2026 The Associated Press. All |
Από τη Σύνοδο για τα Κρίσιμα Ορυκτά την οποία διοργάνωσε η κυβέρνηση Τραμπ |
Τεχνητή Νοημοσύνη, ρομποτική και αυτοματοποίηση, ηλεκτροκίνηση, αεροναυπηγική, ιατρικά μηχανήματα, σύγχρονες πολεμικές βιομηχανίες για παραγωγή μαχητικών αεροσκαφών, drones, πυραύλων, στρατιωτικών συστημάτων ραντάρ κ.ο.κ. αποτελούν κρίσιμα πεδία για τη σφοδρή διεθνή αντιπαράθεση, οξύνοντας έτσι τον ανταγωνισμό και στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών για όλα τα παραπάνω, όπως είναι οι σπάνιες γαίες και κρίσιμα μεταλλεύματα και ορυκτά.
Η πρόσβαση των μονοπωλίων μιας ευρείας γκάμας κλάδων σε αυτά τα κρίσιμα ορυκτά είναι ζήτημα «ζωής και θανάτου», με την Κίνα να διαθέτει αυτήν τη στιγμή σημαντικό προβάδισμα στον έλεγχό τους και στην επεξεργασία τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ΗΠΑ και ΕΕ επιχειρούν να καλύψουν αυτήν την απόσταση, την ώρα που οξύνονται και οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί, με στόχο την εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων κρίσιμων ορυκτών αλλά και δυνατοτήτων για την αξιοποίησή τους.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να πετύχει αυτόν τον στόχο το τελευταίο διάστημα με δύο τρόπους:
Αφενός μέσω του σχεδίου «Project Vault», που ανακοίνωσε στις 2 Φλεβάρη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ, για τη δημιουργία Αποθεματικού Στρατηγικών Ορυκτών, με τη συμμετοχή του αμερικανικού κράτους και ιδιωτικών μονοπωλίων.
Αφετέρου μέσω της πραγματοποίησης Συνόδου για τα Κρίσιμα Ορυκτά στις 4/2 στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τη συμμετοχή 55 χωρών - «εταίρων» των ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας), μετά την οποία ανακοινώθηκε μεταξύ άλλων η δημιουργία του φόρουμ FORGE (από τα αρχικά των λέξεων Forum On Resource Geostrategic Engagement - Φόρουμ Γεωστρατηγικής Συνεργασίας για τους Πόρους).
Η ανάγκη για νέες λυκοσυμμαχίες και σχήματα για τα κρίσιμα ορυκτά προκύπτει από την αντικειμενική δυσκολία των αμερικανικών, ευρωπαϊκών και κάποιων ασιατικών μονοπωλίων να αποκτήσουν επαρκή πρόσβαση σε κρίσιμα μεταλλεύματα και ορυκτά, όπως οι σπάνιες γαίες (γάλλιο, γερμάνιο, κοβάλτιο, λίθιο, νεοδυμήνιο και άλλα που χρησιμοποιούνται σε υπολογιστές, κινητή τηλεφωνία, ρομποτική, drones, ηλεκτροκίνηση κ.α.).
Αυτό συμβαίνει γιατί εδώ και αρκετά χρόνια η Κίνα έχει αναδειχθεί σε σχεδόν απόλυτο κυρίαρχο στον τομέα των σπάνιων γαιών: Το 2025 είχε το 70% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων γαιών.
Στον τομέα επεξεργασίας σπάνιων γαιών η Κίνα επίσης είναι κυρίαρχη, αφού ελέγχει το 90% της επεξεργασίας αυτών των ορυκτών παγκοσμίως.
Ακόμα μεγαλύτερη είναι η κυριαρχία της Κίνας σε πιο πολύτιμα σπάνια ορυκτά (terbium, dysprosium κ.λπ.), όπου ελέγχει το 95% με 99% της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας.
Στο πλαίσιο της όξυνσης του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, η Κίνα αξιοποιεί αυτό το τεράστιο προβάδισμα για να ενισχύσει παραπέρα τη θέση της, αυξομειώνοντας την ποσότητα και την ποιότητα των εξαγωγών σπάνιων γαιών σε «δυτικά» και ασιατικά μονοπώλια - συχνά σε απάντηση διαφόρων «δυτικών» κυρώσεων κατά του Πεκίνου.
Π.χ. το 2010 η Κίνα απαγόρευσε την εξαγωγή σπάνιων γαιών στην Ιαπωνία, λόγω της τότε αντιπαράθεσης ανάμεσα σε μεγάλα αλιευτικά μονοπώλια των δύο χωρών.
Το 2023 επέβαλε διεθνή απαγόρευση στην εξαγωγή τεχνολογιών για την επεξεργασία σπάνιων γαιών, προκειμένου να περιορίσει τα περιθώρια ανταγωνισμού από άλλες χώρες.
Τον Απρίλη του 2025 επέβαλε ελέγχους στις εξαγωγές 7 «βαριών» σπάνιων γαιών και μαγνητών, απαιτώντας λεπτομερείς πληροφορίες για τον τελικό χρήστη και τον σκοπό χρήσης.
Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς επέκτεινε δραστικά τον έλεγχο σε όλη την γκάμα σπάνιων γαιών, αλλά και σε τεχνολογίες εξόρυξης, διαχωρισμού και παραγωγής μετάλλων και μαγνητών, χτυπώντας συναγερμό στην Ουάσιγκτον.
Η καμπάνα συναγερμού ήχησε ακόμα πιο δυνατά τον περασμένο Δεκέμβρη, όταν η Κίνα ανακοίνωσε ότι οι ξένες εταιρείες που εξάγουν προϊόντα με έστω 0,1% κινεζικές σπάνιες γαίες ή μαγνήτες θα πρέπει να εξασφαλίσουν την άδεια των κινεζικών αρχών για την εξαγωγή τους.
Η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να απαντήσει με μέτρα για την εξασφάλιση πρώτων υλών σε αμερικανικά μονοπώλια τεχνολογίας αιχμής.
Σε αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η αγορά μετοχών ώστε να ελέγχει συγκεκριμένες εταιρείες σε στρατηγικούς τομείς εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών, εταιρείες από τις οποίες εξαρτώνται μεταξύ άλλων πολεμικά μονοπώλια και οπλικά συστήματα του Πενταγώνου, η δημιουργία αποθεματικού αυτών των ορυκτών (όπως με το σχέδιο «Project Vault») ή η συγκρότηση διμερών και πολυμερών συνεργασιών με «εταίρους» των ΗΠΑ (όπως το φόρουμ FORGE).
Μεταξύ άλλων, τον Ιούλη του 2025 το υπουργείο Αμυνας (νυν υπουργείο Πολέμου) πήρε περίπου το 15% των μετοχών της εταιρείας «MP Materials» (που ελέγχεται από κερδοσκοπικά ταμεία όπως «BlackRock», «Vanguard», και ο μεγαλύτερος μέτοχος της οποίας είναι ο Τζέιμς Λιτίνσκι), συνολικής αξίας 400 εκατ. δολαρίων.
Η «MP Materials» από την Καλιφόρνια λειτουργεί το μεγαλύτερο ορυχείο και εργοστάσιο επεξεργασίας σπάνιων γαιών μεγάλης κλίμακας (Mountain Pass) σε όλη τη Βόρεια Αμερική.
Για χρόνια εξήγαγε τα προϊόντα της στην Κίνα. Μετά τη συμφωνία με το Πεντάγωνο, σταμάτησε όλες τις εξαγωγές - υπό την πίεση της κυβέρνησης Τραμπ - και δεσμεύτηκε να επεξεργάζεται τα προϊόντα της αποκλειστικά σε αμερικανικό έδαφος, με αντάλλαγμα την κρατική υποστήριξη και την αγορά των ορυκτών στη διπλάσια τιμή από αυτή που είχε κλείσει με την Κίνα (110 δολάρια το κιλό).
Τον περασμένο Γενάρη η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επενδύσεις ύψους 277 εκατ. δολαρίων και δάνεια ύψους 1,3 δισ. δολαρίων στην εταιρεία «USA Rare Earth», που είναι και η μεγαλύτερη από τις μόλις τέσσερις αμερικανικές εταιρείες εξόρυξης σπάνιων γαιών.
Η εταιρεία αυτή ελέγχεται εξολοκλήρου από μετόχους - θεσμικούς «επενδυτές», όπως τα κερδοσκοπικά ταμεία «BlackRock», «Vanguard», «Alyeska» κ.ά., και ιδιώτες επενδυτές, με ισχυρότερο τον Μορντεχάι Ζεβ Γκάτνικ, που έχει το 15% των μετοχών, ελέγχει μέρος της διοίκησης της εταιρείας και το κοίτασμα σπάνιων γαιών Round Top στο Τέξας.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ δρομολογούν τη δημιουργία οργανισμού αποθεματικού για την αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων κρίσιμων ορυκτών.
Στις 2 Φλεβάρη ο Τραμπ ανακοίνωσε το σχέδιο «Project Vault», με στόχο τη δημιουργία κρατικού αποθεματικού σπάνιων γαιών, ανάλογο με το κρατικό απόθεμα στρατηγικών ποσοτήτων πετρελαίου.
Θα χρηματοδοτηθεί με 11,67 δισ. δολάρια, εκ των οποίων τα 10 δισ. θα τα δώσει με δάνειο η τράπεζα Export - Import Bank και τα άλλα 1,67 δισ. θα προέλθουν από ιδιώτες επενδυτές.
Στο σχέδιο ανακοινώθηκε ότι συμμετέχουν ή το υποστηρίζουν τα μονοπώλια «Google», «General Motors» και «Stellantis».
Αμερικανοί αξιωματούχοι εξήγησαν ότι στόχος του είναι ο περιορισμός του σκαμπανεβάσματος τιμών και η «σταθεροποίηση» της τιμής κρίσιμων ορυκτών για αμερικανικά μονοπώλια τεχνολογιών αιχμής.
Προς το παρόν, ωστόσο, δεν έχουν γίνει γνωστές μια σειρά πλευρές του σχεδίου «Project Vault», π.χ. ποιος, τι και σε ποιες ποσότητες θα αγοράζει και πού θα αποθηκεύει κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες.
Εφημερίδες όπως «NY Times» και «Financial Times» ανέφεραν τα ονόματα τριών οίκων εμπορίας σπάνιων γαιών και Ενέργειας που θα μπορούσαν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο στο σχέδιο «Project Vault»: Του οίκου εμπορίας «Mercuria», με έδρα τη Γενεύη, του οίκου εμπορίας «Hartree Partners», με έδρα τη Νέα Υόρκη, και του οίκου εμπορίας «Traxys», με έδρα το Λουξεμβούργο.
Πληροφορίες μερίδας του αμερικανικού Τύπου αναφέρουν ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην αγορά 20 σπάνιων γαιών, όπως το γάλλιο, το γερμάνιο και το λίθιο.
Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του «Project Vault», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ πραγματοποίησε Σύνοδο για τα Κρίσιμα Ορυκτά, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα διπλωματικό - εμπορικό «εργαλείο».
Στη Σύνοδο συμμετείχαν 55 χώρες από Αφρική, Ασία, Ωκεανία και Ευρώπη: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστραλία, Ιαπωνία, Πακιστάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Ινδία, Φιλιππίνες, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Ισραήλ, Ιορδανία, ΛΔ Κονγκό, Ζάμπια, Αγκόλα, Αργεντινή, Βραζιλία, Καναδάς κ.ά.
Στόχος των ΗΠΑ δεν είναι απλά μια «συμμαχία» - επιδιώκεται η δημιουργία εμπορικού μπλοκ κρίσιμων ορυκτών. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς παρομοίασε το φόρουμ που δημιουργείται σαν τον «OPEC των κρίσιμων ορυκτών», με στόχο τον έλεγχο των τιμών και τη «σταθεροποίησή» τους.
Ανάμεσα στους βασικούς στόχους του Φόρουμ - σημειώνεται - είναι ο συντονισμός πολιτικών και επενδύσεων για τη δημιουργία «ανθεκτικών και ποικιλόμορφων αλυσίδων εφοδιασμού για κρίσιμα ορυκτά», η μείωση της εξάρτησης από τις εξαγωγές της Κίνας και η λειτουργία ενός πλαισίου πολιτικής και πλατφόρμας για συγκεκριμένα έργα εξόρυξης.
Πέρα από τις κινήσεις αυτές, δρομολογούνται συνεργασίες σε διμερή ή πολυμερή σχήματα.
Για παράδειγμα, ανήμερα του φόρουμ στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ΗΠΑ, Ιαπωνία και ΕΕ ανακοίνωσαν ότι θα προχωρήσουν σε τριμερή συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά και εφοδιαστικές αλυσίδες, η οποία θα καλύπτει όλη την αλυσίδα: Εξόρυξη, επεξεργασία, παραγωγή και ανακύκλωση κρίσιμων υλικών, ανταλλαγή πληροφοριών για στρατηγικά αποθέματα κρίσιμων ορυκτών, συνεργασία σε έρευνα.
Την ίδια μέρα ΗΠΑ και ΕΕ ανακοίνωσαν επίσης ότι μέσα στον Μάρτη θα υπογράψουν μνημόνιο κατανόησης για κρίσιμα ορυκτά, το οποίο θα εξειδικεύει διάφορες μορφές συνεργασίας.
Ανάλογες συνεργασίες δρομολόγησαν ο Καναδάς και η Ινδία, τον Νοέμβρη ανακοίνωσαν συμφωνία για μακροπρόθεσμη συνεργασία σε τομείς όπως οι αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών και «πράσινης Ενέργειας», με στόχο τη σταθερή πρόσβαση της Ινδίας σε καναδικά στρατηγικά ορυκτά (λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, γραφίτη κ.λπ.), ενώ τον Γενάρη οι δύο χώρες συμφώνησαν να επισημοποιήσουν τη συνεργασία με συνέχιση υψηλού επιπέδου διαλόγου.