Αποκαλυπτική είναι η πρόσφατη ανάλυση της αμερικανοϊσραηλινής δεξαμενής σκέψης JINSA (Jewish Institute for National Security of America), μίας από τις πιο επιδραστικές του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ, η οποία περιγράφει με κυνισμό τη μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου σε ενεργό πολεμικό θέατρο, με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ελλάδα και Κύπρος στον πόλεμο ενάντια στο Ιράν». Το κείμενο αποτελεί «οδικό χάρτη» για την αναβάθμιση της εμπλοκής Ελλάδας και Κύπρου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ως κόμβων της αμερικανικής πολεμικής μηχανής στην περιοχή.
Το JINSA περιγράφει την Ανατολική Μεσόγειο ως «επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά» που «αποτελεί πλέον αυτόνομο επιχειρησιακό θέατρο - ένα θέατρο που υποστηρίζει τη στρατιωτική δραστηριότητα των ΗΠΑ και των συμμάχων τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή». Και προσθέτει χαρακτηριστικά: «Η Ανατολική Μεσόγειος δεν βρίσκεται πλέον στα περίχωρα της σύγκρουσης - είναι ενσωματωμένη σε αυτήν», επιβεβαιώνοντας ότι η βαθύτερη εμπλοκή της Ελλάδας και της Κύπρου στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Ισραήλ σπρώχνει τους λαούς πιο βαθιά στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Η έκθεση παραδέχεται ότι η επίθεση με drone στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι απέδειξε «ότι οι πλατφόρμες που υποστηρίζουν αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις αποτελούν νόμιμους στόχους, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση». Ωστόσο, τονίζει πως ο ρόλος της Ανατολικής Μεσογείου στην τρέχουσα σύγκρουση υπερβαίνει κατά πολύ την απορρόφηση επιθέσεων.
Γράφει συγκεκριμένα: «Εχει καταστεί το κρίσιμο σημείο μετάβασης μεταξύ της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας των ΗΠΑ και των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η Σούδα στην Κρήτη έχει επιτελέσει και τους δύο ρόλους ταυτόχρονα. Το αεροπλανοφόρο "Ford" επισκευάστηκε εκεί συνεχίζοντας παράλληλα να υποστηρίζει επιχειρήσεις. Αμερικανικές πλατφόρμες συλλογής πληροφοριών έχουν χρησιμοποιήσει τόσο τη Σούδα όσο και, σύμφωνα με πληροφορίες, το Ακρωτήρι της RAF για περιφερειακή παρακολούθηση καθ' όλη τη διάρκεια της εκστρατείας, από τη Σούδα εκτελούνται πτήσεις σηματολογικής συλλογής πληροφοριών Rivet Joint, ενώ το Ακρωτήρι φιλοξενεί κατασκοπευτικά αεροσκάφη U-2 στο πλαίσιο της μακροχρόνιας Επιχείρησης "Olive Harvest", της οποίας οι αποστολές ISR (Πληροφορίες, Επιτήρηση και Αναγνώριση) πάνω από τη Μέση Ανατολή προϋπάρχουν της τρέχουσας σύγκρουσης κατά δεκαετίες».
Η έκθεση ξεχωρίζει την τριμερή Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ ως «μια αναπτυσσόμενη εταιρική σχέση που δοκιμάζεται στη φωτιά», καθώς έχει εξελιχθεί κατά την τελευταία δεκαετία από ενεργειακή συνεργασία σε στρατιωτικό επιχειρησιακό πλαίσιο. Η αναβάθμιση αυτή σηματοδοτήθηκε με τη σύνοδο κορυφής του σχήματος «3+1» τον περασμένο Δεκέμβρη στην Ιερουσαλήμ, όπου δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στον «αμυντικό» συντονισμό, τον κοινό στρατιωτικό σχεδιασμό και τις διευρυμένες ασκήσεις, ενώ ακολούθησε και η ίδρυση κοινού Κέντρου Αριστείας για τη Θαλάσσια Κυβερνοασφάλεια στην Κύπρο.
Για την Κύπρο, τονίζεται πως «αν και διατηρεί δημοσίως στάση μη συμμετοχής, το νησί έχει καταστεί κόμβος πρώτης γραμμής στη σύγκρουση. Η επίθεση με drone στο Ακρωτήρι, οι μεταγενέστερες στρατιωτικές αναπτύξεις ευρωπαϊκών κρατών και η αυξημένη τουρκική δραστηριότητα στο νησί - συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης έξι μαχητικών αεροσκαφών F-16 - αναδεικνύουν τη στρατηγική έκθεση της Κύπρου. Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκτός ΝΑΤΟ, η Κύπρος κατέχει μια μοναδική θεσμική θέση - η οποία δημιουργεί ασάφεια στη διαχείριση κρίσεων και περιπλέκει τις διατάξεις διοίκησης και ελέγχου σε περίοδο σύγκρουσης». Η έκθεση εντοπίζει ένα κενό που ανέδειξε ο πόλεμος: Την απουσία ενός συντονιστικού πλαισίου που να ενοποιεί το αναπτυσσόμενο δίκτυο εταιρικών σχέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, διευκολύνοντας «παρατεταμένες επιχειρήσεις».
Για να «εδραιωθεί ο πολεμικός ρόλος της περιοχής σε μόνιμη αρχιτεκτονική» από τις ΗΠΑ, η έκθεση προτείνει πέντε κατευθύνσεις. Οι Αμερικανοί - αναφέρει η έκθεση - θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την Ανατολική Μεσόγειο ως ενιαίο επιχειρησιακό χώρο και όχι ως σύνορο μεταξύ στρατιωτικών διοικήσεων (EUCOM και CENTCOM). Παράλληλα, θα πρέπει να θεσμοθετήσουν το πλαίσιο «3+1» σε μια «μόνιμη αρχιτεκτονική ασφαλείας», με έναν μόνιμο μηχανισμό συντονισμού και να «θεσμοθετήσουν τακτικές επαφές σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου με ανώτερο αξιωματούχο, αρμόδιο για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο». Προτείνεται επίσης η επιτάχυνση της «Αμυντικής Ολοκλήρωσης μέσω Διαλειτουργικότητας και Συμπαραγωγής» οπλικών συστημάτων, όπως και ο επίσημος χαρακτηρισμός της Κύπρου από τις ΗΠΑ ως «προκεχωρημένου κόμβου για εφοδιασμό, πληροφορίες και έγκαιρη προειδοποίηση - κατοχυρώνοντας έτσι έναν ρόλο που ήδη επιτελεί στην πράξη».
Τέλος, η έκθεση προτείνει τη μετακίνηση δυνάμεων από «μη συνεργάσιμους συμμάχους στην περιοχή» προς την Κύπρο και την Ελλάδα, σημειώνοντας: «Η Επιχείρηση "Epic Fury" ανέδειξε σημαντικές τριβές εντός ΝΑΤΟ, καθώς αρκετοί σύμμαχοι περιόρισαν δικαιώματα υπερπτήσεων, αρνήθηκαν πρόσβαση σε βάσεις ή επέβαλαν πολιτικούς περιορισμούς στην αμερικανική στρατιωτική δραστηριότητα στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά του Ιράν. Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την επανατοποθέτηση ορισμένων ναυτικών δυνάμεων από τη ναυτική βάση Ρότα στη Σούδα, και τη μετεγκατάσταση επιλεγμένων αεροπορικών δυνάμεων από το Ιντσιρλίκ στην Τουρκία σε αξιόπιστους κόμβους όπως το Οβντα στο Ισραήλ ή το Ακρωτήρι στην Κύπρο».
Ολα τα παραπάνω δεν είναι θεωρίες και προτάσεις. Αποτυπώνουν την κατεύθυνση που ήδη χαράσσεται πάνω στη στρατηγική σχέση Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ υπό την αμερικανική ομπρέλα, η οποία έχει ενσωματωθεί και στον νόμο «Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act» που ψηφίστηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο. Επιβεβαιώνεται παράλληλα ότι η εμπλοκή της χώρας μας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν κρίνεται από το πόσο κοντά ή το πόσο μακριά από το κύριο μέτωπο επιχειρούν οι στρατιωτικές δυνάμεις - αν και η Ελλάδα έχει πυροβολαρχία στη Σ. Αραβία και φρεγάτα στην Ερυθρά.
Οπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας, η ευρωατλαντική διάταξη δυνάμεων παίρνει υπόψη όλες τις επιχειρησιακές ανάγκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου και μοιράζει ρόλους. Η ενεργότερη εμπλοκή γίνεται με κλιμάκωση κι αυτό βλέπουμε να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας αυτήν την περίοδο, δίνοντας απάντηση και σε όσους αναρωτιόνταν γιατί η κυβέρνηση - με τη στήριξη και των άλλων κομμάτων - έστειλε φρεγάτες και αεροσκάφη στην καρδιά της Ανατ. Μεσογείου.