Ενα αποκαλυπτικό παράδειγμα, από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα European Defence Fund (EDF) 2025 | Κρίσιμο ζήτημα η στάση κάθε φοιτητή, επιστήμονα, ερευνητή
Από κινητοποίηση έξω από τον «Δημόκριτο» |
Η προετοιμασία αυτή ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο την επιστημονική έρευνα και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο πολεμικός ανταγωνισμός έχει ανάγκη από νέα, πιο καταστροφικά όπλα, διττής χρήσης υποδομές, αναβαθμισμένες και πανταχού παρούσες υπηρεσίες παρακολούθησης και χειραγώγησης. Οπως έχει ανάγκη και από νέα πολεμικά αφηγήματα και επιστημονικό δυναμικό πρόθυμο να στηρίξει τη γενίκευση και κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο πλαίσιο του EDF 2025 εγκρίθηκαν 57 έργα με συνολική χρηματοδότηση περίπου 1 δισ. ευρώ, στα οποία συμμετέχουν 634 νομικές οντότητες από 26 κράτη - μέλη και συνεργαζόμενες χώρες. Το πρόγραμμα εστιάζει στις τεχνολογίες αιχμής που είναι αναγκαίες στα νέα πολεμικά πεδία, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και η κυβερνοασφάλεια, τα ναυτικά συστήματα, οι διαστημικές εφαρμογές και τα προηγμένα υλικά.
RIZOSPASTIS |
Διαμαρτυρία για την αναθεώρηση του κανονισμού του ΕΛΚΕ προκειμένου να χρηματοδοτείται από ΝΑΤΟικά προγράμματα |
Σε ό,τι αφορά το ερευνητικό και τεχνολογικό έργο, η ελληνική συμμετοχή καλύπτει ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων τομέων. Ενας από αυτούς είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ψηφιακά συστήματα, με έργα όπως τα LLM Secret, RHESIS, MIDAS και AI-SHIELD, που επικεντρώνονται σε συστήματα ΤΝ, αλληλεπίδρασης ανθρώπου - ΤΝ και ασφαλούς επεξεργασίας δεδομένων.
Σημαντική είναι επίσης η παρουσία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και των επικοινωνιών (ECC22, SEQULITE), όπου αναπτύσσεται τεχνολογία σχετική με την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια των δικτύων για πολεμικούς σκοπούς. Τέλος, πολλά από τα προγράμματα που «τρέχουν» αφορούν αεροπορικά συστήματα και τεχνολογίες προστασίας από χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές (EPIC2, EICACS2, RESILIENCE).
Συνολικά 8 ελληνικοί ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς συμμετέχουν σε τουλάχιστον 11 έργα EDF 2025, κάτι που αντιστοιχεί στο 19% των συνολικών έργων. Η συμμετοχή ελληνικών ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων στην έρευνα για πολεμικούς σκοπούς δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο. Εχει προηγηθεί η συνεργασία πολλών από αυτά με το ΝΑΤΟ ή και άλλους οργανισμούς στην ανάπτυξη τεχνογνωσίας «διττής χρήσης».
Συμμετοχή ανά χώρα της ΕΕ στα 15 πιο σημαντικά προγράμματα στο πλαίσιο του EDF 2025, όπως προσδιορίζονται στον «Οδικό Χάρτη για την Αμυντική Ετοιμότητα 2030» |
1. Εθνικό Κέντρο Ερευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ). Συμμετέχει σε 4 έργα (LLM Secret, RHESIS, TRIDENT, DEEP-TECH) και έχει ρόλο συντονιστή στο RHESIS. Το ΕΚΕΤΑ ερευνά κυρίως στους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης, της ανάλυσης δεδομένων και των αυτόνομων συστημάτων.
2. Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). Συμμετέχει μέσα από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ) στο RHESIS, συνεισφέροντας σε συστήματα επικοινωνιών, ΤΝ και κυβερνοασφάλειας, ενώ λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ακαδημαϊκής έρευνας και εφαρμοσμένων συστημάτων.
3. Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά» και Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ). Συμμετέχουν στο έργο LLM Secret, εστιάζοντας σε «ασφαλή και αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη», έναν από τους βασικότερους τεχνολογικούς τομείς στο EDF.
4. Εθνικό Κέντρο Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος». Συμμετέχει στο ECC2, το οποίο αφορά κυβερνοάμυνα και ενοποιημένα συστήματα ψηφιακής διοίκησης, τομέας μεγάλης στρατηγικής σημασίας για την ΕΕ.
5. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Εμφανίζεται στο RESILIENCE-R-2025, το οποίο σχετίζεται με τεχνολογίες προστασίας από χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές, και τους κινδύνους που σχετίζονται με τον πόλεμο.
6. Πανεπιστήμιο Πατρών. Συμμετέχει στα έργα ΕICACS2 και EPIIC2, τα οποία σχετίζονται με αεροπορικά συστήματα, ηλεκτρονικά και avionics.
7. Σχολή Ικάρων. Εχει αναβαθμισμένο ρόλο τα τελευταία χρόνια και συμμετέχει στα AI-SHIELD και EPIIC2, συνεισφέροντας σε εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης και αεροπορικά επιχειρησιακά συστήματα, για την ενσωμάτωση της επιχειρησιακής διάστασης στα ερευνητικά σχήματα.
Οι ελληνικοί ερευνητικοί φορείς δεν λειτουργούν απλώς ως υποστηρικτικοί εταίροι, αλλά ως κομβικοί παραγωγοί τεχνογνωσίας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς ευρωπαϊκών πολεμικών τεχνολογιών. Από αυτήν τη σκοπιά, η συμμετοχή τους στα προγράμματα του EDF δεν αποτελεί μια «ουδέτερη» ερευνητική δραστηριότητα, όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση και τις πρυτανικές αρχές για να «χρυσώσουν το χάπι» της ελληνικής εμπλοκής στον πόλεμο μέσω και της έρευνας.
Πέρα από το γεγονός ότι η γνώση και η έρευνα που παράγουν χιλιάδες εργαζόμενοι, ερευνητές και ακαδημαϊκοί αξιοποιούνται για την ανάπτυξη πολεμικού υλικού που θα σπείρει την καταστροφή και τον θάνατο στα πεδία των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων, η εμπλοκή ελληνικών ιδρυμάτων σε τέτοιους βρώμικους σκοπούς τα μετατρέπει και σε στόχους αντιποίνων για τα αντίπαλα στο ΝΑΤΟ ιμπεριαλιστικά κέντρα, αφού παίζουν κρίσιμο ρόλο στην πολεμική οικονομία και κατ' επέκταση στην ανάπτυξη της πολεμικής μηχανής.
Τα πανεπιστήμια μετατρέπονται σε ερευνητικό βραχίονα στρατιωτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, με προτεραιότητες που καθορίζονται από τις ανάγκες της επίτευξης μεγαλύτερου κέρδους μέσα στην πολεμική οικονομία, των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της καταστολής. Απ' αυτήν τη σκοπιά, και για να κάμψουν τις αντιδράσεις, δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα, πατώντας στο νομικό οπλοστάσιο που έχουν χτίσει μεθοδικά όλες οι κυβερνήσεις, στα πανεπιστήμια εφαρμόζονται όλο και σκληρότερα μέτρα πειθάρχησης και καταστολής, για να επιβληθεί το δόγμα «τα κεφάλια μέσα».
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, που τρέχουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, φοιτητικοί σύλλογοι, σύλλογοι ΔΕΠ, ερευνητών, διδακτορικών φοιτητών και εργαζομένων στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα εντείνουν την πάλη για να αποκαλύπτεται πλατιά ο επικίνδυνος χαρακτήρας αυτών των προγραμμάτων και της εμπλοκής των πανεπιστημιακών - ερευνητικών ιδρυμάτων στην πολεμική βιομηχανία.
Συγκρούονται με την προσπάθεια να εμφανιστεί η πολεμική έρευνα ως δήθεν «ουδέτερη», απαιτούν να σταματήσει κάθε συμμετοχή των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων σε προγράμματα που υπηρετούν πολεμικούς και ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Στις σημερινές συνθήκες, όπου η επιστήμη καλείται όλο και περισσότερο να υπηρετεί πολεμικούς και κατασταλτικούς σκοπούς, είναι κρίσιμη η στάση του εργατικού και φοιτητικού κινήματος, όπως και κάθε καθηγητή, ερευνητή, εργαζόμενου, φοιτητή, για να μην επιτρέψουν να μετατραπούν η γνώση και η δημιουργικότητά τους σε εργαλεία καταστροφής.
Αυτοί οι σχεδιασμοί εντείνουν ταυτόχρονα την υποχρηματοδότηση σημαντικών πλευρών της λειτουργίας των Ιδρυμάτων, όπως η φοιτητική μέριμνα, η πρόσληψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού στα πανεπιστήμια κ.λπ., και απαξιώνουν ολοένα και περισσότερο την έρευνα που συνδέεται ακόμα και με στοιχειώδεις λαϊκές ανάγκες, αν τα αποτελέσματά της δεν έχουν κάποια ανταποδοτικότητα για το κεφάλαιο.
Μαζί λοιπόν με την εναντίωση στην εμπλοκή των πανεπιστημίων και των επιστημόνων στα πολεμικά σχέδια των ιμπεριαλιστών είναι ανάγκη να δυναμώσει η διαπάλη για τον συνολικό προσανατολισμό της έρευνας, που κάτω από άλλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, με κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, εργατικό έλεγχο και κεντρικό σχεδιασμό, θα παίζει καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών στην Υγεία, στην Πρόληψη, στην ενεργειακή επάρκεια, στις ασφαλείς μεταφορές, στην προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.
Η προοπτική αυτή δεν είναι υπόθεση κάποιου μακρινού μέλλοντος. Διαμορφώνεται σήμερα, σε σύγκρουση με την αντιλαϊκή πολιτική και το σύστημα του κέρδους, που αντιμετωπίζουν την επιστημονική γνώση και την τεχνολογική ανάπτυξη ως εργαλεία στήριξης των ομίλων, αντί αυτές να υπηρετούν την ευημερία και την πρόοδο του λαού.