Πρόκειται φυσικά για τη σταθερά παρούσα πάλη των τάξεων, την ταξική θεώρηση των πραγμάτων, τη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ετούτο το τελευταίο θα ήθελε να τονίσει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, αλλάζοντας την επιγραμματική ονομασία της περιόδου.
Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος. Η χρήση του ταξικού ως πρόσχημα για την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου - ελάχιστα ταξικού: Για την «προσαρμογή» της Ιστορίας του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου στη χώρα μας στην κατεύθυνση της βελτίωσης της εικόνας της γερμανικής κατοχής πρόκειται. Πραγματικά, στον παγκόσμιο πόλεμο, μαίνεται ο ταξικός αγώνας και στη μεγάλη διάσταση - σύγκρουση με τη Σοβιετική Ενωση - και στη μικρή, μέσα σε κάθε εμπλεκόμενη κοινωνία.
Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν το γερμανικό, ιταλικό και βουλγαρικό καπιταλιστικό κράτος και οι στρατοί τους. Αυτοί που κατέκτησαν, λεηλάτησαν και μάτωσαν την Ελλάδα. Ας δούμε όμως τον τρόπο με τον οποίο το ταξικό πρόσχημα στρεβλώνει, ώστε να εξυπηρετήσει τον επιζητούμενο στόχο: Την άμβλυνση του χαρακτήρα και των εντυπώσεων που δημιούργησε η γερμανική ιδιαίτερα κατοχή στην Ελλάδα.
Οι κοινωνικές συγκρούσεις, δηλαδή, δεν αφορούν ούτε την εργασία ούτε το κεφάλαιο και περιορίζονται σε «ιδεολογικό χαρακτήρα». Το περίβλημα - η «ιδεολογία» και ο εθνικοσοσιαλισμός -, δίνουν ένα ερμηνευτικό σχήμα όπου απουσιάζουν τα ουσιαστικά: Οι λειτουργίες του καπιταλισμού δηλαδή και η σύνδεση του πολέμου με την κρίση, τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος. Η φυλετική θεωρία, λόγου χάρη, αποσυνδέεται από την επιδίωξη της μέγιστης εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού (ένα είδος «εσωτερικού αποικισμού») και αποκτά αποκλειστικά «ιδεολογική» χροιά. Και αυτό παρά την ύπαρξη πλήθους μελετών στη διεθνή βιβλιογραφία που αναδεικνύουν τη σχέση καπιταλισμού και ναζισμού.
Το πρώτο αυτό βήμα διευκολύνει τη συνέχεια. Οι «θέσεις» του κου Χαραλαμπίδη επικεντρώνονται στο «ηθικό». Και μέσω αυτού προσδιορίζονται οι στόχοι: «...Είναι πάντως ανατριχιαστικό να ακούς ότι οι Γερμανοί σκότωναν και βασάνιζαν γιατί τουλάχιστον είχαν έναν "σκοπό" (μέσα σε χίλια εισαγωγικά): να πάρουν πληροφορίες.
Οι Ελληνες όμως το έκαναν και για να ικανοποιήσουν μια άρρωστη επιθυμία για εξουσία και χρήμα...».3 Και ακόμα: «Γιατί όπως βλέπουμε από τις πηγές, σε όλες τις επιχειρήσεις που έγιναν κυρίως τον τελευταίο και πιο αιματηρό χρόνο της Kατοχής, πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας με την εποπτική παρουσία των γερμανικών δυνάμεων, ενώ υπήρχαν και επιχειρήσεις, μπλόκα, μάχες, έφοδοι που έγιναν αποκλειστικά και μόνο από ελληνικές δυνάμεις...».4
Τα παραπάνω δεν ακυρώνουν φυσικά τις δολοφονικές διαθέσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής και άλλων «ελληνικών» σχηματισμών. Να θυμίσουμε όμως ότι οι σχηματισμοί αυτοί έδρασαν συμπληρωματικά των γερμανικών κατασταλτικών δυνάμεων και πάντοτε κάτω από τις διαταγές του γερμανικού στρατού. Αυτό δεν τους εμπόδιζε να είναι εγκληματικοί, δολοφονικοί σχηματισμοί, ούτε και να λειτουργούν με τη σύμφωνη γνώμη των αστικών δυνάμεων και το βλέμμα στραμμένο στη μεταπολεμική σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας και άρα στην εξολόθρευση του εσωτερικού κομμουνιστικού κινδύνου. Καθ' υπόδειξη και εντολή των κυρίων τους...
Τα SS αντιθέτως, όπως τονίζει, εφάρμοζαν την τακτική των αντιποίνων. «Για οποιαδήποτε αντιστασιακή ενέργεια, έπαιρναν από τη μεγάλη δεξαμενή κρατουμένων που είχαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, που ήταν υπό τη διοίκηση των SS και τους μετέφεραν προς εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής...».5
Με απλά λόγια ο γερμανικός στρατός και η γερμανική κατοχική διοίκηση ουδεμία ευθύνη φέρουν για τα εγκλήματα. Ευθύνονται τα Ες Ες. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για αβλεψία ή για κάτι άλλο. Πάντως με τον τρόπο που δίνονται μεταθέτουν τις ευθύνες των γερμανικών εγκλημάτων στα Ες Ες και απαλλάσσουν της ευθύνης τον τακτικό γερμανικό στρατό και, ως εκ τούτου, το γερμανικό κράτος. Στην πραγματικότητα οι μαζικές εκτελέσεις είναι - με την εξαίρεση του Διστόμου - έργο του τακτικού στρατού (Βέρμαχτ) και όχι τμημάτων των Ες Ες. Τα παραδείγματα που πιο πάνω αναφέραμε το βεβαιώνουν. Μόνο στο Δίστομο εμπλέκονται μονάδες Ες Ες.
Η γερμανική κυβέρνηση κάνει μεγάλες προσπάθειες σε ολόκληρη την Ευρώπη και στη χώρα μας να αποδώσει τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε ο γερμανικός στρατός σε προσωπικές «εκτροπές» διοικητών ή σε «ειδικές μονάδες» του ναζιστικού κόμματος (όπως τα Ες Ες). Εύλογα κάτι τέτοιο αποσκοπεί στην απενεχοποίηση της Γερμανίας και στην αποφυγή των εκπορευόμενων υποχρεώσεων, όπως είναι η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων. Δεν βλέπω κανέναν λόγο να συνδράμουμε εμείς στην Ελλάδα τέτοιου είδους προθέσεις.
Αλλά και στα ελληνικά πράγματα. Δεν είναι το «καθεστώς Μεταξά» που προσεκτικά παρέδωσε τους κομμουνιστές κρατούμενους στις γερμανικές δυνάμεις. Ο Μεταξάς είχε πεθάνει τέσσερις μήνες νωρίτερα αλλά το καπιταλιστικό κράτος, οι αστικές δυνάμεις είχαν «συνέχεια». Ο φιλελεύθερος Εμμανουήλ Τσουδερός ήταν ο πρωθυπουργός του βασιλιά τη στιγμή της παράδοσης. Και το νομικό πλαίσιο που κρατούσε δέσμιους τους κομμουνιστές διαμορφώθηκε από τις αστικές, δήθεν «δημοκρατικές», κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου.
Η ακύρωση και εξαφάνιση της Αντίστασης είναι το ζητούμενο από το αστικό κράτος. Από εκεί προκύπτει το «ενδιαφέρον» του. Ούτε στον Αγνωστο Στρατιώτη αναφέρεται τίποτε για την Εθνική Αντίσταση, ούτε στο μνημείο των «πεσόντων του Γένους» του ΓΕΕΘΑ. Αντίθετα, εκεί μνημονεύονται τα ονόματα στελεχών των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το αστικό κράτος πρωτοστατεί στην εξαφάνιση των όποιων μνημείων της Αντίστασης εκεί όπου υπάρχουν.
Πριν από λίγο καιρό ήταν οι τάφοι στο Γεντί Κουλέ. Ενθουσιάστηκε τότε το αστικό κράτος! Τόσο που ανέθεσε στην Αστυνομία να κλείσει όπως όπως την υπόθεση. Τώρα είναι οι φωτογραφίες της εκτέλεσης των διακοσίων. Πάλι για κομμουνιστές πρόκειται. Αρα πρέπει να παρέμβει το αστικό κράτος. Η καλύτερη μέθοδος επέμβασης είναι ένα κρατικό μουσείο Εθνικής Αντίστασης. Οπου θα υπάρχει ολίγο ΕΑΜ, ίσως και ελάχιστο ΚΚΕ. Κάτι από ΕΛΑΣ, κάτι από ΕΠΟΝ, ίσως κάτι περισσότερο από ΟΠΛΑ. Και δίπλα και ισότιμα θα εκθειάζονται οι Τιτάνες της Εθνικής Αντίστασης: ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ, ΠΕΑΝ, ίσως και Χ. Ενα μουσείο «συμφιλίωσης», όπως αυτό στους Κορυσχάδες.
Ιδού λοιπόν το ζητούμενο. Να «εκτελεστούν» ακόμα μια φορά οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής. Να τοποθετηθούν οι φωτογραφίες τους δίπλα σε εκείνες των δημίων τους, των εχθρών τους. Να ευτελιστούν οι ιδέες τους και ο αγώνας τους ταυτιζόμενες με εκείνες του Ζέρβα, του Γρίβα και των ομοίων τους.
Το βασικό είναι να μη φτάσουν οι φωτογραφίες εκεί όπου ανήκουν.
Στον ελληνικό λαό και στο ΚΚΕ.
Παραπομπές:
1. Χαραλαμπίδης Μενέλαος, «Οι Δωσίλογοι», Εισαγωγή, ειδικά σ. 19.
2. «Οι δωσίλογοι», Εισαγωγή, σ. 22
4. Στο ίδιο