακού αρχείου μαθητή» (κοινώς portfolio μαθητή), δηλαδή της αποτύπωσης επιδόσεων, δεξιοτήτων, συμπεριφορών και στάσεων του μαθητή από το Νηπιαγωγείο έως το Λύκειο, που η επιτροπή διαλόγου φαίνεται ότι θέλει να συνδέσει με την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση... φανταστείτε τι έχει να γίνει με τη γιγάντωση των φροντιστηρίων από τα πρώτα παιδικά χρόνια και τι θα σημάνει αυτό για τις λαϊκές οικογένειες!
Από όποια πλευρά κι αν το δούμε, λοιπόν, ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για το Εθνικό Απολυτήριο μεταφράζεται όχι σε μείωση των φροντιστηρίων, αλλά σε υπερπολλαπλασιασμό τους σε τέτοιο βαθμό που οι λαϊκές οικογένειες θα είναι αδύνατο να αντέξουν...