Το β' μέρος του αφιερώματος στη Δανάη Στρατηγοπούλου, 113 χρόνια από τη γέννησή της
Με τον Πάμπλο Νερούδα |
Δ.: Ναι, αλλά ήθελα μόνο σοβαρά πράγματα και λίγα. Δεν ήθελα πολλά.
Σ.: Υπάρχει ένα τραγούδι που για σένα έπαιξε μοιραίο ρόλο. Τι είχε συμβεί με τη «Σαμιώτισσα» και με την Γκεστάπο;
Δ.: Θα σου πω την ιστορία. Είχανε πέσει Αγγλοι και Ελληνες κομάντος στη Σάμο και ένα βράδυ ακούμε μέσα στη μαύρη κατοχή, «παμ παμ παμ παμ - εδώ Λονδίνον, καλησπέρα σας. Αγγλοι και Ελληνες κομάντος έπεσαν στη Σάμο». Τ' ακούω εγώ και λέω, κάτι πρέπει να κάνω, και αποφασίζω, όταν ξημέρωσε η μέρα του Θεού, να τραγουδήσω το βράδυ στο Αλσος του Πεδίου του Αρεως, όπου εργαζόμουν, την «Σαμιώτισσα». Λέω, να τα ξυπνήσω λίγο τα πατριωτάκια, να τα εμψυχώσω. Και το βράδυ το τραγουδάω, χωρίς να υπολογίζω ότι κάποιοι πονηροί και κακοί άνθρωποι ήταν τριγύρω και περιμένανε να προδώσουν.
Σ.: Ρουφιάνοι εννοείτε, καταδότες, ας πούμε και τις λέξεις.
Δ.: Ε, ναι. «Θα σας πω ένα τραγουδάκι που το λατρεύετε», τους είπα, προσθέτοντας: «...που από χθες το βράδυ το 'χετε πιο πολύ αγαπήσει». Τι ήτανε να το αρχίσω; Χειροκροτούσαν 10 λεπτά με το ρολόι. «Σας παρακαλώ, μη», έλεγα, «θα με κάψετε».
Σ.: Οπως και σας έκαψαν.
Δ.: Ηρθαν και με πιάσανε. Πήγα και φυλακή και τα λοιπά και τα λοιπά.
Εκεί σταμάτησε τη διήγηση. Δεν μου είπε ότι τη συνέλαβαν «με την κατηγορία της υποδαύλισης επαναστατικών διαθέσεων». Ούτε μου είπε λεπτομέρειες της φυλακής και της καταδίωξης μετά. Γιατί δεν κυνηγήθηκε μόνο από τους Γερμανούς. Κυνηγήθηκε και μετά. Δηλαδή, η «κανονικότητα» που ακολούθησε δεν ήταν κανονικότητα.
Και εδώ έρχεται ένα από τα πιο σκοτεινά - και αποκαλυπτικά - επεισόδια, που πολλοί αγνοούν. Ενα βράδυ, στο «Αλσος», την κατεβάζει κάτω «μια παρακρατική οργάνωση με τα πολυβόλα». Ευθεία τρομοκρατία. «Εσύ είσαι Βουλγάρα, δεν πρέπει να τραγουδάς στην Ελλάδα», της λένε. Η φράση στάζει δηλητήριο, κατασκευή «εχθρού», συκοφαντία, φίμωση. Η ίδια το περιγράφει έτσι: «Με έκοψαν από το ραδιόφωνο, με έκοψαν από παντού». Ετσι «τιμώρησε» το σύστημα μια φωνή όταν έγινε επικίνδυνη, δεν την αντιπάλεψε στα ίσα, τη χτύπησε με αποκλεισμό.
Σ.: Επίτρεψέ μου να ρωτήσω την κόρη σου, τι είδους μαμά είσαι...
Λήδα: Δεν είναι ο συνηθισμένος οικογενειακός τύπος της μαμάς. Η Δανάη ήταν και είναι μαμά όλων, με την έννοια της δασκάλας, της μαμάς του ελληνικού τραγουδιού αν θες. Πάντα ζούσαμε εντελώς μποέμ. Ηταν όμως πολύ σπουδαία αυτά τα πράγματα που μάθαινε κανείς κοντά στην Δανάη, που ειδικά εκείνη την εποχή ήταν πολύ δύσκολο να τα συναντήσεις.
Και δεν είναι και άνθρωπος των μεγάλων λόγων. Απεχθάνεται τα εγωιστικά και τα υπερφίαλα. Κι αυτά που λέμε τώρα δεν της αρέσουν και πολύ, όπως «θρύλος Δανάη», «η μεγάλη Δανάη» κ.λπ. Αυτά τα απεχθάνεται. Είναι αυστηρή.
Σ.: Σ' αυτόν τον τομέα;
Λ.: Γενικότερα.
Δ.: Ναι, είμαι μια πολύ αυστηρή επαναστάτρια.
Σ.: Παλαιού τύπου δηλαδή. Αρα η σωστή, η κλασική επαναστάτρια. Και μάλιστα με 59 βιβλία!
Δ.: Και τώρα γράφω το 60ό βιβλίο. Να σου εξομολογηθώ κάτι; Εγώ τραγούδησα μόνο για το μεροκάματο. Είχα σπουδάσει κλασικό τραγούδι και ήθελα να κάνω άλλου είδους καριέρα. Το τραγούδι αυτό ήταν μόνο για να ζήσω.Τραγούδαγα για να ζήσω και για να μπορώ να γράφω. Δεν τραγούδαγα για να τραγουδάω.
Σ.: Απίστευτο! 60 βιβλία λοιπόν, και χιλιάδες τραγούδια; Πόσες επιτυχίες...
Δ.: Πάνω από 100 δίσκους έχω βγάλει. 100 ηχογραφημένα τραγούδια. Αλλά έχω τραγουδήσει κάτι φοβερά ρεπερτόρια. Πρώτα πρώτα, σε πόσες γλώσσες, και κινέζικα και γιαπωνέζικα και αρμένικα και τουρκικά. Τραγούδησα σχεδόν σε όλες τις γλώσσες.
Δ.: Δύσκολη ερώτηση. Αυτό είναι καθαρά προσωπικό θέμα. Οταν δεν ξέρεις τη γλώσσα και δεν σε πολυβοηθάει η μελωδία, δεν μπορείς να αποδώσεις τον έρωτα. Αλλά όταν ξέρεις τη γλώσσα, ξέρεις το πώς θα δώσεις πιο γλυκά κάθε νότα και πού θα λιώσει, τότε πετυχαίνει.
Το 1965 ανοίγει άλλο κεφάλαιο: Χιλή. Εκεί η Δανάη δεν πάει ως «σταρ». Πάει ως επαναστάτρια που διψά για γνώση, λαογραφία, πολιτισμό των λαών. Γνωρίζει τον Πάμπλο Νερούδα και το βλέμμα της αλλάζει κλίμακα. Τον θαυμάζει όχι ως «διάσημο ποιητή», αλλά ως ποιητή των αδικημένων. Τον αποκαλεί «Ομηρο του 20ού αιώνα» και τον περιγράφει με λέξεις που είναι σχεδόν πολιτική διακήρυξη: «Ταυτίστηκε με τον κόσμο της δουλειάς και όχι με λόγια». Και η πιο συγκλονιστική διατύπωση: «Η ποίησή του δεν είναι καμωμένη από λόγια, αλλά από έργα... Το βλέπεις, το πιάνεις στη χούφτα σου». Να λοιπόν γιατί η Δανάη μετέφραζε Νερούδα.
Υπάρχουν και «άγνωστα» για πολλούς επεισόδια της χιλιανής της περιόδου, που δείχνουν το εύρος της δράσης της. Τελειοποιεί τα Ισπανικά σε μήνες, βοηθά τον Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέ να μεταφράσει στα Ισπανικά την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, κάνει συναυλίες σε Χιλή, Αργεντινή, Περού, συμμετέχει σε ερευνητική αποστολή στη Γη του Πυρός και ασχολείται με λαογραφία. Χρόνια ολόκληρα, με δουλειά, με επιστήμη και με πολιτιστική διπλωματία από τα κάτω.
Και μετά, η χούντα του 1967. Η Δανάη επιλέγει αυτοεξορία στη Χιλή για έξι χρόνια. Εκεί διορίζεται τακτική καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο και διδάσκει στα Ισπανικά «Ελληνική Λαογραφία και Δημοτική Ποίηση». Σκεφτείτε το, μια γυναίκα που την «έκοψαν» από παντού στην Ελλάδα, να διδάσκει ελληνική ψυχή στην άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό είναι η εκδίκηση της αξιοπρέπειας.
Σ' εκείνα τα χρόνια μεταφράζει το «Κάντο Χενεράλ» σε 11 τόμους. Ενας άθλος.
Και έπειτα ζει από κοντά την εποχή του Αλιέντε. «Η συγκίνησή μου δεν περιγράφεται. Ελάτε να δείτε τι έχουμε καταφέρει στη Χιλή», γράφει. Και η ίδια, σε μια μεγάλη εκδήλωση, είναι «η επίσημη διερμηνέας στα Ισπανικά». Αυτή η λεπτομέρεια δείχνει κάτι βαθύτερο, η Δανάη γίνεται γέφυρα. Γέφυρα πολιτισμού, αγώνων, λαών.
Οταν έρχεται ο Πινοσέτ. Τα τανκς δεν ισοπεδώνουν μόνο θεσμούς. Ισοπεδώνουν όνειρα. «Η Χιλή» - λέει - «έγινε η δεύτερη πατρίδα μου, έως την ώρα που κι εκεί τα τανκς ισοπέδωσαν και αυτήν και τον Νερούδα».
Οι τιμές που παίρνει - το παράσημο Orden Libertador Bernardo O'Higgins από τη Χιλή, το Μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης, το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών - έχουν νόημα μόνο αν τις δεις ως αναγνώριση μιας ζωής που δεν εξαγοράστηκε. Η Δανάη ήταν «πάντα ανήσυχη και ασυμβίβαστη». Και η σχέση της με το λαϊκό κίνημα, με τους αγώνες για το δίκιο, δεν ήταν «επετειακή». Ηταν τρόπος ύπαρξης. Ηταν μια γυναίκα που έκανε την κιθάρα «όργανο πολέμου», που μετέτρεπε το τραγούδι σε κάλεσμα αξιοπρέπειας.
Την είχα ρωτήσει τότε:
Σ.: Δανάη, έχεις πει για τον Πάμπλο Νερούδα ότι εκτός από σπουδαία προσωπικότητα ήταν και ένας ερωτικός άνδρας.
Δ.: Ναι. Ηταν τρομερό. Τον λάτρευαν οι γυναίκες.
Σ.: Κι εσύ τον λάτρευες.
Δ.: Ε, βέβαια. Ηταν πολύ φίλος.
Σ.: Μόνο φίλος;
Δ.: Φρόντισα να μην τον ερωτευτώ, γιατί υπήρχε η Ματίλντ. Αν δεν υπήρχε, θα μπορούσα να τον είχα ερωτευτεί.
Σ.: Αρα είχε δίκιο που σας ζήλευε λίγο εκείνη.
Δ.: Ζήλευε πολύ η γυναίκα του, όλες τις γυναίκες όμως.
Σ.: Είναι αλήθεια, Δανάη, ότι πήρες ένα ποίημα του Νερούδα και έβαλες σκοπό τσάμικο;
Δ.: Ναι. Κι έτσι πάντρεψα Χιλή και Ελλάδα. Και σ' ένα ποίημα χιλιανό έδωσα ρυθμό τσάμικο. Ο,τι πιο ελληνικό υπάρχει δηλαδή. Να σου πω κάτι, Σεμίνα; Ενωσα αυτές τις δύο χώρες. Είμαι η Ελλάδα στη Χιλή και η Χιλή στην Ελλάδα. Αυτό το λένε όλοι και το δέχομαι.
Σ.: Τώρα το 24ωρό σου πώς είναι; Τι κάνεις ξυπνώντας το πρωί;
Δ.: Γράφω και διαβάζω.
Λήδα: Παίζει και μπιρίμπα.
Σ.: Βόλτες στη θάλασσα κάνεις;
Δ.: Τώρα τον χειμώνα, όχι. Αλλά κάθε καλοκαίρι μαζεύω βότσαλα. Κάποτε είχα κάνει και έκθεση από βότσαλα που τα ζωγράφιζα. Θα ξαναρχίσω πάλι...