Ακολουθούν αποσπάσματα από τις παρεμβάσεις τους.
Την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης των τμημάτων πυρασφάλειας του Πυροσβεστικού Σώματος επισήμανε στην παρέμβασή του ο Μανώλης Μυλωνάκης.
Αναφερόμενος στο πρόσφατο περιστατικό στη «Βιολάντα», σημείωσε ότι «έγινε πασιφανής σε πανελλαδικό επίπεδο ο καίριος ρόλος των τμημάτων πυρασφάλειας ανά την επικράτεια για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, αλλά και του κοινού που τις επισκέπτεται (για καταστήματα - επιχειρήσεις "Συνάθροισης Κοινού"). Τα τμήματα αυτά είναι υπεύθυνα από τη μία να διενεργούν τακτικούς και έκτακτους καθώς και ελέγχους από καταγγελίες σε επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις για την τήρηση των μέτρων πυροπροστασίας. Από την άλλη, πρέπει να διεκπεραιώνουν "διοικητικές πράξεις πυροπροστασίας". Να ελέγχουν δηλαδή μελέτες και πιστοποιητικά πυροπροστασίας. Οπως και στο υπόλοιπο Πυροσβεστικό Σώμα, τα τμήματα αυτά είναι εμφανώς υποστελεχωμένα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι «η μεγάλη πλειοψηφία του προσωπικού που υπηρετεί στα γραφεία πυρασφάλειας (...) είναι "γενικών καθηκόντων"». Αυτό σημαίνει ότι στην αντιπυρική περίοδο «εμπλέκονται άμεσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό στελεχώνοντας τις επιπρόσθετες υπηρεσίες αλλά και τα ενεργά μέτωπα», με αποτέλεσμα «καθ' όλη τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου τα τμήματα πυρασφάλειας "υπολειτουργούν"».
Ο κ. Μυλωνάκης αναφέρθηκε και στον νέο ρόλο του Σώματος σχετικά με τον έλεγχο των ακαθάριστων οικοπέδων, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Στην πλειοψηφία των συναδέλφων είναι κοινός τόπος ότι η παραπάνω αρμοδιότητα δεν θα έπρεπε να ανήκει στο Πυροσβεστικό Σώμα». Εξήγησε: «Από τη μία πρόκειται για αρμοδιότητα που δεν απαιτεί ιδιαίτερη κατάρτιση ή εμπειρία, οποιοσδήποτε δημοτικός υπάλληλος - δημόσιος υπάλληλος μπορεί να διακρίνει αν ένα οικόπεδο χρήζει καθαρισμού». Από την άλλη, «προσδίδει στο Πυροσβεστικό Σώμα χαρακτήρα καταστολής απέναντι σε λαϊκά στρώματα και ευάλωτους πολίτες».
RIZOSPASTIS |
Μανώλης Μυλωνάκης |
Τέλος, εκτίμησε ότι «η επιμονή της πολιτικής ηγεσίας γύρω από τον καθαρισμό των οικοπέδων λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, προσπαθώντας να επιρρίψει την ευθύνη των μεγάλων καταστροφών από πυρκαγιές στους ιδιοκτήτες». Και κατέληξε: «Ούτε οι πυροσβέστες ούτε η πολιτεία γενικά πρέπει να δεχθεί αυτήν τη σιωπηλή παραδοχή. Αλλά να επιμείνουμε στη λήψη εκείνων των μέτρων ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι δασικές πυρκαγιές θα αντιμετωπιστούν εγκαίρως και αποτελεσματικά εντός του δασικού ιστού».
Την εμπειρία της καταστροφικής πυρκαγιάς της 12ης Αυγούστου 2025 στην Πάτρα μετέφερε στην παρέμβασή του ο δήμαρχος Πατρέων Κώστας Πελετίδης. Οπως είπε, «η Πάτρα αντιμετώπισε μια πυρκαγιά υψηλού κινδύνου, 4 φωτιές την ίδια μέρα σε διαφορετικά σημεία». Η φωτιά «έφτασε στον αστικό ιστό της πόλης, έκαψε χιλιάδες στρέμματα, μπήκε στον χώρο υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, κατέστρεψε λαϊκές περιουσίες, επαγγελματίες, αγρότες και κτηνοτρόφους».
RIZOSPASTIS |
Κώστας Πελετίδης |
«Η πρόληψη δεν είναι μια λέξη ουδέτερη χωρίς περιεχόμενο», υπογράμμισε. «Απαιτεί σχεδιασμό, μέσα, προσωπικό, χρηματοδότηση». Και κατήγγειλε ότι «ο δήμος Πατρέων, όπως και το σύνολο των δήμων, ενώ του μεταβιβάζονται αρμοδιότητες από το κεντρικό κράτος, αυτή η μεταβίβαση δεν συνοδεύεται από τους αντίστοιχους πόρους και προσωπικό».
Ενδεικτικά, ανέφερε ότι στο τμήμα Πολιτικής Προστασίας υπηρετούν «2 μόνιμοι εργαζόμενοι, για μια έκταση 330 τετραγωνικών χιλιομέτρων» και «14 μόνιμοι εργαζόμενοι στον τομέα πρασίνου για αποψίλωση». Η χρηματοδότηση για το 2025 ήταν «178.000, δηλαδή 0,9 ευρώ/κάτοικο» και φέτος «220.000, δηλαδή 1 ευρώ/κάτοικο». «Εάν δεν έπαιρνε μέτρα που ξεπερνούν τα χορηγούμενα, οι συνέπειες θα ήταν τραγικότερες», σημείωσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην καταστροφική πολιτική της απαγόρευσης της πρόσληψης μόνιμου προσωπικού, ζητώντας την κατάργησή της, ώστε να ενισχυθούν οι υπηρεσίες πρασίνου, αυτεπιστασίας και καθαριότητας.
RIZOSPASTIS |
Θωμάς Μπασογιάννης |
Ακόμα, αναφέρθηκε στις ευθύνες του ιδιωτικοποιημένου ΔΕΔΔΗΕ, που αναδείχθηκαν από τις πυρκαγιές, όπως και τις ανάγκες έκτακτης χρηματοδότησης του δήμου από τον κρατικό προϋπολογισμό για τις ανάγκες αποκατάστασης των ζημιών, σημειώνοντας πως εγκρίθηκαν μόλις 4,5 εκατ. ευρώ από τα 12 που αιτήθηκε ο δήμος, για τα οποία μάλιστα πρέπει «να διανύσουμε τον δρόμο της γραφειοκρατίας, για να μπορέσουμε να κλείσουμε τις πληγές μας. Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερα για να θωρακίσουμε την πόλη μας».
Κατέληξε ότι «διέξοδος και στο θέμα αυτό είναι οι θέσεις του ΚΚΕ, οι παρεμβάσεις που έχουν στο κέντρο της προσοχής τους την προστασία της ζωής του ελληνικού λαού, στις πόλεις και τα χωριά, την προστασία των δασών, τις αγροτικές καλλιέργειες.
Οι προτάσεις μας βοηθούν, ανοίγουν δρόμους, δίνουν δύναμη σ' όλους εμάς που αγωνιούμε να προστατέψουμε τον τόπο μας. Κανείς με σταυρωμένα τα χέρια. Μπορούμε να τα καταφέρουμε».
RIZOSPASTIS |
Βασίλης Τσιλιγιάννης |
Αναφερόμενος στις πυρκαγιές του 2025 στην Ηπειρο, υπογράμμισε ότι αποκαλύφθηκε «το πραγματικό πρόσωπο της "φροντίδας" που επιδεικνύει η κυβέρνηση για τα δάση, το περιβάλλον, για την προστασία του πληθυσμού και τις λαϊκές περιουσίες».
Κατήγγειλε ότι η αντιμετώπιση ήταν «η γνωστή ανεπαρκής, αναποτελεσματική, με κυρίαρχα συνθήματα, "εγκαταλείψτε για να σωθείτε" και θα σταματήσει όταν πια θα έχει καεί ό,τι είναι να καεί». Και πρόσθεσε με έμφαση: «Για άλλη μια φορά, η "κλιματική κρίση" μαζί με τον "στρατηγό άνεμο" επιτέθηκαν και κατέστρεψαν». Χαρακτήρισε την αφήγηση αυτή «παραμύθι», λέγοντας χαρακτηριστικά: «Σε μας, που έχουμε σπουδάσει το δάσος και το περιβάλλον, δεν επιτρέπονται τα παραμύθια».
Ο κ. Μπασογιάννης τόνισε ότι «οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι αποτέλεσμα της λεγόμενης κλιματικής κρίσης», αλλά «δυστυχώς για τέτοια αφηγήματα, τα επιστημονικά στοιχεία και τα συμπεράσματα είναι συντριπτικά. Δείχνουν ότι διαχρονικά, στο μεγαλύτερο ποσοστό για την εμφάνιση δασικών πυρκαγιών υπάρχουν εμπρηστές και κίνητρα.
Τα αίτια και οι υπαίτιοι παραμένουν επίσης διαχρονικά ίδιοι. Οσοι επιδιώκουν την κερδοφορία, αλλά και όλες οι κυβερνήσεις που βάζουν πλάτη, με νομοθεσία που εξυπηρετεί κάθε φορά τις ανάγκες του κεφαλαίου και των ομίλων, ανάλογα με την "ευκαιρία". Οι κατασκευαστικοί όμιλοι, οι "οικοδομικοί συνεταιρισμοί", οι τουριστικοί όμιλοι, σήμερα, όλοι αυτοί με την πολεμική προετοιμασία, την "πράσινη ανάπτυξη", την "κυκλική οικονομία", τα logistics.
RIZOSPASTIS |
Σπύρος Ηλίας |
Η διαχείριση των δασών μετατρέπεται σε διαχείριση της "ευκαιρίας", μοιράζει οικονομικούς πόρους σε ομίλους που εργαλειοποιούν την επιστήμη γιατί τους αποφέρει κέρδη.
Χιλιάδες στρέμματα δασικών οικοσυστημάτων, ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές, θυσιάζονται στον βωμό της κερδοφορίας. Η αντιμετώπιση των πυρκαγιών, των φυσικών καταστροφών, από κυβερνήσεις και ΕΕ, γίνεται με γνώμονα το ελάχιστο κόστος, λες και οι ανθρώπινες ζωές αξίζουν διαφορετικά ανάλογα με τη γεωγραφική τους κατανομή και την πληθυσμιακή πυκνότητα».
Υπογράμμισε ότι «οι δασικές υπηρεσίες παραμένουν στρατηγικά αποκομμένες και στοχευμένα υποστελεχωμένες, ώστε ποτέ να μην μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στο πραγματικό τους έργο, το οποίο αναλαμβάνουν οι νόμοι της αγοράς και οι όμιλοι». Σημείωσε ότι «όλες οι κυβερνήσεις και οι πολιτικές δυνάμεις έβαλαν ουσιαστικά το λιθαράκι τους, ψηφίζοντας νόμους, συμφωνώντας ή απλά σωπαίνοντας με νόημα».
Κατέληξε τονίζοντας ότι «η μόνη ελπίδα για την προστασία των δασών, του περιβάλλοντος και αυτοπροστασία του λαού είναι η οργανωμένη παρέμβαση του εργατικού - λαϊκού κινήματος, σε γραμμή σύγκρουσης με το κράτος και την πολιτική που εντείνει την εμπορευματοποίηση της γης». Και κατέληξε: «Είναι η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ».
RIZOSPASTIS |
Νίκος Καλυβιώτης |
Ξεκινώντας από τη βασική αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο «Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Εθνικής Αμυνας 2026-2030», σημείωσε ότι πρέπει να διασφαλίζεται «η εθνική άμυνα, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας». Ομως, όπως τόνισε, «στην πράξη αυτός ο πυρήνας αποστολής έχει αρχίσει να διαβρώνεται επικίνδυνα». Κατήγγειλε ότι «οι Ενοπλες Δυνάμεις μετατρέπονται σταδιακά σε έναν πολυεργαλειακό μηχανισμό γενικής χρήσης από την εθνική άμυνα μέχρι την πολιτική προστασία, από την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών μέχρι την κάλυψη δομικών κενών ενός κράτους που αποσύρεται από τις ευθύνες του, ακόμα και στην Υγεία».
Και υπογράμμισε: «Πού τελειώνει ο επικουρικός ρόλος και πού αρχίζει η υποκατάσταση των πολιτικών μηχανισμών; Διότι όταν οι Ενοπλες Δυνάμεις καλούνται να καλύψουν συστηματικά κενά της πολιτικής προστασίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον επιχειρησιακό - είναι δομικό. Και το ερώτημα είναι απλό. Ποιος τελικά προστατεύει ποιον;».
Αναφερόμενος στην πολιτική προστασία, υπογράμμισε ότι «έχει μετατραπεί σε ένα διαρκές πεδίο κρίσης, σε ένα μόνιμο πεδίο εκτροπής, χωρίς στρατηγικό βάθος». Επεσήμανε ότι το σχέδιο «Ξενοκράτης» και τα επιχειρησιακά πρωτόκολλα του ΓΕΕΘΑ «λειτουργούν ως άλλοθι για τη συνεχή μεταφορά βαρών στις Ενοπλες Δυνάμεις». «Πυρκαγιές, πλημμύρες, χιονοπτώσεις, τεχνολογικά ατυχήματα, καταρρεύσεις υποδομών, όλα καταλήγουν να αντιμετωπίζονται με έναν κοινό παρονομαστή: Την υπερεξάντληση προσωπικού και μέσων των Ενόπλων Δυνάμεων», είπε.
RIZOSPASTIS |
Μιχάλης Σκαρβέλης |
Ιδιαίτερη κριτική άσκησε στο πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», το οποίο, όπως είπε, «παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός», αλλά «στην πράξη αποτυπώνει μια διαφορετική κατεύθυνση: Συστήματα επιτήρησης, τεχνολογίες διπλής χρήσης, ενίσχυση μηχανισμών παρακολούθησης, διασύνδεση στρατιωτικών και αστυνομικών δομών. Εκατοντάδες εκατομμύρια επενδύονται σε τεχνολογίες που συχνά σχεδιάζονται με κριτήριο όχι την πρόληψη καταστροφών, αλλά τη στρατηγική επιτήρηση και τη γεωπολιτική αξιοποίηση.
Και το ερώτημα παραμένει αμείλικτο. Προστατεύουμε τα δάση ή απλώς θα επιτηρούμε τα αποκαΐδια τους;».
Ο Β. Τσιλιγιάννης περιέγραψε την πραγματικότητα επί του πεδίου: «Οχήματα ακατάλληλα, ανασφαλή, παλαιότητας δεκαετιών, ελλείψεις σε συντήρηση και ανταλλακτικά, αποψιλώσεις και κανιβαλισμός, επιχειρήσεις με οριακή ασφάλεια, εξαντλητικά ωράρια, επιχειρησιακή κόπωση χωρίς ανάπαυση». Υπογράμμισε ότι «αυτό δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης».
RIZOSPASTIS |
Νίκος Μπόκαρης |
Ο Σπύρος Ηλίας περιέγραψε την εμπειρία από την πυρκαγιά του 2024 στον Βαρνάβα. «Βρίσκομαι σήμερα εδώ για να σας μεταφέρω την εμπειρία που έχουμε ως εκλεγμένοι με τη "Λαϊκή Συσπείρωση" στην Κοινότητα Βαρνάβα, αλλά και ως αντιπολίτευση στον δήμο Μαραθώνα», είπε και υπενθύμισε ότι «η Βορειοανατολική Αττική βρίσκεται σχεδόν κάθε χρόνο αντιμέτωπη με καταστροφικές πυρκαγιές». Ειδικά στον Βαρνάβα «έχουν ξεκινήσει δύο από τις σημαντικότερες οικολογικές καταστροφές στην Αττική, με τις πυρκαγιές του 2009 και του 2024».
Αναφέρθηκε στη «σκυταλοδρομία των κυβερνήσεων, που η μία μετά την άλλη συρρικνώνουν τον προϋπολογισμό». Τόνισε ότι «η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, αλλά και η σκόπιμη διάχυση ευθυνών στις Περιφέρειες και στους δήμους, έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο όπου κάθε καλοκαίρι παίζουμε τις ζωές μας κορόνα - γράμματα».
Για την πυρκαγιά του 2024 ανέφερε ότι «έκαψε το 25% της συνολικής έκτασης του δήμου Μαραθώνα. Αυτό σε ανθρώπινο επίπεδο μεταφράζεται σε ολοσχερή καταστροφή τεράστιας δασικής έκτασης, ολική και μερική καταστροφή εκατοντάδων οικημάτων και επιχειρήσεων, ενώ δεν ήταν λίγοι και οι αγρότες που είδαν τις καλλιέργειες και τον κόπο τους να πηγαίνουν στράφι».
Κατήγγειλε ότι «η γύμνια του κρατικού μηχανισμού φάνηκε και από τη λειτουργία του 112». Περιέγραψε: «Η Πυροσβεστική ήταν διασκορπισμένη σε πολλά μέτωπα, ενώ παράλληλα υπήρχαν πυροσβεστικά οχήματα σταθμευμένα δίπλα από φλεγόμενα σπίτια, καθώς οι κρουνοί ήταν άδειοι. Σε αυτές τις συνθήκες, είχαν την απαίτηση από εμάς να εκκενώσουμε την περιοχή».
«Αν τότε υπακούγαμε στο 112 και δεν μέναμε πίσω να παλέψουμε για τα σπίτια και τις περιουσίες μας, ο Βαρνάβας και το Γραμματικό ενδεχομένως θα είχαν καταστραφεί ολοσχερώς», υπογράμμισε. «Κανείς μας δεν είχε στο πρόγραμμα να ρισκάρει τη ζωή του, αλλά αυτό αναγκαστήκαμε να κάνουμε ο ένας για τον άλλον, όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο για να στηριχτούμε».
Τόνισε ότι η πυρκαγιά δεν ήρθε απρόσμενα: «Δεν ήταν λίγες οι φορές που περιοχές του δήμου έμεναν χωρίς νερό σε συνθήκες υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς». Ως κοινοτική αρχή, είπε, «απαιτούσαμε για χρόνια το πιο απλό: Να εγκατασταθούν γεννήτριες στα αντλιοστάσια». Και σημείωσε με πικρία: «Μόλις έναν μήνα πριν από τη φωτιά του Αυγούστου, είχα επαναφέρει το ίδιο θέμα στο Συμβούλιο Λογοδοσίας».
Κατήγγειλε ότι «μέχρι και σήμερα, δύο χρόνια μετά την καταστροφή του '24 και λίγες μέρες πριν την έναρξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τα αντλιοστάσια παραμένουν χωρίς εφεδρική ηλεκτροδότηση, οι αντιπυρικές ζώνες και οι δασικοί δρόμοι είναι ανύπαρκτοι».
Κλείνοντας τόνισε ότι «μπροστά σε κάθε εχθρικό δήμο, όπως είναι ο δήμος Μαραθώνα, που κάνει εφέσεις στους πυρόπληκτους από το Μάτι, υπάρχει η "Λαϊκή Συσπείρωση" που τους ξεμπροστιάζει» και πως «το πεδίο των δασικών πυρκαγιών μας υπενθυμίζει κάθε καλοκαίρι, στην πράξη, ότι μόνο ο λαός σώζει τον λαό».
Ο Νικόλαος Καλυβιώτης, αναφερόμενος στην έκρηξη στη «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, σημείωσε ότι με τον τραγικό της απολογισμό ήρθε να επιβεβαιώσει «με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο το μεγάλο ζήτημα πυρασφάλειας και πυροπροστασίας σε βιομηχανικούς χώρους».
Και τόνισε: «Ως τεχνικός Ασφαλείας, οφείλω να τονίσω εξαρχής ότι ο ρόλος μας δεν είναι ένα "τεχνικό ζήτημα ρουτίνας", ούτε μια τυπική υποχρέωση που εξαντλείται σε μελέτες και πιστοποιητικά. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τους εργαζόμενους, για τις τοπικές κοινωνίες, για το περιβάλλον».
Εξήγησε πως «η περίπτωση της "Βιολάντα" ανέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο ότι ακόμα και σε χώρους που δεν θεωρούνται "βαριά βιομηχανία", οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί και σοβαροί. Η επεξεργασία τροφίμων περιλαμβάνει καύσιμα, σκόνες, μηχανήματα υψηλής θερμοκρασίας - ένα επικίνδυνο μείγμα όταν δεν τηρούνται αυστηρά μέτρα. Γιατί φτάνουμε εκεί; Οταν η ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως "κόστος", τότε καθυστερούν συντηρήσεις, δεν ανανεώνεται εξοπλισμός, δεν γίνονται επαρκείς ασκήσεις ετοιμότητας, οι τεχνικοί Ασφαλείας και οι γιατροί Εργασίας υποβαθμίζονται».
Υπογράμμισε ότι «αυτές οι μεγάλες ελλείψεις μέτρων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων οδήγησαν στη τραγωδία στη "Βιολάντα". Οι παράγοντες αυτοί είναι ακόμα εδώ, αφού καθημερινά καταγράφονται μετά από καταγγελίες εργαζομένων σοβαρά περιστατικά σε εργοστάσια, με διαρροή αερίων, προβλήματα σε εγκαταστάσεις καυστήρων».
Στη συνέχεια στάθηκε στη «βασική αντίφαση που χαρακτηρίζει την εποχή μας»: Από τη μία «η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ανάπτυξης που επιτρέπουν την πρόβλεψη, την πρόληψη και τον έλεγχο σχεδόν κάθε κινδύνου σε έναν βιομηχανικό χώρο» και, από την άλλη, «παρά αυτήν τη γνώση, συνεχίζουμε να βλέπουμε σοβαρά περιστατικά, τραυματισμούς, απώλειες ζωών (...) Γιατί η αξιοποίηση αυτής της γνώσης δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις τεχνικές δυνατότητες, αλλά από το ποιος έχει τον έλεγχο της παραγωγής και με ποια κριτήρια λειτουργεί».
Επεσήμανε πως «η επιστήμη και η ανθρώπινη γνώση έχουν αποδείξει ότι ατυχήματα μεγάλης έκτασης δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα αλληλουχίας αστοχιών - αυτό που ονομάζουμε "αλυσίδα συμβάντων". Αν δεν σπάσει αυτή η αλυσίδα σε κάποιο σημείο, το ατύχημα γίνεται αναπόφευκτο».
«Οταν αυτά δεν εφαρμόζονται πλήρως, δεν πρόκειται για άγνοια», είπε χαρακτηριστικά. «Πρόκειται για επιλογή. Δεν λείπει η γνώση, δεν λείπει η τεχνολογία. Λείπει η εφαρμογή τους με κριτήριο την ανθρώπινη ζωή. Η γεφύρωση αυτής της απόστασης δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι κοινωνικό και πολιτικό. Αφορά το ποιος αποφασίζει, με ποια κριτήρια και για ποιον σκοπό οργανώνεται η παραγωγή».
Κλείνοντας είπε ότι «η τρομακτική έκρηξη στη "Βιολάντα" ανέδειξε την εγκληματική αδιαφορία εργοδοσίας, κυβέρνησης και τοπικών αρχών για τον κίνδυνο μεγάλης έκτασης βιομηχανικών ατυχημάτων. Γι' αυτό η πρωτοβουλία του ΚΚΕ με τη σημερινή εκδήλωση είναι πολύ σημαντική, καθώς συμβάλλει στην αποκάλυψη των αιτιών».
Ο Μιχάλης Σκαρβέλης ξεκίνησε λέγοντας πως «κάθε φθινόπωρο σε τούτο το κτίριο γίνεται μεγάλος κοπετός, χύνεται πολύ δάκρυ με αφορμή τις δασικές πυρκαγιές που καταστρέφουν τα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα». Αντίθετα, «σχεδόν κάθε άνοιξη - τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία - σε τούτο και σε άλλα κτίρια το ΚΚΕ προειδοποιεί για το τι θα μας προκύψει ενόψει καλοκαιριού, από τη στιγμή που συνεχίζεται η ίδια αντιδασική πολιτική».
Τόνισε ότι «η κυβέρνηση της ΝΔ έχει σημαντική ευθύνη και συμβολή σε αυτήν την καταστροφή, με την αντιδασική πολιτική που εφαρμόζει. Πολιτική - σκυτάλη που η μία κυβέρνηση δίνει στην άλλη, στη διαδικασία υλοποίησης της ίδιας διαχρονικά ασκούμενης αντιλαϊκής και αντιδασικής πολιτικής».
Στη συνέχεια απαρίθμησε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής, που διατηρούν όλες οι κυβερνήσεις: «Διατηρούν την ιδιοκτησιακή "Βαβυλωνία" στα δάση, οδηγώντας σε αποχαρακτηρισμούς δασικών εκτάσεων, σε αναγνωρίσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων κυριότητας. Για την υλοποίηση του στόχου τους αλλάζουν και ερμηνεύουν κατά το δοκούν το Σύνταγμα. Ο πρώτος νόμος για το Δασικό Κτηματολόγιο ψηφίστηκε το 1976, ακόμα όμως Δασικό Κτηματολόγιο δεν έχουμε».
«Είναι αντίθετες και υπονομεύουν την ολοκληρωμένη και ενιαία διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, την εφαρμογή μιας σύγχρονης αντιπυρικής προστασίας, με κύριο βάρος στην πρόληψη. Διευρύνουν τις ιδιωτικοποιήσεις των δασών και τις επιτρεπτές σε αυτά επεμβάσεις, κυρίως μέσω της αλλαγής χρήσης τους. "Αναδασώνουν" με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας με fast track διαδικασίες και με κρατική οικονομική ενίσχυση. Διατηρούν τον διαχωρισμό της διαχείρισης και προστασίας των δασών από την αντιπυρική προστασία. Η τεκμηριωμένα αποτυχημένη διάσπαση της πρόληψης από την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών συνεχίζεται, μαζί και η υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των εμπλεκόμενων υπηρεσιών». Για το 50% της ελληνικής γης, είπε, «διαθέτουν κατά μέσο όρο τα τελευταία 20 χρόνια κάτω από το 0,3% του κρατικού προϋπολογισμού.
Συντηρούν έναν ανεπαρκή και πεπαλαιωμένο εξοπλισμό. Το κόστος αντιμετώπισης ανεβαίνει, γιατί δίνουν βάρος στην καταστολή. Η αεροπυρόσβεση διατηρείται ως βασική τεχνική, και μάλιστα εκχωρείται σε ιδιωτικές αεροπορικές εταιρείες.
Η εκτέλεση δασικών μελετών και δασοτεχνικών έργων ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες, ο δασικός πλούτος παραχωρείται με καταστροφικό τρόπο σε ιδιωτικές δασικές βιομηχανίες, η Δασική Υπηρεσία συστηματικά απαξιώνεται και υποστελεχώνεται.
Ισχυρίζονται προκλητικά ότι οι πυρκαγιές είναι πιο καταστροφικές λόγω κλιματικών μεταβολών, όμως δεν παίρνουν κανένα ουσιαστικό πρόσθετο μέτρο, αποδεικνύοντας ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί πρόσχημα».
Και σε αυτό το σημείο τόνισε: «Το καλοκαίρι "κλαίμε" για τα δάση, φθινόπωρο - χειμώνα "θρηνούμε" για πλημμύρες».
«Εξειδικεύουν και εφαρμόζουν τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις, που αντιμετωπίζουν το περιβάλλον και τα δάση ως πεδίο επιχειρηματικής δράσης», είπε αναφερόμενος στους νόμους για τον εκσυγχρονισμό, την εκχώρηση διαχείρισης σε ξυλοβιομηχάνους, τους τουριστικούς νόμους και τον νόμο που «επιτρέπει τη δόμηση ακόμα και σε προστατευόμενες περιοχές». «Ολοι στοχεύουν στην εξασφάλιση και διεύρυνση των πεδίων κερδοφορίας στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των ομίλων».
Κλείνοντας ο Μ. Σκαρβέλης υπογράμμισε: «Στον αντίποδα προβάλλουν η διέξοδος και οι προτάσεις του ΚΚΕ, βγαλμένες μέσα από τα δεδομένα της επιστήμης, την παλαιά και σύγχρονη εμπειρία. Μπορούμε να έχουμε φυσικό περιβάλλον και σύγχρονη ανάπτυξη με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντος, όταν ο λαός επιβάλλει σαν ανάγκη τις δικές του προτεραιότητες και όχι των μονοπωλιακών ομίλων. Μπορούμε και πρέπει να διασφαλίσουμε με τον αγώνα μας ένα βιώσιμο περιβάλλον για τα παιδιά μας».
Ο Νίκος Μπόκαρης αρχικά επεσήμανε ότι η ΠΕΔΔΥ «έχει εκφράσει διαχρονικά και δημόσια την άποψή της για το θέμα των δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας, που συγκεντρώνονται σε τρεις βασικές αιτιάσεις».
Πρώτον, «στη λήψη μέτρων από την πολιτεία για τον περιορισμό του αριθμού των δασικών πυρκαγιών και των προκαλούμενων ζημιών». Δεύτερον, «στην επιχειρησιακή βελτίωση τόσο της πρόληψης όσο και της καταστολής, δεδομένου ότι η πρόληψη και η καταστολή θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενα του ίδιου σχεδιασμού». Τρίτον, «στην απαξίωση της Δασικής Υπηρεσίας και τη διάσπαση της πρόληψης από την καταστολή των δασικών πυρκαγιών, που έχει αποτύχει. Οι πολιτικές ευθύνες είναι τεράστιες».
Τόνισε ότι οι αιτιάσεις αυτές γίνονται «σε συνθήκες πεδίου, εκεί που η εικόνα είναι αποκαρδιωτική και κυρίως διαφορετική από αυτή που μεταφέρεται στα ΜΜΕ». Και πρόσθεσε ότι η ελληνική κοινωνία «βλέπει κάθε χρόνο να δαπανώνται τεράστιοι ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι για τις δασικές πυρκαγιές, ενώ από την άλλη δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα».
Ανέφερε πως «γνωρίζουμε όλοι τη γενικότερη κατάσταση της βλάστησης στην ύπαιθρο χώρα, η οποία παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης αγροτικών, δασικών και ορθοπεδικών εκτάσεων, η καύση των οποίων συμβάλλει στην ταχύτατη μετάδοση των πυρκαγιών σε παρακείμενα δάση ή ευαίσθητες οικολογικά περιοχές» και κατήγγειλε ότι «όλα αυτά αποκαλύπτουν τις σοβαρές αδυναμίες του εφαρμοζόμενου επιχειρησιακού δόγματος από το ΠΣ, αφού ουσιαστικά διασπώνται οι δυνάμεις δασοπυρόσβεσης ανάμεσα στις πόλεις, στις ανθρώπινες υποδομές και στα δάση που δεν γνωρίζουν, αφήνοντας τα τελευταία απροστάτευτα».
Για την προτεραιότητα των πυροσβεστικών δυνάμεων ο Ν. Μπόκαρης είπε: «Η κύρια προτεραιότητα αποσκοπεί στην προστασία των κατοικημένων περιοχών, στην ολική εκκένωση των κοινοτήτων και των οικισμών με τη γενικευμένη χρήση του 112, και όχι στην προσπάθεια καταστολής των πυρκαγιών μέσα στα δασικά οικοσυστήματα. Ετσι όμως τα δάση αφήνονται στην τύχη τους, ιδίως όταν οι εν εξελίξει δασικές πυρκαγιές πλησιάσουν μια κατοικημένη περιοχή».
Υπογράμμισε δε ότι «το έργο της δασοπυρόσβεσης έχει μετεξελιχθεί από ζήτημα διαχείρισης των δασών, με κύριο βάρος στην πρόληψη, σε έργο αεροπυρόσβεσης», ενώ «η δράση των πτητικών μέσων εξαρτάται από τις συνθήκες και συνήθως προκαλείται η καθήλωσή τους, με αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία του μηχανισμού».
Στη συνέχεια παρουσίασε τις προτάσεις της ΠΕΔΔΥ:
Πρώτον, «η πολιτεία θα πρέπει να επανεξετάσει τον ρόλο της Δασικής Υπηρεσίας σε σχέση με τις δασικές πυρκαγιές, με έναν νέο νόμο». Δεύτερον, «ανάπτυξη από τη Δασική Υπηρεσία του δικού της μηχανισμού - προληπτικού και κατασταλτικού - μέσα στα δάση, ώστε να συμμετέχει ισότιμα στο σύστημα πολιτικής προστασίας». Τρίτον, «αλλαγή του νόμου 2612/1998» και θέσπιση νέου πλαισίου. Τέταρτον, «αλλαγές στην ισχύουσα νομοθεσία, τομές στη διοίκηση και κυρίως προσλήψεις κρίσιμων ειδικοτήτων επιστημονικού προσωπικού». Πέμπτον, υποχρεωτική εφαρμογή κοινών επιχειρησιακών σχεδίων «με κλίμακα αναφοράς την περιοχή αρμοδιότητας κάθε Δασαρχείου».
Ακόμα, ζήτησε «να δοθεί η απαραίτητη βαρύτητα στη διαχείριση των δασών από το κράτος», «αξιοποίηση δασικών συνεταιρισμών και του υπάρχοντος αγροτικού δυναμικού», «δημιουργία ενός μοντέλου ανάπτυξης και διαχείρισης του πρωτογενούς τομέα που θα συνδέει τη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων με την τοπική κοινωνία», «λήψη μέτρων για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας» και «καθιέρωση διαδικασίας ενημέρωσης σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης για την προστασία από τις φυσικές καταστροφές».
Η Μαργαρίτα Γεωργιάδου στην ομιλία που κατέθεσε σημειώνει: «Ως ΠΟΓΕΔΥ χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία του ΚΚΕ, που με συνέπεια ανοίγει τη συζήτηση στην έναρξη της αντιπυρικής περιόδου. Οπως κάνει για τη δασοπροστασία σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, με αγωνιστικές πρωτοβουλίες, με κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις και δημόσιες τοποθετήσεις, με συμμετοχή στην κατάσβεση. Ετσι υπερασπίζεται την προστασία των δασών και του περιβάλλοντος, που είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα, και συγκρούεται με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, αποκαλύπτοντας την αιτία της καταστροφής».
Προσθέτει πως «για μια ακόμη χρονιά πάνω από τα κεφάλια μας δεν ακούγεται ο ήχος της ουσιαστικής πρόληψης, αλλά το γνώριμο σφύριγμα των εκατομμυρίων ευρώ. Εκατομμύρια που εξαγγέλλονται με στόμφο, κατευθύνονται σε απευθείας αναθέσεις, σε εργολάβους, σε αποσπασματικά έργα βιτρίνας. Την ίδια στιγμή, ο πραγματικός σκοπός - η ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων - παραμένει εκτός κάδρου. Χωρίς διαχείριση, δεν υπάρχει πρόληψη. Και χωρίς πρόληψη, οι πυρκαγιές θα συνεχίσουν να καταστρέφουν ζωές, περιβάλλον και δημόσιο πλούτο».
Η εμπειρία των δασολόγων, συνεχίζει, είναι ξεκάθαρη: «Τα δάση καταστρέφονται όταν εκχωρείται η διαχείρισή τους σε ξυλοβιομηχάνους και ξυλεμπόρους, και θα μπορούν αξιοποιώντας τον νόμο που συζητιέται στη Βουλή να αποψιλώνουν τα δάση. Νόμος που νομιμοποιεί καταπατήσεις, προβλέπει επίσης την πολεοδόμηση προστατευόμενων περιοχών, την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ακόμα και σε δάση που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα λόγω πυρκαγιάς. Δεν σώζονται με απευθείας αναθέσεις σε εργολάβους και ιδιωτικοποίηση».
Αναφερόμενη ειδικά στον πρόσφατο νόμο για την «προδιαγεγραμμένη καύση», τονίζει: «Μας παρουσιάζεται ως πρόληψη, ενώ στην πραγματικότητα είναι ομολογία αποτυχίας. Η γενίκευση της φωτιάς ως εργαλείου διαχείρισης, χωρίς ολοκληρωμένο δασικό σχεδιασμό και χωρίς ισχυρή Δασική Υπηρεσία, δεν στηρίζεται στην επιστήμη των σύνθετων μεσογειακών οικοσυστημάτων. Αντί να αντιμετωπίζεται η αιτία, εργαλειοποιούν την επιστήμη σε βάρος του περιβάλλοντος και των επιστημόνων που εργάζονται γι' αυτό».
Και καταγγέλλει ότι «η υποστελεχωμένη Δασική Υπηρεσία παραγκωνίζεται θεσμικά. Η πρόληψη μεταφέρεται σε επιτελικούς μηχανισμούς, η πολιτική ευθύνη "κατεβαίνει" στους εργαζόμενους του πεδίου, χωρίς μέσα, χωρίς κάλυψη, χωρίς σχεδιασμό. Αυτό δεν είναι αναβάθμιση - είναι συνειδητή επιλογή απαξίωσης». «Πίσω από τα μεγάλα λόγια για δεκαετή σχέδια, κρύβεται μια λογική "κόστους - οφέλους", όπου προτεραιότητα δεν έχει το δάσος ως κοινωνικό αγαθό, αλλά οι "ανθεκτικές υποδομές" και οι επενδύσεις».
Η Μ. Γεωργιάδου αποκαλύπτει ότι «κατά τη διάρκεια της ακρόασης φορέων στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της τίποτα» από όσα κατέθεσε η ΠΟΓΕΔΥ. «Δεν πέσαμε από τα σύννεφα», λέει, «αφού το ότι δεν μας αντέχει για συνομιλητές φάνηκε από το γεγονός ότι τους δασολόγους του πεδίου, τους κατ' εξοχήν αρμόδιους επιστήμονες, δεν τους επιλέγει για συνομιλητές, σε αντίθεση με κρατικοδίαιτες ΜΚΟ που είναι ομοτράπεζοι και συμβουλάτορές της».
Κλείνοντας υπογραμμίζει: «Εμείς λέμε καθαρά - η πραγματική λύση βρίσκεται στην ολοκληρωμένη διαχείριση που υπηρετεί το δάσος και την κοινωνία. Σε μια ανασυγκροτημένη, ισχυρή Δασική Υπηρεσία, με μόνιμο προσωπικό, επαρκή χρηματοδότηση και θεσμική αρμοδιότητα. Με επιστημονικά τεκμηριωμένο, μακρόπνοο σχεδιασμό. Και πρέπει με τους αγώνες μας να συμβάλουμε στο άνοιγμα του δρόμου για να εξασφαλιστούν οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ώστε με κριτήριο την προστασία των δασών και του περιβάλλοντος να φέρουμε την άνοιξη στη ζωή και στα δάση μας».