Eurokinissi |
Στο επίκεντρο της χτεσινής σύσκεψης (βλέπε αναλυτικότερα σελ. 23) βρέθηκε η συζήτηση για την παραπέρα «ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς» με άρση εσωτερικών εμποδίων - που σηματοδοτεί νέα «μνημόνια διαρκείας» για τους λαούς, την «αναβάθμιση» την εταιρειών της ΕΕ με εξαγορές και δανεισμό στις μικρότερες και μέτρα συγκέντρωσης για «να αναβαθμίσουμε τις μεγάλες εταιρείες μας, επειδή χρειαζόμαστε ισχυρές εταιρείες για να ανταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά», όπως έλεγε ο Α. Κόστα, «προληπτική» εμπορική πολιτική με κυρώσεις απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, επιδοτήσεις και «θέσπιση κανόνων που θα επιτρέπουν την προτιμησιακή μεταχείριση των ευρωπαϊκών εταιρειών σε συγκεκριμένους στρατηγικούς τομείς», όπως και «κινητοποίηση των αποταμιεύσεων» για «δημόσιες επενδύσεις», βάζοντας χέρι στη λαϊκή αποταμίευση για να τραφεί η καπιταλιστική οικονομία και η πολεμική προετοιμασία. Βρέθηκε ακόμη το ζήτημα του «ευνοϊκότερου κανονιστικού περιβάλλοντος στις επιχειρήσεις της ΕΕ», μεταξύ άλλων και με τη δημιουργία του περιβόητου «28ου καθεστώτος», που θα επιτρέπει στις εταιρείες να λειτουργούν σε ολόκληρη την ΕΕ βάσει ενός ενιαίου συνόλου κανόνων, βασικά δίνοντάς τους τη δυνατότητα να φτάσουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης σε νέα επίπεδα.
Σε αυτό το φόντο κινήθηκε και η παρουσία Μητσοτάκη, ο οποίος προσερχόμενος στη σύσκεψη παρουσίασε το φαρμάκι για φάρμακο, λέγοντας ότι η ΕΕ «πρέπει να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της εάν θέλει να υποστηρίξει το κοινωνικό της μοντέλο, να επενδύσει στην άμυνα και να θωρακιστεί απέναντι στην κλιματική κρίση», ενώ ακριβώς αυτό το μοντέλο πετσοκόβει, προκειμένου να θρέψει τους επιχειρηματικούς της ομίλους και να επιταχύνει την προπαρασκευή της για πόλεμο.
Αλλωστε, μπρος στην ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για αυτά τα μέτρα, κάλεσε σε κινήσεις ενσωμάτωσης των λαών στους στόχους του κεφαλαίου, τονίζοντας ότι «η ανταγωνιστικότητα από μόνη της είναι μία αρκετά αφηρημένη έννοια αν δεν συνδυαστεί με περισσότερες και καλύτερα πληρωμένες δουλειές και κυρίως με καλύτερες και χαμηλότερες τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά, για να αντιμετωπίσουμε την κρίση ακρίβειας. Αν δεν συμβούν, λοιπόν, αυτά, θα είναι δύσκολο να έχουμε και την κοινωνική στήριξη η οποία είναι απαραίτητη για τις κρίσιμες αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να ληφθούν από εδώ και στο εξής», είπε, επαναλαμβάνοντας τις αστειότητες που χρεοκοπούν ξανά και ξανά περί «καπιταλιστικής ανάπτυξης για όλους».
Στο ίδιο φόντο, και έχοντας κατά νου τις γκρίνιες που του εκφράζουν ντόπιοι μεγαλοεπιχειρηματίες, εστίασε ειδικά στα «ζητήματα της αγοράς Ενέργειας», επιμένοντας ότι «η αγορά Ενέργειας στην ΕΕ δεν λειτουργεί ικανοποιητικά» και ότι «χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενοποίηση στην αγορά Ενέργειας, έτσι ώστε τελικά να έχουμε χαμηλότερες τιμές Ενέργειας ευρωπαϊκά, και για τους Ευρωπαίους καταναλωτές αλλά και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις».
Σημειωτέον, πριν από την έναρξη της άτυπης Συνόδου ο Μητσοτάκης συμμετείχε σε συνάντηση ηγετών που οργάνωσαν η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο με ζητούμενο την «επίτευξη προόδου στην ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς», την «ενίσχυση διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών», την «ανθεκτικότητα εφοδιαστικών αλυσίδων στις κρίσιμες πρώτες ύλες» και την «ένωση κεφαλαιαγορών».
Εξάλλου, καθώς η όλη υπόθεση μυρίζει «ψητό» για το κεφάλαιο καταγράφεται σωρεία παρεμβάσεων, όπως αυτή της Ενωσης Ελληνικών Ναυπηγείων, η οποία σε ανακοίνωσή της «με αφορμή τον ευρωπαϊκό διάλογο για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ» «επισημαίνει τον κομβικό ρόλο του ναυπηγικού, ναυπηγοεπισκευαστικού και παραναυτιλιακού οικοσυστήματος για την οικονομική ασφάλεια και τη βιομηχανική επάρκεια της Ευρώπης», τονίζει ότι «η διατήρηση και η ενίσχυση αυτού του οικοσυστήματος συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα της Ευρώπης να διασφαλίσει στρατηγική αυτονομία σε κρίσιμες υποδομές, τεχνολογίες και υπηρεσίες που σχετίζονται με τη θάλασσα», για να βάλει θέμα ότι «παρά τη σημασία του, ο κλάδος αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις, ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό και ασύμμετρες κρατικές ενισχύσεις εκτός ΕΕ, υψηλό ενεργειακό κόστος, σύνθετο και συχνά κατακερματισμένο κανονιστικό πλαίσιο, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και αυξημένες απαιτήσεις που απορρέουν από την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση», ζητώντας στο τέλος «αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων» με «συνεκτικές ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές που θα ενισχύουν την παραγωγική βάση, θα διασφαλίζουν σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον και θα κινητοποιούν επενδύσεις σε υποδομές, έρευνα, καινοτομία και ανθρώπινο δυναμικό».
Σε αντίστοιχο ύφος τοποθέτηση του προέδρου του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), ο οποίος ζήτησε σύσταση Γενικής Γραμματείας ή υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας, καθώς όπως σχολίασε «δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τα δισεκατομμύρια των ελληνικών προγραμμάτων με την κοσμογονία στα ευρωπαϊκά έτσι όπως είμαστε σήμερα. Θέλουμε θεσμική μνήμη, θέλουμε οργάνωση». Τόνισε ταυτόχρονα ότι «η άμυνα δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή πολιτική επιλογή, αλλά έναν κεντρικό πυλώνα στρατηγικής, οικονομικής και βιομηχανικής ισχύος».
Σε αυτό το μοτίβο ολοκληρώθηκε και η διήμερη παρουσία του υπουργού Αμυνας Ν. Δένδια στις Βρυξέλλες, όπου προχθές μετείχε στην υπουργική σύνοδο της ΕΕ και χθες του ΝΑΤΟ. Χαρακτηριστικά, βάζοντας ως βάση της συζήτησης «την ανάπτυξη των δυνατοτήτων μας στο ΝΑΤΟ, όπως και χθες (σ.σ. προχθές) στην ΕΕ, για την ανάπτυξη της αμυντικής μας παραγωγής, για τη δημιουργία νέων δυνατοτήτων», ενημέρωσε τους ομολόγους του για τον περιλάλητο εκσυγχρονισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, μέσω της υλοποίησης της «Ατζέντας 2030», το ΕΛΚΑΚ και την «Ασπίδα του Αχιλλέα», που συνεπάγονται πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα, τροφή στα μονοπώλια.
Την απόσυρσή του ζήτησε το ΚΚΕ
Eurokinissi |
Παρότι το νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως βήμα στην πρόληψη και αντιμετώπιση των πυρκαγιών, σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες προστασίας των δασών, αλλά υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων. Μάλιστα η κυβέρνηση μέσω του συγκεκριμένου νομοσχεδίου προχωρά στην παραπέρα διάσπαση της πρόληψης από την καταστολή, αφού εντάσσει στις αρμοδιότητες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας σχεδόν το σύνολο της πρόληψης, αποκόπτοντάς την από την ολοκληρωμένη διαχείριση των δασών.
Επίσης, το νομοσχέδιο κινείται στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας της Ελλάδας και της υλοποίησης των σχετικών αποφάσεων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Την απόσυρση του νομοσχεδίου απαίτησε η ειδική αγορήτρια του Κόμματος Διαμάντω Μανωλάκου, τονίζοντας ότι το ΚΚΕ θα το καταψηφίσει γιατί εντάσσεται στην πολεμική προετοιμασία και σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζει την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αντιπυρικής προστασίας με επίκεντρο την πρόληψη.
«Αντί για την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση του Πυροσβεστικού Σώματος, με αποχαρακτηρισμό του από Σώμα Ασφαλείας, προωθείται η παραπέρα στρατιωτικοποίησή του, δηλαδή η προετοιμασία του για την εμπλοκή του στα σφαγεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων με την ολοκληρωτική ένταξη της Πολιτικής Προστασίας στο πλαίσιο της λεγόμενης εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΝΑΤΟ», εξήγησε.
Η Δ. Μανωλάκου υπογράμμισε ότι στο νομοσχέδιο πουθενά δεν προωθείται η κάλυψη των τεράστιων αναγκών της Δασικής Υπηρεσίας και του Πυροσβεστικού Σώματος με μόνιμο προσωπικό. Επίσης, προωθείται η ελεγχόμενη καύση για τη μείωση της διαθέσιμης καύσιμης ύλης, μια τακτική που μετατρέπεται σε γενικευμένη μορφή αποσπασματικής και αναποτελεσματικής αντιπυρικής προστασίας, γεγονός που έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις επιστημόνων δασολόγων.
Ακόμα, κατήγγειλε την κυβέρνηση που με το νομοσχέδιο προσπαθεί να ενσωματώσει λαϊκές δυνάμεις στην πολεμική προετοιμασία και στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, στο πλαίσιο της εθελοντικής στράτευσης.
Η βουλευτής του ΚΚΕ τόνισε πως η συνολική κατεύθυνση αυτής της πολιτικής μετατρέπει τα δάση και το φυσικό περιβάλλον από κοινωνικό αγαθό σε κερδοφόρα διέξοδο για τους επιχειρηματικούς ομίλους, δημιουργώντας νέες καταστροφές και παραπέρα υποβάθμιση. Ειδικότερα για την προδιαγεγραμμένη καύση, που προβάλλεται ως μορφή πρόληψης, σημείωσε ότι δεν εξυπηρετεί την πραγματική προστασία των δασών αλλά περισσότερο θυμίζει ασκήσεις εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε πολεμικές συνθήκες.
«Η πολιτική αυτή δεν εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες προστασίας των δασών, υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων», επεσήμανε, προσθέτοντας ότι «η ελληνική δασική πολιτική γίνεται καθημερινά όλο και πιο δασοκτόνα, με τις ανεμογεννήτριες να τεμαχίζουν βουνά και να διασπούν τη συνέχεια των δασών και προστατευόμενων περιοχών, να συμβάλλουν στην ένταση των πλημμυρικών φαινομένων και την παράσυρση εδαφών. Με το πρόγραμμα "AntiNero" να διαλύει εδάφη για να επιταχύνει τη διάβρωση, με την εκχώρηση της διαχείρισης των δασών σε ξυλοβιομηχανίες και ξυλέμπορους, με τη Δασική Υπηρεσία απαξιωμένη και τους δασικούς υπαλλήλους ουσιαστικά αποκλεισμένους από τη διαχείριση και προστασία των δασών».
Σημείωσε ότι «η ασκούμενη πολιτική συνιστά ένα κοινωνικό και περιβαλλοντικό έγκλημα, καθώς διατηρεί όλο το αντιδασικό νομικό πλαίσιο, η ύπαρξη του οποίου ευνοεί και νομιμοποιεί τους αποχαρακτηρισμούς και την αλλαγή χρήσης των δασών και των δασικών εκτάσεων, υπηρετώντας την εμπορευματοποίηση της δασικής γης. Υλοποιεί την καταστροφική δασική πολιτική, ακολουθώντας οδηγίες του ΣΕΒ και των τραπεζών, εξασφαλίζοντας ένα νομικό πλαίσιο για τις fast track άδειες, τις κατά παραγγελία περιβαλλοντικές μελέτες για αποχαρακτηρισμούς προστατευόμενων περιοχών».
Καταλήγοντας τόνισε ότι «αυτός ο δρόμος ανάπτυξης, με κριτήριο την κερδοφορία των ομίλων, την αντίληψη κόστους - οφέλους και τους νόμους της αγοράς, καθορίζει τη διαχρονικά ασκούμενη πολιτική όλων των αστικών κυβερνήσεων, που αντιμετωπίζουν το περιβάλλον και ως πεδίο άσκησης για την πολεμική προετοιμασία, εκτός από διέξοδο στα κερδοφόρα σχέδια ομίλων ως πηγή άντλησης πρώτων υλών, ως χώρο απόρριψης των απορριμμάτων».