ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Παρασκευή 27 Φλεβάρη 2026
Σελ. /32
ΤΟΜΕΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΜΠΟΡΙΟΥ - ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ
Με συγκίνηση και περηφάνια η παρουσίαση της έκδοσης «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου»

Σε ιδιαίτερο κλίμα πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης η παρουσίαση της έκδοσης «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» από την Τομεακή Οργάνωση Εμπορίου - Υπηρεσιών της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, στο βιβλιοπωλείο - cafe της «Σύγχρονης Εποχής» στο κέντρο της Αθήνας. Ολοι όσοι ήρθαν να ακούσουν για το βιβλίο του Θέμου Κορνάρου ήταν βαθιά συγκινημένοι, μετά και την πρόσφατη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών που στάθηκαν αγέρωχοι μπροστά στα πολυβόλα. Γι' αυτούς τους κομμουνιστές γράφει με την αιχμηρή του πένα και ο Θέμος Κορνάρος στο εν λόγω βιβλίο, που όλες αυτές τις μέρες έχει γίνει ανάρπαστο.

Αποδεικνύεται πόσο καλά περιέγραψε τα αγέρωχα πρόσωπά τους και τη σίγουρη περπατησιά

Οπως ανέφερε στην παρουσίαση η Ιωάννα Παπαγεωργάκη, μέλος της Τομεακής Επιτροπής Εμπορίου - Υπηρεσιών, ο Θ. Κορνάρος παρουσιάζει το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου από μέσα, ξεκινά εκεί κρυφά το γράψιμο του βιβλίου σε λινατσόπανα, γνωρίζοντας πως κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι ο επόμενος στη σειρά για εκτέλεση.

«Χρωστάμε και στον συγγραφέα που οι 200 κομμουνιστές της Καισαριανής υπήρχαν στη σκέψη μας να περπατούν προς το εκτελεστικό απόσπασμα περήφανοι», ανέφερε, συμπληρώνοντας ότι τώρα με τις φωτογραφίες «αποδεικνύεται πόσο καλά περιέγραψε τα αγέρωχα πρόσωπά τους και τη σίγουρη περπατησιά, το τραγούδι στα χείλη τους, το σύνθημα, την υψωμένη γροθιά».

Στη συνέχεια σημείωσε: «Μέσα από τα μάτια του Κορνάρου τούς βλέπουμε να ζητούν σαν τελευταία περήφανη επιθυμία να εκτελεστούν όλοι μαζί, μα τους τη στέρησαν κι αυτή. Επέβαλαν όμως άλλες... Ενώ οι μελλοθάνατοι πριν τη μεταφορά τους προς τον τόπο εκτέλεσης αναγκάζονται να αποχωριστούν ακόμα και τα λιωμένα από τα βασανιστήρια ρούχα τους και να μείνουν με τα εσώρουχα, οι 200 της Πρωτομαγιάς όχι μόνο δεν τα αποχωρίζονται, μα προετοιμάζονται αχάραγα να πλυθούν, να ξυριστούν, να φορέσουν τα καλά τους. Ιδιοι γαμπροί ετοιμάζονται για να στηθούν μπροστά στα αυτόματα. Γράφει ο Κορνάρος: "Πιάσανε όλοι το χορό. Στ' ορισμένο λεπτό η πρώτη εικοσάδα πέταξε τα καπέλα στον αέρα, φώναξε: Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Λευτεριά! Και προχώρησε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι άλλοι συνεχίζανε το χορό, τραγουδώντας, ζητωκραυγάζοντας, ώσπου έφευγε και η δεύτερη εικοσάδα". Απαγορεύουν στους Γερμανούς να ακουμπήσουν τους νεκρούς τους. Θέλουν να τους μεταφέρουν οι ίδιοι. Για να το κάνουν προσεκτικά και με ευλάβεια... Σαν τη μάνα που βάζει το παιδάκι της για ύπνο. "Μαλακά, με τη στοργή και με τα χάδια τους... Μόνο την τελευταία εικοσάδα μετέφεραν οι Γερμανοί"».

Ο αντικομμουνισμός μάς πεισμώνει να γίνουμε ακόμα περισσότερα τα μέλη του τιμημένου ΚΚΕ και της ΚΝΕ


«Προκαλεί ίσως εντύπωση ένας διάλογος του συγγραφέα με συγκρατούμενό του, μετά την εκτέλεση των 200, που μαρτυρά τη στοχευμένη και διαβρωτική δουλειά της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας διαχρονικά», επεσήμανε η Ι. Παπαγεωργάκη και παράθεσε το σχετικό απόσπασμα:

«- Ηθελα να σε ρωτήσω κάτι, μου λέει. Λένε πως τα παιδιά ήταν όξω κομμουνιστάδες! Είν' αλήθεια;

- Ναι, αλήθεια είναι, Κώστα.

Στο πρόσωπό του χύνεται ένα χρώμα μελαγχολίας, σα να μην περίμενε τέτοια επιβεβαίωση. Και για μια στιγμή κατεβάζει τα μάτια συλλογισμένα. Κάτι τον πνίγει και δεν μπορεί να το διατυπώσει. Απότομα λέει:

- Εσύ είχες πολλές φιλίες μαζί τους. Τους ήξερες από τα πριν;

- Ναι, βέβαια, πολλούς ήξερα απ' όξω ακόμη.

Πάλι σωπαίνει και συγκεντρώνεται. Εχω καταλάβει πια. Λυπάται θανάσιμα που δεν ήταν ψέμα πως οι άνθρωποι υπήρξανε κάποτε κομμουνιστές. Γιατί τώρα, εδώ μέσα, έχει τη γνώμη, φαίνεται, πως πάψανε να είναι και γι' αυτό γίνανε τόσο καλοί!

Καημένε Κώστα! Πόση ευθύνη μπορεί να έχει ο κομμουνιστής που πέρασε από πλάι σου, χωρίς να προσέξει τους θησαυρούς της ψυχής σου!

- Τι κάνανε όξω;

- Ο,τι κάνανε κι εδώ.

- Δηλαδή κοιτάζανε τη δουλειά τους καμιά φορά, πηγαίνανε στη Μάνα τους καμιά δεκάρα ή όλη την ώρα ρεμπελεύανε; Να με συμπαθάς που στα ρωτώ, μα είναι που δεν ξέρω γράμματα. Πάντα ντρεπόμουνα να ρωτήσω για το ένα και τ' άλλο μη με πάρουνε για κούτσουρο και... δεν ξέρω τίποτις!


Εχει στη φωνή του κάτι το ντροπαλό, στην έκφρασή του βλέπεις όλη την παιδική αθωότητα και στο βάθος του ματιού του τη συμπυκνωμένη αγωνία για να σπάσει τα δεσμά της άγνοιας.

Του είπα ό,τι μπορούσα να του πω. Του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πως οι άνθρωποι αυτοί λατρεύανε τη Μάνα τους, τη γυναίκα και τα παιδιά τους. Μόνο που δεν τους άφηναν οι διωγμοί να σιμώσουνε τα σπίτια τους, για μεγάλα διαστήματα, να χαρούνε κι αυτοί ήσυχα, σαν άνθρωποι, τα πρώτα παιχνίδια των παιδιών τους και τα χάδια της Μάνας.

Ο λόγος των διωγμών δεν τον ξάφνιασε. Πολύ γρήγορα μπήκε στο νόημα κι είχε προχωρήσει μόνος του σε λίγα λεφτά στα σωστά συμπεράσματα».

Ετσι και σήμερα, ανέφερε η ομιλήτρια, «ο αντικομουνισμός μόνο μας πεισμώνει να γίνουμε ακόμα περισσότερα τα μέλη του τιμημένου ΚΚΕ και της ΚΝΕ».

Είναι ο λαός μας που γέννησε τους ήρωες κομμουνιστές οι οποίοι ανδρώθηκαν στο ΚΚΕ

Εγινε ακόμη αναφορά στο γεγονός ότι οι 200 ήταν στην πλειονότητα Ακροναυπλιώτες, κρατούμενοι κομμουνιστές, που ενώ ζητούσαν να βγουν να πολεμήσουν στο μέτωπο, παραδόθηκαν από το ελληνικό αστικό κράτος στους Γερμανούς. Σ' αυτό αναφέρεται με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο συγγραφέας:

«Ο Κώστας απορεί πώς δεν τους επιστρατέψανε στο αλβανικό μέτωπο! Ολοι σχεδόν στρατεύσιμοι ήτανε. Ετσι δε θα προλάβαινε ο Ιταλός να τους πιάσει σαν τα ποντίκια στη φάκα. Θα γλυτώνανε. Κι έπειτα, σκέψου τους στη μάχη!

Οταν έμαθε την αλήθεια έμεινε άναυδος. Κοιτάζει μια τον κ. Λ., μια εμένα και το πρόσωπό του, στο φως του τσιγάρου, φαίνεται σαν μαραμένο από την πίκρα. Δε μιλεί για αρκετή ώρα. Υστερα ξαναρωτά, για να βεβαιωθεί πως άκουσε καλά, αν η κυβέρνηση έδωσε τη διαταγή, για ο Αξιωματικός της Ακροναυπλίας ενέργησε έτσι από μόνος του.

- Η κυβέρνηση!

- Υπάρχει δηλαδή υπογραφή, υπάρχει τίποτα που να λέει αυτούς δεν τους βγάζω κι ας κάνουνε καλά μ' εκείνους που θα 'ρθουνε;

- Υπάρχει, Κώστα.

- Μα στο Θεό σου - συμπάθα με που σε παιδεύω! - ήξερε καλά η κυβέρνηση εκείνη πως αυτοί οι άνθρωποι ήτανε όπως ήτανε; Ηξερε δηλαδή πως ήτανε τέτοια παλικάρια;

- Το ήξερε. Εγνώριζε τη δύναμη και το χαρακτήρα τους. Πολύ καλά ήξερε τι έκανε. Αυτούς ήθελε να παραδώσει κι αυτούς παράδωσε! Αυτή τους μάζεψε κι αυτή τους έδωσε δεμένους. Την ενοχλούσαν. Δεν ήθελε να τους ξαναβρεί γυρίζοντας πίσω καμιά φορά.

- Μα για όνομα του Θεού! Αγράμματος άνθρωπος, το μυαλό μου δεν κόβει. Κοντεύω να τρελαθώ. Ποια ήταν τότε η κυβέρνηση; Τα 'χω χάσει. Και καλά, ελληνική κυβέρνηση το 'κανε αυτό ή η εγγλέζικη;

- Η ελληνική! Μη σκοτίζεσαι. (...)

Κοντεύει να τον κυριέψει τον καημένο τον Κώστα ένα αίστημα μειονεχτικότητας. Μόνο αυτός, λέει, δεν έχει πάρει χαμπάρι απ' όσα γίνονται στον κόσμο. Μόνο αυτός! (...) Είναι έξω φρενών. Λυσσασμένος. Δηλώνει πως κουνούπι δεν έχει βλάψει. Μα τώρα θα φάει συκώτια, τζιέρια, φτάνει να ζήσει!

- Και το παιδί μου γι' αυτό μου το φάγανε! Οι Ελληνες το πιάσανε κι αυτό! Κι εγώ το μάλωνα να μην ανακατεύεται.

Του έχουνε σκοτώσει ένα παιδί. Ενα παλικάρι 22-25 χρονώ, στο μπόι του, και με την ίδια καρδιά του πατέρα του. Προσπάθησα να τον ησυχάσω λιγάκι.

- Αν βγούμε από 'δω, πρέπει να βγούμε γεροί. Γι' αυτό πρέπει να κοιμόμαστε όσο γίνεται πιο καλά και να τρώμε όλο το φαγητό που βρίσκουμε. Η δύναμή μας είναι περιουσία, όχι δική μας. Εκατάλαβες Κώστα;

Εκατάλαβε, λέει και με άφησε χωρίς να σκεφτεί να καληνυχτίσει. Τον καμαρώνω αυτόν τον καλόν άντρα στο απότομο ξύπνημά του. Στο πρόσωπό του θαυμάζω κι αγαπώ το λαό μας. Αυτός είναι ο λαός μας!».

Αυτός ο λαός, υπογραμμίστηκε, γέννησε και τους 200 που ανδρώθηκαν στις γραμμές του ΚΚΕ, οι οποίοι είχαν πάντα στο νου τον βασανισμένο ελληνικό λαό, τους δικούς τους ανθρώπους, τους συντρόφους που μένουν «πίσω» ζωντανοί, διαβάζοντας ακόμη ένα απόσπασμα:

«Κάποιος λυγμός τον έπνιξε. Κι όταν συνήρθε, δε συνέχισε, παρά σκεφτότανε λέει την καημένη τη μητέρα του παιδιού, κάθε πρωί, που θα 'τρεχε αλαλιασμένη να βρει φημερίδα για τα ονόματα!... Και ρωτά, ποιος πονά περισσότερο, ο Σταυρωμένος ή η Μάνα του Σταυρωμένου; Ποιος αισθάνεται το φαρμάκι του άσκοπου παράπονου, ο κρεμασμένος ή αυτός που θωρεί τον κρεμασμένο; Ο σκλάβος ή αυτός που αισθάνεται την σκλαβιά του άλλου; Και μαλακά, χωρίς να κάνει φιλοσοφία, καταλήγει στο συμπέρασμα πως εμείς εδώ μέσα είμαστε πιο ελαφρά καταδικασμένοι, από τους όξω που μας συλλογίζονται. Εμείς στο κάτω κάτω θα πεθάνομε κάποτε, αυτές τις μέρες. Αυτοί που μας αγαπούν θα πεθαίνουνε το θάνατό μας και το δικό τους κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, μιαν ατελείωτη ζωή. Και σα να μην είναι αρκετό αυτό, θα λογαριάζουνε τον εαυτό τους σαν ένοχο. Πάντα θα φαντάζονται πως δεν κάνανε τα πάντα για να μας γλυτώσουν».

«Πάντα θα είμαστε περήφανοι», τόνισε κλείνοντας η ομιλήτρια, «και υποσχόμαστε να πάμε τον δικό τους αγώνα μέχρι τέλους. Αλλωστε το μεγαλύτερο, το πιο σπουδαίο, το πιο τιμητικό καθήκον για κάθε κομμουνιστή και κομμουνίστρια είναι η επαναστατική ανατροπή της βαρβαρότητας της καπιταλιστικής εξουσίας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης και δράσης του ΚΚΕ από τη μέρα της ίδρυσής του, σε αυτόν τον δρόμο βαδίζουμε κι εμείς».



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ