Η αυγή του 1946 επιβεβαίωσε περίτρανα ότι οι αστικές δυνάμεις θα ενέτειναν το αιματοκύλισμα μέχρι να επιτύχουν τη συντριβή του ΚΚΕ για τη σταθεροποίηση της εξουσίας τους. Στις 15 Γενάρη, δυνάμεις της χωροφυλακής και της Εθνοφυλακής κύκλωσαν τη Νάουσα και συνέλαβαν 400 αγωνιστές του ΕΑΜ. Δολοφονίες πραγματοποιήθηκαν το ίδιο διάστημα στον Βόλο, στη Θήβα2 και αλλού. Στις 16-20 Γενάρη 1946 Χίτες δολοφόνησαν 4 στελέχη του ΕΑΜ και άλλους πολίτες. Οταν η χωροφυλακή συνέλαβε τους πρωταίτιους, εκατοντάδες οπλισμένοι παρακρατικοί εισέβαλαν στην πόλη. Φεύγοντας πήραν μαζί τους πολλούς ομήρους, από τους οποίους εκτέλεσαν πάνω από 40. Ο «Ριζοσπάστης» έκανε λόγο για «νύκτα Αγίου Βαρθολομαίου στην Καλαμάτα».3 Η κυβέρνηση κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και στη Λακωνία, αλλά αυτή η ενέργεια αποτέλεσε μόνο το πρόσχημα για να διωχθούν ακόμα περισσότεροι κομμουνιστές και ΕΑΜίτες. Την ίδια ώρα, οι αστικές δυνάμεις προετοίμαζαν τη «νομιμοποίηση» των ενεργειών τους με την πραγματοποίηση εκλογών σε κλίμα τρομοκρατίας και με νοθευμένους εκλογικούς καταλόγους.
Ο «Ριζοσπάστης» και η «Ελεύθερη Ελλάδα» (όργανο της ΚΕ του ΕΑΜ) αποτελούσαν τις εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Στο Συνέδριο της ΕΠΟΝ, που πραγματοποιήθηκε στις 13 - 19 Γενάρη 1946 στην Αθήνα, συμμετείχαν 354 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούσαν 450.000 μέλη. Την ίδια περίοδο ο ΕΡΓΑΣ (η συνδικαλιστική παράταξη που στήριζαν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ) κατακτούσε την πλειοψηφία των συνδικάτων, γεγονός που εκφράστηκε τον Μάρτη του 1946 με την κατάκτηση της πλειοψηφίας στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Παρόμοια ήταν η κατάσταση στα σωματεία των δημοσίων υπαλλήλων, στις οργανώσεις των επαγγελματιών και βιοτεχνών, ακόμα και στον ΣΕΓΑΣ.5
Μεγάλη εξακολουθούσε να είναι η επιρροή του ΚΚΕ και στους κόλπους του στρατεύματος. Οπως εκτίμησε για τη συγκεκριμένη περίοδο ο συνταγματάρχης του ΔΣΕ Αλέκος Παπαγεωργίου για τις περιοχές Αττικής, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Ηπείρου: «Τα μέλη του ΚΚΕ και οι οπαδοί που κατετάγησαν στον στρατό αποτελούσαν το 55% - 60%, δηλαδή ήταν πλειοψηφία. Εφαρμόστηκε αμέσως το τριαδικό σύστημα. Τα μέλη του ΚΚΕ αποτελούσαν την τριάδα. Κάθε μέλος της τριάδας έπρεπε να οργανώσει άλλη τριάδα. Η νέα τριάδα έπρεπε να οργανώσει τρεις καινούριες τριάδες, να οργανωθούν εννέα καινούρια μέλη κ.λπ. (...) Σε κάθε στρατιωτικό τμήμα, λόχο, τάγμα, σύνταγμα, ταξιαρχία, υπήρχε τριμελής επιτροπή, η οποία καθοδηγούσε όλη την οργάνωση. Είχαν καθοριστεί οι συγκεκριμένες αποστολές κάθε στρατιωτικής μονάδας. Μέσα σε κάθε μονάδα είχε προβλεφθεί τι έπρεπε να εξουδετερωθεί: Γραμμές τηλεφώνων, αποθήκες, διοικητές μονάδων, ποια διοικητικά κυβερνητικά κτίρια έπρεπε να χτυπηθούν κ.λπ.».6
Ανάλογα, ο Δήμος Βότσικας, ταγματάρχης Πολιτικός Επίτροπος του ΔΣΕ, σημείωνε: «Οι 21-41 και 42 Ταξιαρχίες, που είχαν την έδρα τους στην Κοζάνη, είχαν τόσες πολλές αριστερές δυνάμεις, που αν η ηγεσία του ΚΚΕ σωστά τις εκμεταλλεύονταν, θα μπορούσαν οι αντάρτες το πρώτο κιόλας εξάμηνο του 1946 να επικρατήσουν στη Θεσσαλία και στη Δυτική Μακεδονία».7 Η μεγάλη δύναμη του ΚΚΕ στον στρατό και η ύπαρξη Κομμουνιστικής Οργάνωσης Στρατού και Σωμάτων Ασφαλείας (ΚΟΣΣΑ) επιβεβαιώνονταν και από πηγές των αμερικανικών, αγγλικών και γαλλικών μυστικών υπηρεσιών.8
Στις δεδομένες συνθήκες στις αρχές του 1946, η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΚΚΕ φάνηκε να προσανατολίζεται στην έναρξη ενός νέου ένοπλου αγώνα, όπως πιστοποιούν δύο βασικές κινήσεις.
Η πρώτη αφορούσε τη στρατιωτική προετοιμασία μιας ένοπλης λαϊκής εξέγερσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οπως καταγράφεται σε έκθεση του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Γιώργη Κικίτσα (1951):
«Αρχές 1946 με προοπτική μιας γενικής ξαφνικής λαϊκής εξέγερσης είχε εκπονηθεί για την περιοχή Μακεδονίας - Θράκης σχέδιο ενέργειας. Το σχέδιο αυτό, με την επωνυμία "Χάλυψ Ι, Χάλυψ ΙΙ", καθόριζε τις διάφορες υποχρεώσεις για μια τέτοια περίπτωση στην περιοχή της Μακεδονίας - Θράκης.
Δυνατότητες για την επικράτηση μιας τέτοιας εξέγερσης τότε υπήρχαν πολλές για να κυριαρχήσουμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας».9
Σε κατοπινή του έκθεση (1956) σημείωνε και τα εξής:
«Για τη δουλειά, τη μελέτη και προετοιμασία της τέτοιας εξέγερσης, ήρθε στα τέλη 1945 στη Θεσσαλονίκη από μέρους της ηγεσίας του Κόμματος ο μόνιμος ταγματάρχης σ. Μακρίδης Θεόδωρος, αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. (...) Κανονίσαμε την ταχτική που έπρεπε να ακολουθήσουμε για την τελική κατάρτιση σχεδίου ενέργειας ως τη λεπτομέρεια.
(...) Με βάση αυτήν τη μελέτη αρχίσαμε σύντομα προετοιμασία ως τις λεπτομέρειες, σύμφωνα με το σχέδιο. Στη Θεσσαλονίκη και σε όλη την περιοχή Μακεδονίας - Θράκης ταχτοποιήθηκε ο οπλισμός που προβλεπόταν ως την τελευταία συνοικία και τομέα. Με διάφορες αφορμές, έγιναν παντού με επιτυχία δοκιμές κινητοποίησης των μαχητικών ομάδων.
Τι δυνατότητες είχαμε:
Σε ολάκερη τη χώρα, στους συλλόγους του ΕΛΑΣ ήταν εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 70.000 μαχητές και στελέχη (...).
Στα μέχρι τότε τμήματα του μοναρχοφασιστικού στρατού, τάγματα εθνοφυλακής που η συνολική δύναμη μαζί με ό,τι άλλα τμήματα, ταξιαρχία του Ρίμινι κ.λπ. έφταναν τις 45 χιλιάδες σκόρπιοι σ' όλη τη χώρα. Υπήρχαν κατά τάγματα και άλλους σχηματισμούς οργανώσεις δικές μας και το ποσοστό των δημοκρατικών φαντάρων έφτανε τα 45% - 50% (...) Στη Μακεδονία υπήρχαν 200 περίπου μόνιμοι αξιωματικοί, ανώτεροι και κατώτεροι. 350 έφεδροι αξιωματικοί (...) Υπήρχαν περισσότεροι από 400 καπεταναίοι, από καπετάνιο Ο.Μ., και μέχρι διμοιρία και 120 περίπου ανθυπολοχαγοί της σχολής του ΕΛΑΣ (...).
Σε μια τέτοια γενική εξέγερση, παίρνοντας υπόψη το ελάχιστο της επιτυχίας στην πρώτη φάση, τότε υπολογίζαμε ότι απ' την πρώτη στιγμή θα βρισκόμασταν μόνο στη Μακεδονία να κρατάμε το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου και τις περισσότερες πολιτείες. Το ελάχιστο της εξοπλισμένης δύναμης στην πρώτη φάση, μόνο στη Μακεδονία θα έφτανε τις 30.000 λαό και στρατό που θα κρατούσε τα όπλα (...). Η εξοπλισμένη δύναμη σε όλη τη χώρα στην πρώτη φάση της εξέγερσης, παίρνοντας υπόψη το ελάχιστο της επιτυχίας θα έφτανε 70 χιλιάδες. Περισσότερα από 45 χιλιάδες όπλα υπήρχαν τότε σε διάφορα σημεία της χώρας σε αποθήκες στα χέρια των οργανώσεων.
Τότε στη χώρα μας υπήρχαν αγγλικά στρατεύματα, με βάση την Αθήνα - Πειραιά - Βόλο - Θεσσαλονίκη - Πάτρα. Και σε μικρότερα αστικά κέντρα μικρά τμήματα σκόρπια στο εσωτερικό της χώρας. Συνολικά υπήρχαν δυο μεραρχίες και μια θωρακισμένη ταξιαρχία με ανάλογο πυροβολικό και αριθμό μηχανοκινήτων.
Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι θα επενέβαιναν (...) για να καταστείλουν την εξέγερση. Δεν τους ήταν όμως δυνατό να πετύχουν τίποτα άλλο από το να κρατήσουν μια ή δύο από τις κύριες βάσεις των και αυτό μόνο στην πρώτη φάση. (...) Στη Θεσσαλονίκη η εξουδετέρωση των αγγλικών τμημάτων ήταν ζήτημα ωρών, και αυτό διότι θα έπαιρναν μέρος στο χτύπημα και τμήματα του μοναρχοφασιστικού στρατού που βρίσκονταν δίπλα τους.
(...) Τελικά αυτή η απόφαση για γενική ξαφνική εξέγερση και όλη η προετοιμασία που έγινε σταμάτησε. Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν ότι τραβούσαμε για μια ομαλή δημοκρατική λύση».10
Μια προσεκτική εξέταση των συνθηκών της περιόδου καταδεικνύει ότι πέρα από τη θέληση του ΚΚΕ και τους σχεδιασμούς των στελεχών του, η προοπτική νίκης μιας γενικευμένης ένοπλης λαϊκής εξέγερσης ήταν βάσιμη. Εκτός από τη δύναμη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και την κυριαρχία τους σε κάθε μαζικό φορέα, που προαναφέρθηκε, στην κινητοποίηση των εργατικών - λαϊκών μαζών συνέβαλε καθοριστικά η βαθύτατη κρίση που σημάδευε την καπιταλιστική οικονομία. Την ίδια ώρα το αστικό πολιτικό σύστημα, επηρεασμένο και από ενδοαστικές αντιθέσεις, παρέμενε ασταθές (από τον Γενάρη έως και το φθινόπωρο του 1945 είχαν σχηματιστεί 6 κυβερνήσεις), ενώ εξαπλωνόταν η ένοπλη αντίσταση των καταδιωκόμενων ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών και χιλιάδες ακόμα επιδίωκαν να εξοπλιστούν, πεισμένοι από τη διογκούμενη τρομοκρατία ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από την ένοπλη πάλη.
Η αλλαγή του σχεδιασμού μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσα από την κατανόηση της δεύτερης προπαρασκευαστικής κίνησης του ΚΚΕ, η οποία αφορούσε την εξασφάλιση της σύμφωνης γνώμης και στήριξης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.
Τον Γενάρη του 1946 ο Μ. Παρτσαλίδης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, ως επικεφαλής αντιπροσωπείας του ΕΑΜ11επισκέφτηκε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, και συναντήθηκε στη Μόσχα με τα μέλη του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) Λ. Μπαράνοφ (υποδιευθυντή) και Πετρόφ (υπεύθυνο για τα βαλκανικά ζητήματα), έχοντας ζητήσει νωρίτερα συνάντηση με τους Στάλιν και Μόλοτοφ (υπουργό Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενωσης), η οποία δεν πραγματοποιήθηκε.
Στο υπόμνημα του Παρτσαλίδη (31 Γενάρη) προς την ηγεσία του ΠΚΚ (Μπ.) αναφερόταν μεταξύ άλλων:
«Υπάρχει η πεποίθηση πως πολύ δύσκολα μπορούμε να βγούμε από τη σημερινή κατάσταση "ειρηνικά" (...) Νομίζω πως οι συνθήκες σήμερα είναι ευνοϊκότερες από τον Δεκέμβρη του 1944 για τέτοιου είδους ενδεχόμενο:
α) Η οριστική συντριβή του χιτλερισμού ετελείωσε και η ΣΕ μπορεί να θέσει σήμερα, ήδη το έθεσε καθαρά, το ελληνικό ζήτημα.
β) Στις γειτονικές χώρες τα δημοκρατικά καθεστώτα σταθεροποιούνται. (...)
δ) Σ' όλο τον κόσμο οι συμπάθειες για το ανερχόμενο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης στην Ελλάδα είναι ζωηρές.
Φυσικά εμείς πρέπει να εκμεταλλευτούμε και την πιο ελάχιστη δυνατότητα για ειρηνική και δημοκρατική εξέλιξη. Αλλά στο μεταξύ προετοιμαζόμαστε και οργανωτικο-τεχνικά και για την άμυνα ενάντια σε πραξικοπηματική επίθεση της αντίδρασης και για το πέρασμα στην ενεργητική αντεπίθεση (...) Ο ελληνικός λαός (...) θα αναγκαστεί στο τέλος να απαντήσει με τα ίδια μέσα στη δολοφονική τρομοκρατία».12
Τόσο η χρονική στιγμή της επίσκεψης, που συμπίπτει με τις εκθέσεις Κικίτσα, όσο και η αναφορά σε «οργανωτικο-τεχνικά» μέτρα και «πέρασμα στην ενεργητική αντεπίθεση», επιβεβαιώνουν τις προπαρασκευές που αναφέρουν οι εκθέσεις Κικίτσα και καταδεικνύουν τη σύνδεσή τους με τις πρωτοβουλίες στήριξης από το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα.
Εξάλλου, και στις 5 Φλεβάρη 1946 ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ έστειλε στη Μόσχα έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ η οποία ανέφερε:
«Ανοίγονται δυο δρόμοι μπροστά στο λαϊκό - δημοκρατικό κίνημα και το Κόμμα: 1) Οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης στην αντίδραση, μετεξελισσόμενης σε ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ. Στην περίπτωση αυτή το λαϊκό κίνημα μπορεί την άνοιξη να συγκεντρώσει περίπου 40.000 ένοπλους αντάρτες και θα έχει την υποστήριξη της εργατικής τάξης και της σημαντικής μάζας των αγροτών, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη (...) 2) Συνέχιση και ενίσχυση του ΜΑΖΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ σε συνδυασμό με τη μαζική ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ (...) Σύμφωνα με δήλωση του Γενικού Γραμματέα [ΣΤΓ: Ν. Ζαχαριάδη], το Κόμμα θα ακολουθήσει τον δρόμο της σκληρής αντίστασης στην αντίδραση. Ωστόσο, για την οριστική λύση του ζητήματος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προοπτική της διεθνούς εξέλιξης και της δυνατότητας ουσιαστικής βοήθειας από την πλευρά της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων δημοκρατικών κρατών».13
Το παραπάνω απόσπασμα της έκθεσης της ΚΕ του ΚΚΕ φανέρωνε ταυτόχρονα ότι τα ανώτερα όργανα του ΚΚΕ εξαρτούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης από τη σύμφωνη γνώμη και τη στήριξη της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Ομως, στη συνάντηση με τον Παρτσαλίδη οι Σοβιετικοί εκπρόσωποι ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί όσον αφορά τη δυνατότητα ενίσχυσης του ΚΚΕ και του ΕΑΜ από την ΕΣΣΔ και τις γειτονικές χώρες.14 Πολλά χρόνια αργότερα ο Μ. Παρτσαλίδης υποστήριξε ότι απαντώντας στα ερωτήματα του ΚΚΕ, «η συμβουλή της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ [Αναφέρεται στο ΠΚΚ (μπ.), που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΣΕ] ήτανε: Τώρα να πάρετε μέρος στις εκλογές. Μετά βλέποντας και κάνοντας. [Υπογράμμιση του πρωτότυπου]. Ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης τότε, το κέντρο βάρους θα μπορούσατε να το ρίξετε πότε στις νόμιμες μορφές πάλης και πότε στον ένοπλο αγώνα».15Ανάλογα αρνητική απάντηση απέναντι στην προοπτική μιας ένοπλης εξέγερσης είχε δώσει νωρίτερα στον Παρτσαλίδη και ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚ Μ. Βρετανίας, Χάρι Πόλιτ (του οποίου η γνώμη είχε ξεχωριστή σημασία, λόγω και της παρουσίας των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα).16
Παρομοίως, στις 8 Φλεβάρη 1946 ο Μόλοτοφ, απαντώντας στο ερώτημα που έθετε η έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ, διαμήνυσε στον Ντιμιτρόφ:
«Μεταδώστε όσο το δυνατόν πιο σύντομα στους Ελληνες ότι εμείς θα τους συμβουλεύαμε να μην ακολουθήσουν τον δρόμο που οδηγεί στην ένοπλη εξέγερση, αλλά να επιδιώξουν την ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα υπέρ της δημοκρατίας σε συνδυασμό με μαζική αυτοάμυνα, όπως ήδη αναφέρατε στο τηλεγράφημά σας».17
Ετσι, τις παραμονές της 2ης Ολομέλειας οι σχεδιασμοί για ένοπλη εξέγερση δεν είχαν τη στήριξη του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η 2η Ολομέλεια ψήφισε την απόφαση της ΚΕ του ΕΑΜ και της Ομάδας των Αριστερών Φιλελεύθερων, η οποία έθετε ως προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στις εκλογές την παύση της αστικής κρατικής τρομοκρατίας, τη διάλυση και τον αφοπλισμό των παρακρατικών συμμοριών, την αμνήστευση των αγωνιστών της ΕΑΜικής Αντίστασης, τη γενική και εγγυημένη εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων, την απομάκρυνση από τον κρατικό μηχανισμό και τα σώματα ασφαλείας όλων αυτών που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και τη συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης με τη συμμετοχή των κομμάτων του ΕΑΜ.18 Αν τα προηγούμενα δεν γίνονταν δεκτά, τα κόμματα του ΕΑΜ δήλωναν ότι δεν θα λάμβαναν μέρος στις εκλογές, που θα αποτελούσαν κωμωδία.
Με αυτήν την έννοια, παρά τη συμβουλή του ΠΚΚ (μπ.), το ΚΚΕ δεν δέχτηκε να πάρει μέρος άνευ όρων στις εκλογές του Μάρτη του 1946. Πολύ περισσότερο, έθεσε όρους που δεν ήταν αναμενόμενο να γίνουν αποδεκτοί από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τους διεθνείς συμμάχους τους. Ταυτόχρονα, καταγγέλλοντας την αστική τρομοκρατία, προσδιόρισε και τον προσανατολισμό του ΚΚΕ στην ένοπλη πάλη, όταν σημείωνε:
«Ιερή, υπέρτατη και απαραβίαστη υποχρέωση για τον κάθε έλληνα πολίτη και τις λαϊκές δημοκρατικές οργανώσεις του είναι να παλέψουν με όλα τα μέσα και να δώσουν όλες τις θυσίες (...) Το καθεστώς του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου (...) ενάντια στον λαό απ' εδώ και μπρος πρέπει να γίνει απαράδεκτο και πρέπει στους εχθρούς μας να απαντήσουμε με τα ίδια σκληρά μέσα, αποφασιστικά και μέχρι τη νίκη».19
Στο ίδιο πλαίσιο, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Ολομέλειας συγκλήθηκε στρατιωτικοπολιτική σύσκεψη, στην οποία πήραν μέρος στρατιωτικοί - στελέχη του ΚΚΕ όπως ο Θ. Μακρίδης, οι Γραμματείς των Οργανώσεων Περιοχής του Κόμματος και οι Νίκος Ζαχαριάδης και Γιάννης Ιωαννίδης.
Ωστόσο, με δεδομένο ότι η 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ πραγματοποιήθηκε σε μια φάση που το εργατικό - λαϊκό κίνημα είχε σημαντικές δυνατότητες να νικήσει, οι αποφάσεις της, αν και δεν ευθυγραμμίζονταν με τις συμβουλές και τις υποδείξεις, αλλά σηματοδοτούσαν το πέρασμα στην ένοπλη πάλη, παράλληλα βρίσκονταν πίσω από τις απαιτήσεις της έγκαιρης και ολοκληρωμένα σχεδιασμένης όξυνσης της ταξικής πάλης. Μια απόφαση της 2ης Ολομέλειας που θα οδηγούσε σε έναν γενικό ξεσηκωμό θα ωρίμαζε περισσότερο τον υποκειμενικό παράγοντα, τόσο σε επίπεδο μαζών όσο και σε επίπεδο κομματικής καθοδήγησης.
Η 2η Ολομέλεια δεν πήρε τέτοια απόφαση, παρά τον συμβολισμό του χρόνου διεξαγωγής της. Συνέχισε να αντιμετωπίζει την αντάρτικη δράση ως μέσο πίεσης για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις και πρόκρινε την προοδευτική γενίκευσή της μόνο σε περίπτωση που η «ομαλή εξέλιξη» δεν επιτυγχανόταν. Ακυρώνοντας ουσιαστικά το όποιο σχέδιο οργάνωσης ένοπλης πανελλαδικής λαϊκής εξέγερσης, σε συνδυασμό με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων και μέσων για την ταυτόχρονη ανάπτυξη του μαζικού επαναστατικού αγώνα και για τη συντριπτική υπεροχή των επαναστατικών δυνάμεων πρώτα απ' όλα στις μεγάλες πόλεις, δυσχέρανε αντικειμενικά τους όρους διεξαγωγής της ένοπλης πάλης στη συνέχεια.
Οπως σημείωσε αργότερα (1950) ο Ν. Ζαχαριάδης:
«Ποια ήταν η κατάσταση το 1946; Πρώτα απ' όλα εσωτερικά (...) Συμφωνούμε όλοι ότι αντικειμενικά ήταν ώριμη, ότι εμείς έπρεπε να πάρουμε τα όπλα να πολεμήσουμε. Ενα αυτό. Επρεπε όμως, σύντροφοι, να εξετάσουμε και τους εξωτερικούς παράγοντες. Τι είχαμε εδώ; Λαϊκές Δημοκρατίες στις πλάτες μας. Ομως θ' αρχίζαμε τον αγώνα υπό αγγλική κατοχή. Κατά συνέπεια έπρεπε να υπολογίσουμε τον παράγοντα ότι δεν θα πρέπει να προκαλέσουμε τους Εγγλέζους να επέμβουν αμέσως. Θα 'πρεπε η πολιτική μας να 'ναι τέτοια, ώστε φαινομενικά να είναι αμυντική με ξεσκέπασμα της Αντίδρασης, της επίθεσης της πλουτοκρατίας, των δολοφονιών, των εχθρών του λαού, με ξεσκέπασμα της αγγλικής πολιτικής που ήταν η κύρια αιτία για την τότε κακοδαιμονία μας. Η προσπάθεια εδώ στρεφότανε στην όσο το μπορετό απομόνωση του αγγλικού παράγοντα από τα ελληνικά προβλήματα για τη δημιουργία δυνατοτήτων άμεσης ένοπλης παρεμβολής του, και προσεχτικό στήριγμα στις Λαϊκές Δημοκρατίες για ν' αρχίσουμε χτύπημα της εσωτερικής Αντίδρασης. Αυτό είχε το εξής μειονέκτημα, ότι εμείς δεν θα 'πρεπε ν' αρχίσουμε με γενική εξέγερση στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη κ.λπ., γιατί αυτό αμέσως θα προκαλούσε την ένοπλη επίθεση των Αγγλων, μα να προχωρήσουμε προσεχτικά με επιδιώξεις απομόνωσης αυτού του παράγοντα. Αυτό πάνω - κάτω κάναμε. Και στηριχτήκαμε απ' τον Βορρά κυρίως στη Γιουγκοσλαβία».20
Ενώ ορισμένα χρόνια αργότερα (στην 7η Πλατιά Ολομέλεια του 1957), και πάλι ο Ν. Ζαχαριάδης σημείωνε:
«Τι έγινε σ. στη 2η Ολομέλεια; (...) εκδηλώθηκαν οι εξής απόψεις: από τη μια μεριά έλεγαν να πάμε μόνο ειρηνικά, η άλλη άποψη των στρατιωτικών ήταν να πάμε μόνο με τα όπλα. Και η Ολομέλεια αποφάσισε παραπέρα ανάπτυξη (...) προοδευτική ανάπτυξη του κινήματος, με ενίσχυση των ομάδων των καταδιωκόμενων για το προοδευτικό πέρασμα στον παρτιζάνικο αγώνα, στην ένοπλη αντίσταση. Κι ήταν το βασικό νόημα όλης της πολιτικής σ.[ύντροφοι] να ενισχύσουμε το κίνημα το μαζικό, με την πολιτική της συμφιλίωσης και της ενότητας (...) και προώθηση της λαϊκής αντίστασης με τη δημιουργία της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας στις πόλεις, και την προώθηση των ομάδων στα βουνά (...) να δείχνουμε όπως ήταν στην πραγματικότητα, ότι αυτοί κάναν τον ένοπλο αγώνα εναντίον μας και τον κάνανε, μας σφάζανε, ότι εμείς αντιστεκόμαστε και περνάμε έτσι στον ένοπλο αγώνα».21
Οι προηγούμενες τοποθετήσεις, πέρα από το γεγονός ότι αναδεικνύουν πως η 2η Ολομέλεια, προσδοκώντας στη στήριξη της ΕΣΣΔ και των άλλων κρατών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, πήρε απόφαση για σταδιακό πέρασμα στην ένοπλη πάλη, επιβεβαιώνει επίσης ότι στο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος δεν υπήρχε ομοφωνία ως προς τη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα. Σε μεταγενέστερο κομματικό ντοκουμέντο αναφέρεται για τον Πέτρο Ρούσσο ότι στη συνεδρίαση του ΠΓ που έγινε μετά τη 2η Ολομέλεια (από την οποία απουσίαζε γιατί βρισκόταν σε αποστολή) «ακολούθησε τον Παρτσαλίδη και τη Χρύσα [Χατζηβασιλείου] στην προσπάθειά τους να τορπιλίσουν τη γραμμή του Κόμματος για τον δεύτερο ένοπλο αγώνα, προβάλλοντας μια σειρά δυσκολίες που υπήρχαν».22
Οι όποιες ταλαντεύσεις αναφορικά με τη μορφή (αυτοάμυνα ή γενική ένοπλη εξέγερση), αλλά και η εξέταση των επιλογών σε συνάρτηση με τη στάση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και κυρίως του ΠΚΚ (μπ.), αναδείκνυαν προβλήματα στη στρατηγική του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Με αυτήν την έννοια, η εξέγερση στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν ήταν τεχνικό, διπλωματικό ή στρατιωτικό ζήτημα, αλλά συνδεόταν με τη στόχευση της ένοπλης ταξικής σύγκρουσης, και ως τέτοιο ήταν κρίσιμο για τον χαρακτήρα και την έκβασή της. Η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων απέδειξε το διαχρονικό συμπέρασμα ότι η οποιαδήποτε ταλάντευση σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης, σε συνθήκες που κρίνεται το ποια τάξη θα βρίσκεται στην εξουσία, έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για το εργατικό - λαϊκό κίνημα.
Η απόφαση της 2ης Ολομέλειας εκ των πραγμάτων επέτρεψε να δουλεύει ο χρόνος υπέρ των αστικών δυνάμεων, ενώ απέτρεψε τη δυνατότητα αξιοποίησης και ένταξης στον αγώνα χιλιάδων αγωνιστών, κυρίως των πόλεων, που μαζικά σε μια πορεία διώχτηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν. Η απώλεια χιλιάδων αγωνιστών και η στερέωση των κρατικών μηχανισμών στα αστικά κέντρα συντέλεσαν καθοριστικά στο πρόβλημα έλλειψης εφεδρειών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Στα τριάμισι χρόνια της δράσης του, το μαζικό κίνημα των πόλεων δέχτηκε συντριπτικό χτύπημα και οι Οργανώσεις του Κόμματος αποσαθρώθηκαν σε μια πορεία. Ετσι, ο ένοπλος αγώνας τελικά ήταν αγώνας κυρίως μεγάλων περιοχών της υπαίθρου.
Η 2η Ολομέλεια θα φέρει πάντα την τιμή ότι ήταν αυτή που εγκαινίασε την τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, η οποία απέδειξε ότι οι όποιες υποχωρήσεις του ΚΚΕ το προηγούμενο διάστημα δεν οφείλονταν σε συνειδητό συμβιβασμό με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και θα αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα στη στρατηγική του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.
Παραπομπές:
1. Οι πραγματικές αιτίες του ελληνικού δράματος, έκδ. Τμήμα Διαφωτίσεως της ΚΕ του ΕΑΜ, Αθήνα, 1947, σελ. 8 - 9 (περιέχεται το Υπόμνημα του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ στην επιτροπή ερεύνης του ΟΗΕ).
2. «Ριζοσπάστης» 14/1/1946.
3. «Ριζοσπάστης» 24/1/1946.
4. «Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», «Ριζοσπάστης» 14-15/2/2026.
5. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμ. Β2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 103 - 105.
6. Αλέκος Παπαγεωργίου, «Εμπειρίες ένοπλων αγώνων», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2001, σελ. 369 - 370.
7. Δήμος Κ. Βότσικας, «Η Ηπειρος ξαναζώνεται τ' άρματα», Αθήνα, 1983, σελ. 95.
8. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμ. Β2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 108.
9. Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 503943.
10. Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 503697. Για μια πιο εκτεταμένη αναφορά στις εκθέσεις Κικίτσα, βλ. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, ό.π., σελ. 117 - 120.
11. Στην αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο στρατηγός Ν. Γρηγοριάδης και ο Αλκ. Λούλης (Ιορντάν Μπάεφ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 98).
12. Ρωσικό Κέντρο Διατήρησης και Μελέτης Ντοκουμέντων της Σύγχρονης Ιστορίας (Ρ.Κ.Δ.Μ.Τ.Σ.Ι.), Αρχειακή Συλλογή 17, Κατάλογος 128, Ταξινομικό Κουτί 889, Σύντομο σημείωμα για μερικά ζητήματα της δράσης του ΚΚΕ, 31/1/1946, σελ. 44 - 49 (Ελληνικά, χειρόγραφο), όπως παρατίθεται στο: Ιωάννα Παπαθανασίου, «Προς τη Μόσχα με συντροφικούς χαιρετισμούς», «Δεκαπενθήμερος Πολίτης», τεύχ. 29, 12/1996, σελ. 32.
13. CDA - CPA, F. 1, Op. 7, Ath. Ed., όπως παρατίθεται στο: Βασίλης Κόντης - Σπυρίδων Σφέτας (επιμ.), «Εμφύλιος πόλεμος. Εγγραφα από τα Γιουγκοσλαβικά και Βουλγαρικά Αρχεία», εκδ. «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 174 - 175. Βλ. και Ιορντάν Μπάεφ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 100 - 101.
14. Ιορντάν Μπάεφ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 99.
15. Μήτσος Παρτσαλίδης, «Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης», εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 1978, σελ. 199.
16. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμ. Β2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 122.
17. MAE, Archives Diplomatiques, Serie Z, Carton 68, Dossier 1, τ. 27, σελ. 21, όπως παρατίθεται στο: Ιορντάν Μπάεφ, ό.π., σελ. 101 - 102.
18. «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 176.
19. «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 178.
20. Νίκος Ζαχαριάδης, «Δέκα χρόνια πάλης. Συμπεράσματα - Διδάγματα - Καθήκοντα», στο: Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 602.
21. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (18-24 Φλεβάρη 1957). Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 233-234.
22. Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 53970, ΠΕΤΡΟΣ ΡΟΥΣΟΣ (Πώς τον βλέπει η ΚΕ του ΚΚΕ, 12/3/1952).
Σήμερα ο «Ριζοσπάστης» εγκαινιάζει μια νέα ενότητα στην ύλη του αφιερωμένη στα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (1946 - 2026). Στην ενότητα αυτή, σε καθημερινά και σαββατοκυριακάτικα φύλλα, θα φιλοξενείται αρθρογραφία και θα παρουσιάζεται πλούσιο υλικό από το Αρχείο του ΚΚΕ για την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα.