ΓΕΝΑΡΗΣ 2026
Στο 22ο Συνέδριο δίνουμε έμφαση στο ΚΟΜΜΑ, φυσικά από τη σκοπιά των εξελίξεων και των προβλέψεων για μελλούμενες εξελίξεις, με κύριο χαρακτηριστικό πώς το ΚΟΜΜΑ -επομένως και το εργατικό κίνημα και η κοινωνική συμμαχία του- θα γίνουν πιο αποφασιστικοί παράγοντες στην κατεύθυνση της επαναστατικής ανατροπής. Με άλλα λόγια, εξετάζουμε όλη μας τη δράση με στόχο ένα ικανό Κόμμα σε αυτή την κατεύθυνση, ώστε να μην αφήνει κανένα κενό στην προετοιμασία, στη διεύρυνση - οργάνωση των εργατικών λαϊκών δυνάμεων, να αξιοποιεί κάθε δυνατότητα στην πορεία της επαναστατικής ανατροπής.
Κρίσιμο ζήτημα είναι ο συνδυασμός του Προγράμματος του ΚΚΕ με την καθημερινή επαναστατική δράση σε όλους τους τομείς, σε κάθε κρίκο της καθοδηγητικής δουλειάς. Σε μη επαναστατική κατάσταση, όπως η σημερινή, οι επαναστάτες οφείλουν να κάνουν επαναστατική δουλειά προετοιμασίας, εκπαίδευσης δυνάμεων, μέσα στην ταξική εργατική-λαϊκή πάλη, στην οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα φτωχά στρώματα των αγροτών, τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις, των μισοπρολετάριων, των ανέργων, των μεταναστών, στο βάθεμα του αντικαπιταλιστικού- αντιμονοπωλιακού προσανατολισμού της, μαζική διαφώτιση, διάδοση του Προγράμματος για το σκοπό του στόχου, τους όρους της επαναστατικής ανατροπής. Είναι περίοδος συνεχούς προετοιμασίας και δουλειάς με προοπτική.
Το μεγαλύτερο, το πιο σπουδαίο, το πιο τιμητικό καθήκον για κάθε κομμουνιστή και κομμουνίστρια είναι η επαναστατική ανατροπή της βαρβαρότητας της καπιταλιστικής εξουσίας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης και δράσης του ΚΚΕ από τη μέρα της ίδρυσής του. Ζητούμενο συνεπώς είναι, με τις Αποφάσεις μας στο 22ο Συνέδριό μας, να αντιστοιχηθούμε ακόμα περισσότερο με αυτό το στρατηγικό μας καθήκον, να ηγηθούμε της πάλης της εργατικής τάξης και των κοινωνικών συμμάχων της για τον σοσιαλισμό. Κάθε επιμέρους καθημερινή μάχη, κάθε επιμέρους καθήκον -ατομικό ή συλλογικό- του κάθε μέλους και στελέχους, της κάθε Κομματικής Οργάνωσης του ΚΚΕ, να εντάσσεται στον μεγάλο σκοπό που έχουμε μπροστά μας.
Στην πορεία ανάπτυξης των αγώνων, της ταξικής, επαναστατικής πάλης, θα υπάρξουν γεγονότα που θα επιδράσουν καταλυτικά στη συνείδηση. Θα έχουμε και γρήγορες μεταβολές, μέρες που θα ισοδυναμούν με χρόνια της προηγούμενης, της σημερινής συνηθισμένης ζωής. Η όξυνση των αντιθέσεων μπορεί να φέρει αποσταθεροποίηση, ακόμη και κλονισμό της αστικής εξουσίας, ανάπτυξη μεγάλης κίνησης μαζών, εξεγέρσεων, ακόμη και συνθηκών επαναστατικής κατάστασης, αλλά και απόπειρα χτυπήματος του κινήματος από την αστική εξουσία, νέα πιθανή οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος, όπως και δυνατότητες για την «έφοδο στον ουρανό». Χρέος μας είναι να βλέπουμε τα δυναμικά στοιχεία των εξελίξεων, να μη θολώνουμε μπροστά στον προσωρινό αρνητικό συσχετισμό που, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, δεν είναι ακίνητος, στατικός. Εχουμε πίστη στη νίκη της εργατικής τάξης, του λαού μας. Θα τα καταφέρουμε με όπλο τη στρατηγική που έχει χαράξει το Κόμμα μας και με τη δύναμη της Οργάνωσής μας.
Τα προηγούμενα χρόνια είδαμε πώς οι δυνάμεις του κεφαλαίου αξιοποίησαν και συνεχίζουν να αξιοποιούν όλες τις δυνατότητες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, διαμορφώνοντας νέα κόμματα -από ακροδεξιών, εθνικιστικών έως «νεοαριστερών» αποχρώσεων- προκειμένου να απορροφήσουν την εργατική-λαϊκή δυσαρέσκεια. Τέτοιες αναμορφώσεις καθίστανται σχεδόν επιτακτική ανάγκη κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα μαστίζεται από σφοδρές καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις, στις διάφορες εκφάνσεις του και κορύφωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, συχνά και με πολεμική μορφή, όπως σήμερα. Από κοντά ακολουθούν και οι αναγκαίες, σε αυτό το πλαίσιο -αλλά και συμπληρωματικές στην ανασύνθεση της σοσιαλδημοκρατίας- ανακατατάξεις και διεργασίες στον οπορτουνιστικό χώρο, που παρακολουθούν την αναμόρφωση των αστικών δυνάμεων.
Ετσι, το Κόμμα μας, όχι μόνο φωτίζει την ανάγκη της πάλης για την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών, καθολικά για όλους και για όλες, αλλά αναδεικνύει και την αντικειμενική και ουσιαστική σύμπλεξη των διεκδικήσεων αυτών με το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης, της απαλλαγής από τα δεσμά της καπιταλιστικής σκλαβιάς, από τις αιτίες των οικονομικών κρίσεων και των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Η πείρα που έχει ήδη συσσωρευτεί, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνει ότι διάφορα ιδεολογήματα εγκλωβίζουν διαθέσεις μαζών που η είσοδός τους στο στίβο της οργανωμένης ταξικής πάλης και στο επαναστατικό εργατικό κίνημα θα μπορούσε να δώσει νέα πνοή και δυναμική στον αγώνα για την πραγματική κοινωνική χειραφέτηση.
Φτάσαμε στο Συνέδριο με την ολοκλήρωση της συζήτησης των Θέσεων της ΚΕ σε δύο Γενικές Συνελεύσεις όλων των ΚΟΒ και την πραγματοποίηση όλων των Συνδιασκέψεων των Τομέων και των Οργανώσεων Περιοχής.
Οι Θέσεις της ΚΕ υπερψηφίστηκαν από την συντριπτική πλειοψηφία των κομματικών μελών. Κατά ψήφισαν 8 κομματικά μέλη και λευκό 28 κομματικά μέλη στο σύνολο των χιλιάδων μελών του Κόμματος.
Στα καθοδηγητικά όργανα της ΚΝΕ, καθώς και στις ΟΒ, έγινε επίσης συζήτηση και τοποθετήθηκαν θετικά για τις Θέσεις τα στελέχη και τα μέλη της Νεολαίας μας.
Παράλληλα, έγινε δημόσιος προσυνεδριακός διάλογος στον οποίο πήραν μέρος μέλη και στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ, καθώς και οπαδοί του Κόμματος. Δημοσιεύτηκαν στον «Ριζοσπάστη» και την ΚΟΜΕΠ 291 άρθρα. Ολα τα κείμενα που στάλθηκαν στην Επιτροπή Προσυνεδριακού Διαλόγου είναι στη διάθεση των αντιπροσώπων.
Εκτιμάμε θετική τη συνολική προσυνεδριακή διαδικασία, αφού καταβλήθηκε σημαντική προσπάθεια να μπει στο επίκεντρο του προβληματισμού το κεντρικό θέμα που η ΚΕ έθεσε για συζήτηση σε όλο το Κόμμα, δηλαδή πώς θα εναρμονιστούν η λειτουργία και η δράση του με την επαναστατική στρατηγική του, ώστε να ανταποκριθεί στα μεγάλα και σύνθετα καθήκοντα της εποχής μας. Να γίνεται διαρκώς καλύτερο και πιο ικανό να συνεγείρει και να συσπειρώνει εργατικές-λαϊκές μάζες στην πάλη για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Η συμφωνία που εκφράστηκε σε όλο το Κόμμα αποτελεί γερή βάση για βαθύτερη αφομοίωση και κατάκτηση ενιαίου προσανατολισμού στην ιεράρχηση των καθηκόντων για Κόμμα σταθερό και δυνατό, ικανό να προωθεί τη στρατηγική του στην καθημερινή πάλη αυτοτελώς ως Κόμμα και στο κίνημα.
Η προσυνεδριακή διαδικασία ξεκίνησε με τη δημοσίευση των Θέσεων στον «Ριζοσπάστη», στις αρχές Οκτώβρη του 2025, πετυχαίνοντας την πλατύτερη διακίνηση των τελευταίων 25 χρόνων, φτάνοντας τα 91.975 φύλλα. Το κλίμα ενθουσιασμού που διαπέρασε τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ, καθώς και χιλιάδες οπαδούς που συνέβαλαν σε αυτό το μεγάλο πολιτικό άνοιγμα, είναι μία ακόμα ένδειξη ότι το Κόμμα μας μπορεί να θέτει υψηλούς στόχους και να τους πετυχαίνει, να οργανώνει και να υλοποιεί ουσιαστικές εσωοργανωτικές διαδικασίες, χωρίς να αποσπάται από την καθημερινή πάλη, στοιχείο που απορρέει από τον επαναστατικό του χαρακτήρα, από τις αρχές λειτουργίας του, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τους αγώνες της περιόδου αυτής, πρώτα απ' όλα τον πολυήμερο αγώνα των βιοπαλαιστών αγροτών.
Ταυτόχρονα, μπορεί να εκτιμά και να θέτει στο επίκεντρο της κριτικής και αυτοκριτικής εξέτασης της δουλειάς του δύσκολα ζητήματα του ιδεολογικού-πολιτικού και μαζικού αγώνα, μακριά από κάθε πνεύμα επανάπαυσης, υποτίμησης των δυσκολιών και των αδυναμιών που εκφράζονται σε πλευρές της κομματικής ζωής και δράσης, χωρίς να προσπερνά ότι παραμένουν σοβαρά κενά στη βαθύτερη αφομοίωση της θεωρίας μας, όπως και συλλογικών επεξεργασιών του Κόμματος, που ως ένα βαθμό εξηγούνται αλλά δεν δικαιολογούνται από τη σοβαρή ηλικιακή ανανέωση που πέτυχε το Κόμμα μας τα προηγούμενα χρόνια. Αυτά θέλουμε να αντιμετωπίσουμε με πιο αποφασιστικά βήματα μέσα από τις συλλογικές αποφάσεις που θα πάρουμε στο 22ο Συνέδριό μας.
Από αυτή τη σκοπιά η προσυνεδριακή διαδικασία και η εκτεταμένη συζήτηση που έγινε στις Κομματικές Οργανώσεις δείχνει ότι έχει γίνει βήμα στη βαθύτερη επίγνωση του τι Κόμμα είμαστε, τι πρέπει να γίνει ώστε να ξεπεράσουμε υποκειμενικού χαρακτήρα αδυναμίες και δυσκολίες για να ανέβουν κι άλλο η προσφορά και η δράση των κομματικών μελών, με σχέδιο και στόχους για τη συσπείρωση νέων δυνάμεων γύρω από το Κόμμα, με την πρωτοπόρα δουλειά στο εργασιακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον όπου εργάζονται και ζουν.
Συνοψίζοντας τη συζήτηση που έγινε στις Κομματικές Οργανώσεις σημειώνουμε τα εξής:
Η επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας αναδεικνύει το μεγάλο μέγεθος του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορεί να επενδυθεί διασφαλίζοντας ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, προωθείται η στροφή προς την πολεμική οικονομία και προετοιμασία με στόχο, αφενός να μεταθέσουν με τις νέες επενδύσεις το χρόνο εκδήλωσης της επόμενης καπιταλιστικής κρίσης και αφετέρου να διαμορφωθούν προϋποθέσεις για μια σχετικά ελεγχόμενη μεγάλη απαξίωση κεφαλαίου στις διάφορες πολεμικές εστίες. Η στροφή αυτή συνοδεύεται από την τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης και μείωση των δαπανών κοινωνικής πολιτικής στα καπιταλιστικά κράτη.
Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, βρισκόμαστε τόσο κοντά σε έναν Γ΄ Παγκόσμιο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Η επισήμανση αυτή προκύπτει και από το γεγονός της εντατικής προετοιμασίας των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των ιμπεριαλιστικών ανταγωνιζόμενων πόλων, που είναι αντίστοιχη, ανάλογη με αυτή του Μεσοπολέμου. Βεβαίως, η μορφή και τα μέτωπα που θα σχηματιστούν στην πορεία, θα αποτυπωθούν καλύτερα στην εξέλιξή τους. Η αναμέτρηση για την κατάκτηση της κορυφής της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας είναι αμείλικτη. Εκδηλώνεται σ' ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο αντιπαραθέσεων σε στρατηγικής σημασίας κλάδους της οικονομίας, τις άμεσες ξένες επενδύσεις και εξαγωγές κεφαλαίου σε άλλη μορφή, στις πολιτικές-στρατηγικές συμμαχίες και στηρίγματα, τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, τις σπάνιες γαίες, την Τεχνητή Νοημοσύνη και γενικότερα την τεχνολογική υπεροχή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τα λιμάνια, τη ναυπηγική βιομηχανία, τη ναυτιλία και σε άλλους τομείς. Στρατηγικές κινήσεις των ΗΠΑ, της Κίνας αλλά και της Ρωσίας προκαλούν αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη, τροφοδοτούν όξυνση των ανταγωνισμών και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Οι συμμαχίες μπορεί να αλλάζουν, να αναδιατάσσονται, αλλά το βασικό στοιχείο που καθορίζει τον ταξικό τους χαρακτήρα και συνεπώς την ουσία της ευρωατλαντικής και υπό διαμόρφωση ευρασιατικής συμμαχίας είναι η οικονομική βάση των καπιταλιστικών κρατών που τις συγκροτούν, δηλαδή η κυριαρχία των μονοπωλίων και τα συμφέροντά τους. Συνεπώς, το δίλημμα «ευρωατλαντικό ή ευρασιατικό στρατόπεδο» είναι ψεύτικο, στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαών, υπονομεύει την αυτοτελή ιδεολογική-πολιτική πάλη τους για την ανατροπή του καπιταλισμού, για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία είναι προϊόν της αντεπανάστασης, ισχυρό καπιταλιστικό κράτος, με σημαντικά στρατιωτικά, ενεργειακά, μεταλλευτικά και άλλα μονοπώλια σε βασικούς κλάδους, δεύτερη στρατιωτική δύναμη με τον δικό της σχεδιασμό. Είναι φορέας αντικομμουνισμού και αντισοβιετισμού που συκοφαντεί το σοσιαλισμό και καπηλεύεται τις κατακτήσεις της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης και τον καθοριστικό ρόλο της Σοβιετικής Ενωσης στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών κατά τον Β΄ Ιμπεριαλιστικό Παγκόσμιο Πόλεμο, επιδιώκοντας να χειραγωγεί όχι μόνο τον λαό της Ρωσίας αλλά και Κομμουνιστικά Κόμματα και άλλα κράτη.
Η Κίνα αποτελεί σήμερα παράδειγμα καπιταλιστικής παλινόρθωσης που καθοδηγείται από ένα «Κομμουνιστικό» Κόμμα, το οποίο ασκεί καπιταλιστική εξουσία, ακολουθώντας τη γνωστή «μεικτή οικονομία», δηλαδή και με διευρυμένη κρατική ιδιοκτησία, γεγονός που δεν έχει μειώσει καθόλου την κοινωνική ανισότητα και την ταξική εκμετάλλευση, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Χαρακτηριστικά, επίσης, στοιχεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Κίνα είναι η τεράστια κερδοφορία των μονοπωλιακών μεγαθηρίων, η εξαγωγή κεφαλαίου και η επέκταση των καπιταλιστικών οικονομικών ομίλων της στην Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, σε όλο τον κόσμο.
Συνεπώς, επιβάλλεται να ενταθεί η ιδεολογική και πολιτική πάλη για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και ταυτόχρονα να δυναμώσει το μέτωπο με τα προσχήματα της άλλης πλευράς του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε το εργατικό-λαϊκό κίνημα να μη γίνει ουρά των σχεδίων άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων. Το επαναστατικό κίνημα καθήκον έχει, ταυτόχρονα, να αξιοποιεί και τις αντιθέσεις των καπιταλιστικών κρατών και των διάφορων συμμαχιών τους, να δημιουργεί ρωγμές σε όφελος της εργατικής-λαϊκής πάλης και του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Το ΚΚΕ καταδίκασε αποφασιστικά τη στρατιωτική επίθεση που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ στις αρχές Γενάρη ενάντια στη Βενεζουέλα και το λαό της. Από μήνες πριν καταγγείλαμε τη συγκέντρωση πολεμικών δυνάμεων και την επιθετικότητα ενάντια στους λαούς της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής. Εκφράσαμε την αλληλεγγύη στο λαό της Βενεζουέλας που είναι ο μόνος αρμόδιος να καθορίσει τις εξελίξεις στην πατρίδα του, καθώς και στο ΚΚ Βενεζουέλας που δρα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Από την πρώτη στιγμή δώσαμε μαχητική απάντηση με κινητοποιήσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, ενώ συνεχίσαμε με πολύμορφες πρωτοβουλίες κινητοποίησης και διαφώτισης του λαού για τις νέες επικίνδυνες εξελίξεις.
Το ΚΚΕ απορρίπτει τα σαθρά προσχήματα των ιμπεριαλιστών για να φέρουν σε πέρας το νέο έγκλημα και φωτίζουμε τις πραγματικές αιτίες. Η ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ έχει ως πραγματικό στόχο να υφαρπάξει τον ενεργειακό πλούτο της χώρας και να ευθυγραμμίσει την περιοχή με τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ, απέναντι στους ανταγωνιστές τους, Κίνα και Ρωσία.
Καταγγείλαμε την άθλια, κυνική στάση της ελληνικής κυβέρνησης που, σε ρόλο τοποτηρητή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, υιοθετεί πλήρως όλα τα προσχήματα των ΗΠΑ, αρνείται το δικαίωμα του λαού της Βενεζουέλας να καθορίζει ο ίδιος τις εξελίξεις στη χώρα του και φτάνει στο σημείο να κλείνει συνειδητά τα μάτια στην παραβίαση και αυτού ακόμα του κουρελιασμένου «διεθνούς δικαίου», στο οποίο κατά τα άλλα ορκίζεται. Ετσι, δίνει ταυτόχρονα πάτημα στις απαράδεκτες διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης στην Κύπρο, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο.
Το ΚΚΕ θα συνεχίσει τον αγώνα ενάντια στις νέες απειλές του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού ενάντια στην Κούβα, τη Γροιλανδία, την Κολομβία και άλλες χώρες. Εκφράζουμε τη βαθιά διεθνιστική μας αλληλεγγύη στον κουβανικό λαό και το ΚΚ Κούβας, σε όλους τους λαούς.
Στην Ευρώπη, με πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ και τη Ρωσία (Τραμπ - Πούτιν), με τη συμμετοχή της Ουκρανίας και κρατών-μελών της ΕΕ, εξελίσσεται διαδικασία αναζήτησης προσωρινού συμβιβασμού που -ακόμα κι αν επιτευχθεί- δεν αναιρεί τη γενική τάση όξυνσης των ανταγωνισμών. Ετσι κι αλλιώς ο όποιος προσωρινός συμβιβασμός θα στηριχτεί στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων του ιμπεριαλιστικού πολέμου για το μοίρασμα της Ουκρανίας και των πλουτοπαραγωγικών της πηγών, στη διείσδυση και στις αντιθέσεις των μονοπωλιακών ομίλων στο κερδοφόρο πεδίο των κατεστραμμένων περιοχών, γεγονός που θα οδηγήσει σε έναν νέο γύρο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος συνεχίζεται, η κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία προωθεί τις επιδιώξεις της και εντείνει την πολεμική προετοιμασία με ταχύτατους ρυθμούς, πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι για γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Το ΝΑΤΟ προετοιμάζεται για γενικευμένο πόλεμο στην Ευρώπη, διατάσσει δυνάμεις και ενισχύει τις στρατιωτικές βάσεις στα ρωσικά σύνορα, εκσυγχρονίζει το συμβατικό και πυρηνικό του οπλοστάσιο, τροφοδοτεί την Ουκρανία με σύγχρονο εξοπλισμό.
Η ΕΕ δυναμώνει και με σχετική αυτοτέλεια την πολεμική οικονομία και προετοιμασία που διαπερνά το σύνολο των κλάδων και τομέων της οικονομίας των κρατών-μελών, με ιδιαίτερο το ρόλο της Γερμανίας και της Γαλλίας. Διαθέτει πάνω από 800 δισ. ευρώ για τον «επανεξοπλισμό της Ευρώπης», ενισχύει τα υπάρχοντα και δημιουργεί νέα ταμεία και προγράμματα για τους στρατιωτικούς σκοπούς, κλιμακώνοντας την επίθεση κατά των εργατικών-λαϊκών δικαιωμάτων.
Η ΕΕ από κοινού με το ΝΑΤΟ υλοποιούν το σχέδιο της «στρατιωτικής κινητικότητας», της «στρατιωτικής Σένγκεν», ώστε ταχύτατα, σε ελάχιστες ώρες να μεταφέρονται στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα στο πολεμικό μέτωπο. Η αποκαλούμενη «συμμαχία των προθύμων» -ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Πολωνία και βαλτικές χώρες- προετοιμάζονται για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο ουκρανικό έδαφος στο όνομα των λεγόμενων «εγγυήσεων ασφαλείας». Ο σχεδιασμός αυτός προκαλεί την αντίδραση της Ρωσίας που απειλεί με κλιμάκωση του πολέμου και τη χρήση σύγχρονων συμβατικών πυραύλων και πυρηνικών όπλων.
Το ΚΚΕ στέκεται διαχρονικά στο πλευρό του Παλαιστινιακού λαού, καταδικάζει την κατοχή και τη γενοκτονία του από το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, με τη στήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Είναι το Κόμμα το οποίο με αρχές εξέφρασε την αμέριστη διεθνιστική του αλληλεγγύη από την πρώτη μέρα της ισραηλινής θηριωδίας και τη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας με το πρόσχημα της επίθεσης της Χαμάς τον Οκτώβρη του 2023 και κατήγγειλε αποφασιστικά την προσπάθεια συκοφάντησης του παλαιστινιακού αγώνα που κατέβαλε η κυβέρνηση της ΝΔ και τα άλλα αστικά κόμματα που εναρμονίστηκαν με τις θέσεις του Ισραήλ και τον εγκληματία πολέμου Νετανιάχου, με τα κατασκευάσματα περί δικαιώματος «αυτοάμυνας» του κατακτητή.
Το Κόμμα μας αποκάλυψε ότι γενικότερη επιδίωξη του Ισραήλ και των ΗΠΑ είναι η δημιουργία του οικονομικού και γεωπολιτικού χώρου της «Νέας Μέσης Ανατολής» διά μέσου των συμφωνιών του Ισραήλ με σειρά αραβικών κρατών (συμφωνίες του Αβραάμ) και την υλοποίηση του «Εμπορικού Ινδικού Δρόμου» (Ασία - Μέση Ανατολή - Ευρώπη), σε αντιπαράθεση με τον κινέζικο «Νέο Δρόμο του Μεταξιού» και τους σχεδιασμούς του Ιράν.
Η προσωρινή εκεχειρία, που επιβλήθηκε τον Οκτώβρη με την παρέμβαση των ΗΠΑ, διαιωνίζει την ισραηλινή κατοχή και ακυρώνει τη λύση των δύο κρατών. Συνεχίζεται η σφαγή του Παλαιστινιακού λαού στη Δυτική Οχθη και τη Λωρίδα της Γάζας η οποία μετατρέπεται σε αμερικανο-ισραηλινό προτεκτοράτο. Ο αγώνας συνεχίζεται για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα πριν τον Ιούνη του 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ, με εδαφική ενότητα, χωρίς κατοχικές δυνάμεις, εποικισμούς και εποίκους, με την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και την επιστροφή των προσφύγων.
Η κυβέρνηση της ΝΔ, με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αστικών κομμάτων, ακολουθώντας το δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων, βαθαίνει την εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, για τα συμφέροντα και την αναβάθμιση της θέσης της αστικής τάξης, τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό-μεταφορικό κόμβο, διεκδικώντας μεγαλύτερο μερίδιο από τη λεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων.
Η επικίνδυνη πολιτική της εμπλοκής υλοποιείται διά μέσου της λειτουργίας όλης της χώρας ως πολεμικού ΝΑΤΟικού ορμητηρίου, με τη χρησιμοποίηση των αμερικάνικων βάσεων, τη στήριξη του καθεστώτος Ζελένσκι και την αποστολή οπλισμού στην Ουκρανία, τις στρατηγικές σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ.
Μέσα από την «Ατζέντα 2030», την αλλαγή της δομής και του σχεδίου ανάπτυξης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, την αγορά σύγχρονου στρατιωτικού εξοπλισμού, ύψους πάνω από 30 δισ. ευρώ, υπηρετούνται οι ανάγκες του ΝΑΤΟ και όχι η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας, των συνόρων της χώρας. Τμήματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων αποστέλλονται σε ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό, στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Περσικό Κόλπο, στα Βαλκάνια. Σχεδιάζεται η αποστολή ελληνικού στρατού στη Λωρίδα της Γάζας και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη η τοποθέτηση του ελληνικού υπουργείου Αμυνας που καλεί το λαό να εξοικειωθεί με την «κουλτούρα των φέρετρων», προδίδοντας τις γενικότερες στοχεύσεις της ελληνικής αστικής τάξης.
Η εργατική τάξη, ο λαός και η νεολαία με δεκάδες κινητοποιήσεις απαίτησαν την απεμπλοκή της χώρας, το κλείσιμο των αμερικάνικων βάσεων, την επιστροφή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό. Είναι μεγάλης σημασίας οι αποφάσεις εργατικών συνδικάτων και άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος για το μπλοκάρισμα ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων και φορτίων του θανάτου στη Θεσσαλονίκη, την Αλεξανδρούπολη, τον Τύρναβο. Οι λιμενεργάτες του λιμανιού του Πειραιά, το σωματείο της COSCO, με τη συμμετοχή μαζικών φορέων και χιλιάδων εργαζόμενων απέτρεψαν την αποστολή στρατιωτικού υλικού στο Ισραήλ για τη δολοφονία του Παλαιστινιακού λαού.
Η ΕΕΔΥΕ, το αντιιμπεριαλιστικό, αντιπολεμικό κίνημα, ανέπτυξε πλούσια δράση με διαδοχικές κινητοποιήσεις και μεγάλο αριθμό εκδηλώσεων, την ημέρα αντιπολεμικής δράσης και τη μαραθώνια πορεία, ενημέρωσε τον λαό και καταδίκασε την πολιτική της εμπλοκής. Ανέπτυξε κοινή δράση με συνδικάτα, την ΟΓΕ, την ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ, φοιτητικούς συλλόγους και άλλους φορείς του μαζικού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, συνέβαλε στη στήριξη του ηρωικού αγώνα του Παλαιστινιακού λαού. Πήρε εμβληματικές πρωτοβουλίες στα σχολεία με μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, οργάνωσε σημαντικές πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες. Συνεχίζει σχεδιασμένα την επόμενη περίοδο, με νέες πρωτοβουλίες, ιδίως στις περιοχές όπου υπάρχουν στρατιωτικές βάσεις και υποδομές, δυναμώνοντας τις Επιτροπές Ειρήνης και τη δράση τους στην Αττική και στο σύνολο της χώρας, στηρίζοντας τη διεθνιστική δράση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης (ΠΣΕ).
Συνολικά, με όρους εργατικού-λαϊκού κινήματος, αξιοποιώντας την πείρα που συγκεντρώθηκε, κλιμακώνουμε την πάλη ενάντια στη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού στα πολεμικά μέτωπα και βάζουμε στο επίκεντρο τις αμερικανοΝΑΤΟϊκές βάσεις και υποδομές, για να κλείσουν τα ορμητήρια του πολέμου και να αντιταχθεί ο λαός στους νέους επικίνδυνους σχεδιασμούς που προωθεί η κυβέρνηση, με τη στήριξη των άλλων κομμάτων, στο πλαίσιο του «στρατηγικού διαλόγου» με τις ΗΠΑ και την ανανέωση της στρατιωτικής συμφωνίας για τη διατήρηση και την επέκταση των αμερικάνικων βάσεων.
Το ΚΚΕ στηρίζει αποφασιστικά τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς που αντιτίθενται στην αντιλαϊκή πολιτική και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και διεκδικούν τα δικαιώματά τους μέσα στα στρατόπεδα και στο δρόμο του αγώνα μαζί με τον υπόλοιπο λαό και τη νεολαία. Τονίζουμε ιδιαίτερα τη σημασία των μεγάλων κινητοποιήσεων εν ενεργεία και απόστρατων στρατιωτικών που αντιτάσσονται στον απαράδεκτο κυβερνητικό νόμο που υποβαθμίζει τα δικαιώματα των αξιωματικών και υπαξιωματικών και επιβάλλει στις ένοπλες δυνάμεις τα ΝΑΤΟϊκά πρότυπα. Ενισχύουμε ακόμα περισσότερο το κίνημα αλληλεγγύης στους φαντάρους που αρνούνται να υπηρετήσουν τα σχέδια του ΝΑΤΟ και της αστικής τάξης.
Στην πράξη έχει αποδειχτεί ότι η εμπλοκή στα σχέδια των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και του Ισραήλ, όχι μόνο δεν εγγυάται την ασφάλεια του λαού, αλλά τον οδηγεί σε μεγάλες περιπέτειες, κάνει τη χώρα στόχο αντιποίνων, έχει δρομολογήσει εξελίξεις αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων, ακόμα και της κυριαρχίας της χώρας.
Αυτό μαρτυρά η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, τα τετελεσμένα και οι διεκδικήσεις της ΝΑΤΟϊκής Τουρκίας που πολλαπλασιάζονται στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», των «Γκρίζων Ζωνών», του «Τουρκολιβυκού Συμφώνου» και άλλων στρατηγικών επιλογών του κράτους της Τουρκίας. Αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, την κυριαρχία επί νησιών και βραχονησίδων, παραβιάζει τη Συνθήκη της Λωζάνης, χαρακτηρίζοντας τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως τουρκική.
Οι διαπραγματεύσεις που έχουν δρομολογηθεί με αμερικάνικη εποπτεία στο πλαίσιο των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, το 2023, αποσκοπούν στην ισχυροποίηση της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τη συνδιαχείριση και συνεκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, την αποδυνάμωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων.
Η θεωρία των «ήρεμων νερών» που υποστηρίζουν η κυβέρνηση και με διάφορους τρόπους τα άλλα αστικά κόμματα αποδείχτηκε ανυπόστατη και η περίοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε για την προβολή νέων διεκδικήσεων και τετελεσμένων, όπως τονίζει η παρέμβαση του τουρκικού κράτους στην υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ, στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό στο Αιγαίο και στα Περιβαλλοντικά Πάρκα.
Η κατάσταση περιπλέκεται παραπέρα με τις συμφωνίες αναβάθμισης των αστικών σχεδιασμών για τη μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο, πυλώνα διακίνησης του αμερικάνικου υγροποιημένου αερίου (LNG), μέσω του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου προς την Ουκρανία, προωθείται η ανάπτυξη των στρατηγικών σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο, με ενεργειακό και στρατιωτικό υπόβαθρο.
Ο επικίνδυνος ρόλος της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς καταγράφεται επίσης στις εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα, οι οποίες ακυρώνουν στην πράξη την αστική επιχειρηματολογία που υποστηρίζει ότι η συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και ιμπεριαλιστικά παζάρια αποτελεί ασπίδα απέναντι στις ξένες επιβουλές. Στην Κύπρο, κράτος-μέλος της ΕΕ, με βρετανικές, ΝΑΤΟϊκές βάσεις και στρατηγικές συμμαχικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, διατηρείται η κατοχή του 37% του νησιού για 51 και πλέον χρόνια κι εξυφαίνονται διχοτομικά σχέδια «δύο κρατών» που υποστηρίζει το τουρκικό κράτος ή «δύο συνιστώντων κρατών» που παρουσιάζεται ως συμβιβαστική πρόταση.
Πρόκειται για αρνητική εξέλιξη που είναι σε αντίθεση με την αναγκαιότητα ανάπτυξης της λαϊκής πάλης, για Κύπρο ανεξάρτητη και ενιαία, δηλαδή ένα και όχι δύο κράτη, με μία και μόνη κυριαρχία, μία ιθαγένεια και διεθνή κρατική οντότητα, κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, χωρίς κατοχικά και κάθε είδους ξένα στρατεύματα και βάσεις, χωρίς εγγυητές και προστάτες, με τον λαό κυρίαρχο.
Στις συνθήκες αυτές αποκτά μεγάλη σημασία η κατεύθυνση πάλης του ΚΚΕ για την ανάπτυξη της φιλίας και της κοινής πάλης του ελληνικού, του κυπριακού και του τουρκικού λαού, των λαών της περιοχής, ενάντια στις αστικές τάξεις και τα συμφέροντά τους, στην αντιλαϊκή πολιτική των αστικών κρατών και κυβερνήσεων, στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες τους.
Το Πρόγραμμα του Κόμματος έχει καθορίσει με σαφήνεια τη θέση μας για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη γραμμή της δράσης μας. Δεν θα μπούμε κάτω από ξένη σημαία, αλλά το Κόμμα θα ηγηθεί της εργατικής-λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε ο λαός ενωμένος σε ένα εργατικό-λαϊκό μέτωπο να δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την «ειρήνη με το πιστόλι στον κρόταφο». Η προγραμματική αυτή κατεύθυνση έχει μεγάλες απαιτήσεις, συνδέεται με το συνολικό ανέβασμα της ιδεολογικοπολιτικής ικανότητας του Κόμματος να ανταποκριθεί στον επαναστατικό του χαρακτήρα σε όλες τις συνθήκες. Προϋποθέτει αποφασιστική και τεκμηριωμένη παρέμβαση στην ιδεολογική-πολιτική διαπάλη που αναπτύσσεται και θα ενταθεί την επόμενη περίοδο.
Η εργατική τάξη και οι σύμμαχές της λαϊκές δυνάμεις δεν έχουν κανένα συμφέρον να ταυτιστούν με το ένα ή το άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, να διαλέξουν στρατόπεδο ληστών. Το βασικό ζήτημα για την εργατική τάξη της χώρας μας, καθώς και για τα άλλα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, είναι να μην εγκλωβιστούν με διάφορα προσχήματα και αυταπάτες στις επιδιώξεις του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, δηλαδή του ευρω-ΝΑΤΟϊκού, μέσα στο οποίο συμμετέχει η ελληνική αστική τάξη, να μη στηρίξουν τα σχέδιά τους, να καλλιεργείται η αμφισβήτηση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αστική κυβέρνηση και το κράτος. Να προωθείται η αντίληψη ότι δεν υπάρχουν κοινά εθνικά συμφέροντα ανάμεσα στους εργαζομένους και τους κεφαλαιοκράτες και σε συνθήκες πολέμου, όχι μόνο με όρους ιδεολογικοπολιτικής ζύμωσης, αλλά και από τη σκοπιά της παρέμβασης στο εργατικό-λαϊκό κίνημα με τη διαμόρφωση στόχων πάλης.
Το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα αντιμετωπίζει χρόνια και βαθιά ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική κρίση. Σημαντικός αριθμός ΚΚ που δεν μεταλλάχτηκαν και «στάθηκαν όρθια» στην αντεπανάσταση, διακηρύσσοντας τον μαρξισμό-λενινισμό και τον προλεταριακό διεθνισμό, δεν μπόρεσαν να βγάλουν συμπεράσματα για τις προγραμματικές αιτίες των αντεπαναστατικών ανατροπών, να μελετήσουν την Ιστορία τους και την Ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, να διαμορφώσουν ανάλογα τη στρατηγική τους εκφράζοντας τις σύγχρονες ανάγκες της ταξικής πάλης, την πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση, την ανατροπή του καπιταλισμού, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε νέες και βάθυνε παλιές ιδεολογικοπολιτικές διαιρέσεις. Κομμουνιστικά Κόμματα που προηγούμενα ταύτιζαν τον ιμπεριαλισμό μόνο με την επιθετική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και ορισμένων ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης και εξωράιζαν το ρόλο άλλων καπιταλιστικών κρατών, βλέπουν τώρα στο πρόσωπο της Ρωσίας, της Κίνας ή του Ιράν κάποιες δήθεν «αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις» ή ακόμη και έναν κατά φαντασία «αντιιμπεριαλιστικό άξονα».
Τέτοιες δυνάμεις, με αντιεπιστημονικό τρόπο, ξεπερνούν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τους αντίστοιχους ανταγωνισμούς, που αποτελούν τη βασική αιτία των ιμπεριαλιστικών πολέμων, εκτιμούν πως διαμορφώνεται ένας «δίκαιος», «ειρηνικός», «πολυπολικός κόσμος» και κάποιες από αυτές στηρίζουν την Κίνα, τη Ρωσία ή την Ευρωπαϊκή Ενωση, θεωρώντας αυτές τις δυνάμεις ως «αντίπαλο δέος» στις ΗΠΑ, ταυτίζοντας τις επιδιώξεις των αστικών τάξεων αυτών των κρατών ή ενώσεων με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων των χωρών τους. Ιδεολογικοποιούν επιμέρους αναγκαίους συμβιβασμούς και ελιγμούς και τους δίνουν προγραμματικό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε επιδρά ο αρνητικός συσχετισμός διεθνώς, η σκέψη να αναζητηθεί ένα στήριγμα, ένα «αποκούμπι» στο πλαίσιο του διεθνούς αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων. Διαστρεβλώνεται η σωστή λενινιστική θέση για αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων προς όφελος του εργατικού επαναστατικού κινήματος και της σοσιαλιστικής εξουσίας.
Η αρνητική αυτή κατάσταση έχει επιδράσει καταλυτικά στις Διεθνείς Συναντήσεις Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων (ΔΣΚΕΚ), οι οποίες ξεκίνησαν με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, όμως σταδιακά έχουν εξαντλήσει την όποια δυναμική τους, αλλά και τους λόγους για τους οποίους δημιουργήθηκαν και την αρχική τους σημασία κι έχουν μετατραπεί σε πεδίο έντονων, άγονων αντιπαραθέσεων, ανακυκλώνοντας την κρίση του κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα, παρατηρούνται σοβαρά και δισεπίλυτα προβλήματα λειτουργίας, που έχουν κυρίως ιδεολογικοπολιτική βάση, ιδίως μετά την εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία.
Η διαπάλη δεν διεξάγεται μόνο με τα κόμματα που μεταλλάχτηκαν ή συνέχισαν την παράδοση του ευρωκομμουνισμού ούτε μόνο με κόμματα που διατηρούν ακόμα τη χρεοκοπημένη στρατηγική των μεταβατικών σταδίων, τη λαθεμένη πολιτική που αποσπά τον ιμπεριαλισμό από τα μονοπώλια, την οικονομική του βάση, ή την αποτυχημένη γραμμή της συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία, τον κοινοβουλευτικό δρόμο κ.ά. Σήμερα, η διαπάλη έχει πάρει μεγάλες διστάσεις και αφορά και κόμματα με τα οποία το ΚΚΕ διατηρούσε καλές σχετικά σχέσεις παλιότερα, παρά τις ιδεολογικές-πολιτικές διαφορές, κι εγκατέλειψαν βασικές κομμουνιστικές αρχές, στήριξαν την αστική τάξη της Ρωσίας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τάχθηκαν με το ευρασιατικό στρατόπεδο, έγιναν υποστηριχτές του κινέζικου καπιταλισμού, φορείς της αμφισβήτησης των νομοτελειών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τέτοιες δυνάμεις συσπειρώνονται στο «αντιφασιστικό φόρουμ» ή στη λεγόμενη «παγκόσμια αντιιμπεριαλιστική πλατφόρμα» που -εκτός των άλλων- εκτελεί και αντιΚΚΕ αποστολή.
Η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε την ώρα που οι εξελίξεις έχουν αναδείξει την αναγκαιότητα της επαναστατικής ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος, την οποία υπερασπίζεται το ΚΚΕ και ΚΚ με τα οποία συνεργάζεται το Κόμμα μας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Δράσης (ΕΚΔ) και της Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΔΚΕ), ή άλλα δεκάδες ΚΚ, από διάφορες περιοχές της υδρογείου, με τα οποία συζητάμε συντροφικά και ορισμένα πήραν μέρος στην πρόσφατη διεθνιστική εκδήλωση τον Νοέμβρη στην Αθήνα προς τιμήν της Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης.
Το ΚΚΕ, με πίστη στην αρχή του Προλεταριακού Διεθνισμού, παίρνοντας υπόψη τον διεθνή χαρακτήρα της ταξικής πάλης και την αναγκαιότητα της ενιαίας στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, παλεύει με στόχο τη διαμόρφωση Μαρξιστικού-Λενινιστικού Πόλου και την επαναστατική ανασύνταξη του ευρωπαϊκού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Η εγχώρια οικονομία βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης που παραμένει επισφαλής κυρίως λόγω της στενής σύνδεσής της με τις οικονομίες των υπόλοιπων χωρών της ΕΕ με δυσκολίες στις εξαγωγικές δυνατότητες, με αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο και τον κίνδυνο εκδήλωσης μιας νέας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.
Το σκέλος των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης οδεύει προς το τέλος του το 2026. Για να στηριχτεί η καπιταλιστική ανάπτυξη την επόμενη τετραετία, με κρατικούς και ευρωενωσιακούς πόρους, θα αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση επενδύσεων οι πόροι των 3 νέων κοινοτικών Ταμείων (Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο Εκσυγχρονισμού και Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων) και του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2026-2029, το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων και το ΕΣΠΑ.
Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 έχει συνολικό προϋπολογισμό 22,4 δισ. ευρώ και θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις σε στρατηγικές προτεραιότητες της άρχουσας τάξης όπως οι υποδομές, οι μεταφορές, η Τεχνητή Νοημοσύνη, η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Σημαντική αλλαγή είναι η στροφή στην πολεμική οικονομία στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας της ΕΕ.
Ωστόσο, ακόμα και οι επίσημες προβλέψεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2026-2029 της ΕΕ δείχνουν επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας την επόμενη τετραετία.
Οι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής για τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και τη στήριξη των επενδύσεων στην πολεμική οικονομία θα μεταφραστούν σε κλιμάκωση της επίθεσης στα δικαιώματα και στο εισόδημα των εργαζομένων. Αυτούς τους στόχους που υπηρετούν τη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ προσυπογράφουν όλα τα κόμματα της σημερινής συστημικής αντιπολίτευσης.
Η προώθησή τους θα στηριχτεί με μέτρα που θα επιδεινώσουν ακόμα περισσότερο τη θέση του λαού, για να στηριχτεί η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, όπως αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, νέες περικοπές στην κρατική κοινωνική πολιτική και στα ασφαλιστικά δικαιώματα, παραχώρηση της περιουσίας του Δημοσίου για κερδοφόρες επενδύσεις, «απλοποίηση» των αδειοδοτήσεων με κατάργηση όρων περιβαλλοντικής προστασίας, συνέχεια στην πολιτική των βαριών έμμεσων φόρων κλπ.
Η επίθεση στο εισόδημα και στα δικαιώματα του λαού αποτελεί μονόδρομο για τη στρατηγική του κεφαλαίου τα επόμενα χρόνια, καθώς αυξάνεται η πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού για την προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων.
Η προηγούμενη περίοδος διέψευσε για άλλη μια φορά το μύθο της καπιταλιστικής ανάπτυξης για όλους, που τάχα μπορεί να ωφελήσει και τους θύτες και τα θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αποδείχτηκε ξανά ότι όλες οι μορφές αστικής διαχείρισης (επεκτατική - περιοριστική πολιτική, άνοδος - πτώση επιτοκίων κλπ.) ωφελούν σταθερά το κεφάλαιο και φορτώνουν νέα βάρη στον λαό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο λαός της Ελλάδας βρίσκεται πλέον στην τελευταία θέση σε αγοραστική δύναμη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Στο 42,8% φτάνει το ποσοστό του πληθυσμού που έχει βραχυχρόνια χρέη (δόσεις στεγαστικών δανείων, ενοικίων, λογαριασμών ρεύματος, νερού κλπ.). Το κόστος στέγασης φτάνει το 35,5% του συνολικού εισοδήματος, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της ΕΕ στην ενεργειακή φτώχεια (μη επαρκή θέρμανση) και 4 εκ. οφειλέτες χρωστούν στο κράτος 162 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση διαφημίζει την αύξηση του ονομαστικού μισθού, κρύβοντας τη μείωση του πραγματικού λόγω του πληθωρισμού, της ακρίβειας στα τρόφιμα και στην Ενέργεια, ενώ συνεχίστηκε η φοροεπιδρομή σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους. Τα συνολικά έσοδα από τον ΦΠΑ, τον βασικό άδικο έμμεσο φόρο, εκτινάχτηκαν απ' το 2019 έως σήμερα πάνω από 65%.
Το προηγούμενο διάστημα διατηρήθηκε η βασική κατεύθυνση των ιδιωτικών επενδύσεων προς τον Τουρισμό, την αγοραπωλησία γης και κατοικιών, την εξαγορά υφιστάμενων επιχειρήσεων και τις «πράσινες» ενεργειακές επενδύσεις (ΑΠΕ) με γνώμονα τη διασφάλιση του μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου.
Η στροφή προς την πολεμική οικονομία δεν αφορά μόνο τις νέες επενδύσεις και την αύξηση της παραγωγής της πολεμικής βιομηχανίας (όπλα, πυρομαχικά, ηλεκτρονικό πόλεμο) και της ευρύτερης στεφάνης επιχειρήσεων που παράγουν σχετικά εμπορεύματα (π.χ. είδη επιμελητείας). Αφορά κυρίως τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στον ενεργειακό και εμπορικό πόλεμο ΕΕ - Ρωσίας και στην υπαγωγή πολλών κλάδων στους στόχους και στα έργα πολεμικής προετοιμασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζουν:
Η προώθηση αυτών των στόχων, με τη στήριξη όλων των κομμάτων του συστήματος, μεταφράζεται σε μεγάλα κέρδη των εγχώριων ενεργειακών, κατασκευαστικών και τραπεζικών ομίλων και των εφοπλιστών. Αυτοί είναι οι μόνοι που έχουν λόγο να πανηγυρίζουν. Αντίθετα, ο λαός, εκτός απ' την ένταση της εκμετάλλευσης, τις περικοπές σε αναγκαίες δαπάνες κοινωνικής πολιτικής και την ένταση της καταστολής, μπορεί να μετατραπεί και σε στόχο στρατιωτικών αντιποίνων, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Με τον ίδιο αντιλαϊκό προσανατολισμό αναπτύσσονται και αξιοποιούνται σήμερα ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας και του κράτους και οι εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το ψηφιακό αστικό κράτος μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά προς όφελος του κεφαλαίου, διευκολύνοντας την προώθηση αντιδραστικών αλλαγών (π.χ. ψηφιακό φακέλωμα των πολιτών, φορολογία).
Οι νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα η Τεχνητή Νοημοσύνη αξιοποιούνται απ' την εξουσία του κεφαλαίου, διεθνώς και στην Ελλάδα, ως μέσο αύξησης της εκμετάλλευσης και ως μέσο ελέγχου, χειραγώγησης και καταστολής του λαού. Ο καπιταλισμός αξιοποιεί τις τεχνολογίες αιχμής για να προσεγγίσει την πλήρη υπαγωγή της εργασίας στους στόχους του κεφαλαίου. Ακυρώνει τη δυνατότητα που προσφέρει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να μειωθεί ο εργάσιμος χρόνος και να αναβαθμιστεί το περιεχόμενο του μη εργάσιμου χρόνου σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής.
Στο φόντο αυτών των αλλαγών δυναμώνει η τάση μεγέθυνσης μεγάλων ομίλων και γενικότερα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Η τάση διόγκωσης του τουριστικού κλάδου και η στροφή στην πολεμική προετοιμασία τροφοδοτούν μια σειρά από ενδοαστικές αντιθέσεις που αφορούν μεταξύ άλλων το υψηλό κόστος της «πράσινης ενέργειας» στη βιομηχανία, ιδιαίτερα στην ενεργοβόρα μεταποίηση και τη «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού, που επιδρά ανταγωνιστικά στο βαθμό κρατικής στήριξης άλλων κλάδων της οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός που σαπίζει δεν είναι ούτε παντοδύναμος, ούτε ανίκητος. Η σύγχρονη εργατική τάξη, η κύρια παραγωγική δύναμη, είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων μηχανισμών του συστήματος, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Οι διεργασίες που εξελίσσονται στο έδαφος της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, της πολεμικής προετοιμασίας και της αύξησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, οι ενδοαστικές αντιθέσεις για το λεγόμενο παραγωγικό μοντέλο, την κατανομή των κοινοτικών και κρατικών κονδυλίων και την ιεράρχηση των ενισχύσεων, διαπερνούν και τις διεργασίες για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Τέτοιες διεργασίες εκδηλώνονται ανάμεσα σε διάφορα τμήματα του κεφαλαίου που εκφράζονται ή επιδιώκουν να εκφραστούν και πολιτικά. Ηδη από το προηγούμενο καλοκαίρι, υπάρχει ένας ορισμένος καβγάς που άλλοτε οξύνεται και άλλοτε, ανάλογα με την συγκυρία, περιορίζεται ή δεν εκφράζεται τόσο ανοιχτά αλλά με υπόγειες διεργασίες. Τμήματα του κεφαλαίου θεωρούν ότι είναι «ριγμένα» από τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι χρειάζεται να υπάρξει άλλος προσανατολισμός, τόσο στην ιεράρχηση της στήριξης των κλάδων της καπιταλιστικής οικονομίας όσο και στην εξωτερική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους, στις σχέσεις του, π.χ., με τη Ρωσία ή άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Σε αυτή τη βάση αξιοποιούνται και τα λεγόμενα εθνικά θέματα, όπως τα Ελληνοτουρκικά ή και το Κυπριακό.
Εκδηλώνονται τάσεις αμφισβήτησης της κυβέρνησης που προέρχονται από το εσωτερικό της ΝΔ και κατευθύνονται κυρίως ενάντια στη σημερινή της ηγεσία, δίχως να φαίνεται προς το παρόν ότι κλονίζουν τη συνοχή της κυβέρνησης. Στη διατήρηση της συνοχής της ΝΔ συμβάλλει και η κατάσταση που επικρατεί στο τόξο των άλλων αστικών κομμάτων, αφού ακόμα δεν φαίνεται ένα κόμμα ή συνεργασία κομμάτων να λειτουργεί με αξιώσεις για την αναπαραγωγή του δίπολου της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, γεγονός που δυσκολεύει το αστικό πολιτικό σύστημα.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει -τουλάχιστον σε αυτή τη φάση- συγκροτημένο κυβερνητικό δίπολο εναλλαγής της διακυβέρνησης, το λεγόμενο «κενό», όπως λέγεται στα μέσα ενημέρωσης, είναι ένα πρόβλημα που το σύστημα προσπαθεί να λύσει αξιοποιώντας ταυτόχρονα και διάφορες καταστάσεις, γεγονότα, ζητήματα, δοκιμάζοντας έτσι και τη δυναμική ενδεχόμενων λύσεων. Για παράδειγμα, η επανεμφάνιση Τσίπρα εντάσσεται σε ένα τέτοιο πλαίσιο, με το «ξαναβάπτισμα» να γίνεται μετά από κάποια χρόνια «αγρανάπαυσης» και με ειδικό σενάριο που φτιάχτηκε στα «δέκα χρόνια δημοψήφισμα».
Η προώθηση ενός πολιτικού κλίματος αναγκαίας κυβερνητικής εναλλαγής αφορά τη συνολικότερη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος και συμπεριλαμβάνει και την κομματική εκπροσώπηση του λεγόμενου «κεντροδεξιού χώρου» που φαίνεται να μην καλύπτεται μόνο από τη ΝΔ υπό τη σημερινή της ηγεσία.
Ταυτόχρονα, σε διαδικασία δοκιμασίας βρίσκονται και άλλες διεργασίες και προοπτικές, όπως το κόμμα Καρυστιανού που έχει τη στήριξη ορισμένων εκδοτικών συγκροτημάτων, αστών πολιτικών και διάφορων δυσαρεστημένων από τα αστικά κόμματα που προέρχονται. Σε αυτό το πλαίσιο ήταν ενταγμένη και η δημοσκοπική άνοδος που εμφανιζόταν, κυρίως το πρώτο εξάμηνο το 2025 και που έως ένα βαθμό συνεχίζεται με εξάρσεις και υφέσεις, για το κόμμα Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου.
Επειδή όλα αυτά δεν είναι αυστηρά κατασκευασμένα, αλλά πατάνε και στην αντικειμενική γενικευμένη δυσαρέσκεια και αγανάκτηση λαϊκών δυνάμεων, γίνεται προσπάθεια να διοχετευτούν προς υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις αστικού προσανατολισμού που διαφοροποιούνται από την κυβέρνηση σε πλευρές της πολιτικής της, ασκώντας με το λαϊκισμό τους μια επίδραση σε τμήματα κοινωνικών δυνάμεων, κυρίως της υπαίθρου, όπως για παράδειγμα η Ελληνική Λύση του Κ. Βελόπουλου.
Οσο οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και το ενδεχόμενο ενός ευρύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου εμφανίζεται περισσότερο πιθανό, θα επηρεάζει και το αστικό πολιτικό σύστημα καθοριστικά. Αλλωστε, διαχρονικό στοιχείο της πολεμικής προετοιμασίας των καπιταλιστικών κρατών είναι η καταστολή του «εσωτερικού ταξικού εχθρού», πράγμα που σημαίνει ότι θα γίνονται όλο και περισσότερο χρήσιμες για το σύστημα ακροδεξιές ή φασιστικές πολιτικές δυνάμεις που, μιλώντας στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και του «κοινού εθνικού συμφέροντος», θα στρέφονται ενάντια στην ταξική πάλη και θα επιχειρούν να υπαγάγουν εργατικές λαϊκές δυνάμεις στους σχεδιασμούς της καπιταλιστικής εξουσίας.
Από τη σκοπιά της αστικής τάξης το βλέμμα είναι στραμμένο στο μέλλον. Είναι δηλαδή στραμμένο στην πιθανότητα μαζικής αμφισβήτησης του σημερινού πολιτικού συστήματος και μάλιστα σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και όξυνσης όλων των αντιθέσεων, που περιλαμβάνει όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει, όπως η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ που έχει απομείνει και με τις διάφορες σημερινές φτερούγες που έχουν προκύψει από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις τους.
Το Κόμμα απαιτείται να έχει επαγρύπνηση και ετοιμότητα με την παρέμβασή του να δυσκολεύει την επιχείρηση χειραγώγησης της δικαιολογημένης λαϊκής δυσαρέσκειας, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις και πώς αυτές θα καταλήξουν στη διαδικασία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, προκειμένου να αντιμετωπιστούν με επιτυχία όλες οι απόπειρες «φτιασιδώματός» του με «παλιά» και «νέα» υλικά, οι οποίες στοχεύουν τις εργατικές λαϊκές συνειδήσεις, που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν και μετατοπίζονται έως ένα βαθμό, αμφισβητώντας την κυρίαρχη πολιτική, συμμετέχοντας σε αγώνες, σε σωματεία και φορείς, αλλάζοντας τον συσχετισμό υπέρ των ταξικών δυνάμεων από τα κάτω, προσβλέποντας στο ΚΚΕ.
Είναι η στιγμή που χρειάζεται να δυναμώσουμε την ιδεολογική-πολιτική επίθεση και προβολή της θέσης του ΚΚΕ που είναι η μόνη πραγματικά προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, για μη συμμετοχή ή στήριξη σε αντιλαϊκές αστικές κυβερνήσεις, με όποιο μανδύα και αν αυτές εμφανίζονται και κάτω από οποιεσδήποτε εξελίξεις, είτε μακρόχρονης «ειρηνικής πορείας με το πιστόλι στον κρόταφο του λαού» είτε μεγαλύτερης πολεμικής εμπλοκής και ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Να αναδείξουμε ότι απέναντι στο αποπροσανατολιστικό δίλημμα που επικεντρώνει μόνο στο πρόσωπο του Μητσοτάκη ή της ΝΔ για να πέσει η κυβέρνηση αυτή, υπάρχει η εναλλακτική πρόταση του ΚΚΕ που οδηγεί στην ανάγκη να μετατραπεί η μαζική λαϊκή αμφισβήτηση στη ΝΔ και τον Μητσοτάκη σε συνολική αμφισβήτηση της πολιτικής που υλοποιεί η κυβέρνηση αυτή, όσες κυβέρνησαν μέχρι σήμερα, αλλά και τα κόμματα που στηρίζουν στην ουσία τις ίδιες πολιτικές που υπηρετούν το καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο χάσιμο χρόνου είναι οι βαθιά λαθεμένες και εξίσου αποπροσανατολιστικές προτάσεις κάποιων κομμάτων της αντιπολίτευσης περί δήθεν «προοδευτικών» μετώπων, «δημοκρατικών», «κεντροαριστερών» συμμαχιών για να φύγει ο Μητσοτάκης και άλλα σχετικά ουτοπικά παραμύθια.
Αλλωστε στην Ελλάδα έχουν δοκιμαστεί πολλές κυβερνητικές εκδοχές, υπάρχει συσσωρευμένη αρνητική πείρα, επομένως οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα από διάφορες κυβερνητικές εναλλαγές. Αυτή η πείρα τούς βοηθά να κατανοήσουν και το γιατί το ΚΚΕ λέει κατηγορηματικά «όχι» σε συμμετοχή ή στήριξη τέτοιων αστικών κυβερνήσεων. Αυτή η πείρα πρέπει να υπενθυμίζεται συνεχώς για να την γνωρίζουν κυρίως οι νεότερες ηλικίες που δεν την έχουν ζήσει. Είναι δικό μας καθήκον να μεταφέρεται ανελλιπώς και συνεχώς αυτή η πείρα.
Διακριτός, ξεχωριστός πόλος, πραγματική λαϊκή αντιπολίτευση, στην αντίπερα όχθη, στο πλευρό του λαού και των αγώνων του, βρίσκεται σταθερά μόνο το ΚΚΕ. Η συμπόρευση μαζί του παντού, μέσα στο κίνημα, σε βουλευτικές και άλλες εκλογικές διαδικασίες, αποτελεί μονόδρομο, προκειμένου να ανοίξει ένας άλλος διαφορετικός δρόμος υπέρ των εργατικών λαϊκών συμφερόντων.
Από το 21ο στο 22ο Συνέδριο, αλλά και σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, από το 19ο Συνέδριο, σημειώσαμε πρόοδο. Η εκτίμηση αυτή γίνεται ακριβώς γιατί πρέπει αυτά τα βήματα προόδου να τα κατοχυρώσουμε και εδραιώσουμε παραπέρα.
Πρώτο: Εκτιμάμε ότι έχουμε πρόοδο στην παρέμβαση και ικανότητα καθοδήγησης κινημάτων. Τέτοια θετικά βήματα εντοπίζουμε στην οργάνωση της αντιπολεμικής πάλης και παρέμβασης, της αλληλεγγύης σε δοκιμαζόμενους λαούς, στην άμεση παρέμβαση στην τραγωδία των Τεμπών, από την πρώτη στιγμή και μέχρι σήμερα, στην οργάνωση απεργιών κόντρα και στις ηγεσίες ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, σε μεγάλα μέτωπα που άνοιξαν όπως ΛΑΡΚΟ, Μεταλλεία Χαλκιδικής, στην πάλη κατά των πλειστηριασμών, στο εκπαιδευτικό κίνημα, στο κίνημα υγείας κλπ. Βασικά αρνητικά και ελλείψεις που έχουμε εντοπίσει και είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα είναι η αδύναμη συζήτηση και αφομοίωση βασικών συμπερασμάτων από αυτούς τους αγώνες, τόσο ως προς τις μορφές κινητοποίησης και δράσης όσο και ως προς το περιεχόμενο της ιδεολογικοπολιτικής προετοιμασίας τους και αντιπαράθεσης με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και παρατάξεις μέσα στο κίνημα, με την εργοδοσία, με το αστικό κράτος, με την κυβέρνηση της ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη που κυβερνούσε τα χρόνια από το 21ο Συνέδριο (2021-2025), αλλά και νωρίτερα (2019-2021). Το ίδιο ισχύει για την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ (2015-2019) και με τις κυβερνήσεις Σαμαρά (αρχικά ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ και στη συνέχεια ΝΔ - ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2013-2015), αν συμπεριλάβουμε όλα τα χρόνια από το 19ο Συνέδριο (2013). Πρέπει να ασχοληθούμε περισσότερο κυρίως μετά το Συνέδριο, με το πώς προωθείται η προσπάθεια αφομοίωσης από τα μέλη μας της υπάρχουσας πείρας στις ΚΟΒ, μέσα στις συνελεύσεις τους, στις συνεργασίες, όταν συζητιέται η προετοιμασία ενός νέου αγώνα. Επιθεωρώντας συστηματικά τις δυνάμεις μας σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να δούμε πόσες και ποιες ΚΟΒ παίζουν τέτοιο πρωτοπόρο ρόλο σήμερα στο χώρο ευθύνης τους, μέσα σε ένα εργοστάσιο, σε έναν κλάδο, στα σχολεία, στις σχολές ή σε μια συνοικία κ.ο.κ. Ιδιαίτερα να αντιμετωπίσουμε καθυστερήσεις που υπάρχουν σε σημαντικούς χώρους δουλειάς και κλάδους, ενισχύοντας την προσπάθεια να γίνει κάθε ΚΟΒ το Κόμμα στο χώρο της.
Δεύτερο: Εκτιμάμε ότι υπάρχει βελτίωση της ικανότητας συσπείρωσης με βάση την αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή που έχουμε επεξεργαστεί στα μαζικά κινήματα. Αυτό δείχνει και επιβεβαιώνει η πανελλαδική εικόνα. Εχει μεγάλη σημασία όμως αυτό να εκφραστεί με συνεχή προσπάθεια σε κάθε χώρο, επεξεργαζόμενοι αυτή τη γραμμή συσπείρωσης που συμβάλλει στην καλλιέργεια αντικαπιταλιστικής συνείδησης με βάση και την πείρα. Η κάθε ΤΕ και ταυτόχρονα η κάθε ΚΟΒ, αμέσως μετά το Συνέδριο, να το αναλύσει διεξοδικά στο χώρο της. Τι συγκεκριμένα έχει καταφέρει στον τομέα της συσπείρωσης δυνάμεων μέσα στο κίνημα. Τι ενέργειες έχει κάνει, τι συγκεκριμένα αποτελέσματα μετράει, σε συσπείρωση εργατών, σε απεγκλωβισμό τους από την αστική ιδεολογία, τα αστικά κόμματα, τη σοσιαλδημοκρατία, τον οπορτουνισμό. Πώς εκφράζεται αυτό, π.χ. με συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια, με συμμετοχή στις δραστηριότητες του ΠΑΜΕ κ.ά. Πώς θα προχωρήσει παραπέρα, ώστε ο κάθε συμπορευόμενος με το Κόμμα εργάτης μέσα στο κίνημα, να μετατραπεί σε πρωτοπόρο κομμουνιστή στο χώρο του. Πώς θα ανοίξουμε μαζί τους τη συζήτηση για το Πρόγραμμα του Κόμματος και πώς από δω και πέρα θα δουλέψουμε μαζί τους με τις αποφάσεις του Συνεδρίου.
Τρίτο: Εκτιμάμε ότι υπάρχει βελτίωση της ικανότητας άμεσης κομματικής και μαζικής παρέμβασης σε μεγάλα γεγονότα που έχουν συμβεί όλη αυτή την περίοδο. Τέτοια μεγάλα γεγονότα ήταν η έναρξη του ρωσοουκρανικού πολέμου, η έναρξη της επίθεσης του Ισραήλ στη Γάζα με πρόσχημα την επίθεση της Χαμάς. Το Κόμμα τοποθετήθηκε άμεσα σωστά, οργάνωσε μαζικές κινητοποιήσεις στις πρεσβείες των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Ρωσίας, πήρε πολύμορφες πρωτοβουλίες. Το ίδιο συνέβη με το έγκλημα στα Τέμπη και ό,τι ακολούθησε, οργάνωσε μεγάλες εργατικές λαϊκές κινητοποιήσεις. Εκτός από τις κεντρικές πρωτοβουλίες και δράσεις που έδωσαν και το στίγμα, πρέπει να δούμε πώς εξασφαλίζουμε την ετοιμότητα και ικανότητα παρέμβασης σε επίπεδο κάθε ΤΕ και κάθε ΚΟΒ. Πού βρίσκονται σήμερα τα αντανακλαστικά μας. Πού βρίσκεται η ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση και η στήριξη των θέσεων του Κόμματος μέσα στο χώρο ευθύνης του κάθε κομματικού μέλους και της κάθε ΚΟΒ. Με αυτά πρέπει να ασχοληθεί η ΚΟΒ. Πώς αντιμετωπίζει η ίδια τέτοια μεγάλα γεγονότα στον χώρο της, είτε αφορά την εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και συγκρούσεις είτε αφορά πυρκαγιές, πλημμύρες, πλειστηριασμούς κατοικιών, καταστολή από το αστικό κράτος, εμφάνιση και δράση φασιστών και τόσα άλλα.
Τέταρτο: Εχουμε θετικά βήματα στην επεξεργασία της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης και γενικά και σε επιμέρους μέτωπα και ζητήματα. Αυτό εκτιμάμε ως ΚΕ για τη συνολική κεντρική παρέμβαση του Κόμματος που εκφράζεται σε παρεμβάσεις μας στη Βουλή, την ευρωβουλή, σε ομιλίες κεντρικών στελεχών, στη βελτίωση της αρθρογραφίας του «Ριζοσπάστη», στην επεξεργασία θέσεων για το δικαιωματισμό και τις θεωρίες φύλου, για την πράσινη μετάβαση, για την Τεχνητή Νοημοσύνη, για το αστικό κράτος, για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κλπ. Ομως αυτό δεν εκφράζεται ακόμα καθοδηγητικά ολοκληρωμένα από τις ΕΠ προς τις ΤΕ. Τα όποια βήματα έχουν γίνει σε αυτή την κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο σε επίπεδο ΚΟΒ ώστε οι κεντρικές επεξεργασίες να γίνουν κτήμα του κάθε μέλους του Κόμματος και της ΚΝΕ, είναι μικρά. Εντοπίζοντας τα προβλήματα συγκεκριμένα που υπάρχουν σήμερα, να πάρουμε και τα αντίστοιχα μέτρα. Να καθοδηγούμε με αυτό το πνεύμα της ενίσχυσης της ιδεολογικής διαπάλης και του εξοπλισμού των στελεχών και μελών μας στις ΚΟΒ με τις επεξεργασίες μας, την απαραίτητη βιβλιογραφία κλπ. Να αξιοποιούμε τον «Ριζοσπάστη» σε αυτή την κατεύθυνση, την ΚΟΜΕΠ κ.ά.
Πέμπτο: Υπάρχει σημαντική αντανάκλαση αυτής της θετικής πορείας στην άνοδο της πολιτικής, εκλογικής και συνδικαλιστικής μας επιρροής αυτά τα χρόνια. Αυτό εκφράστηκε και στις εκλογικές μάχες που δώσαμε και στις αρχαιρεσίες σωματείων, συλλόγων, σε πολλούς κλάδους. Ομως, πρέπει να μας απασχολήσει παραπέρα, γιατί η ψήφος στις εκλογές ή σε αρχαιρεσίες του κινήματος δεν έχει βάθος, δεν εκφράζεται στην καθημερινή δράση, στη συμμετοχή στους αγώνες, στην πρωτοπόρα και εξειδικευμένη δουλειά σε κάθε χώρο ή λαϊκό πρόβλημα. Για παράδειγμα, στο Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή» συμμετέχει μόνο ένα ποσοστό των υποψηφίων μας στα ψηφοδέλτια της «Πανσπουδαστικής» στις φοιτητικές εκλογές, παρότι εκεί είμαστε πρώτη δύναμη. Στην πορεία της προσυνεδριακής συζήτησης ακόμα περισσότερο συνειδητοποιήσαμε πόσο μακριά είμαστε ακόμα από τους στόχους που θέτουμε. Ας αναλογιστούμε σε πόσους συνδικαλιστές που συμμετέχουν σε πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία στα ψηφοδέλτιά μας, καθώς επίσης και στους γιατρούς, τους εκπαιδευτικούς, άλλους δημόσιους υπάλληλους, σε όλους αυτούς τους κλάδους που είμαστε πρώτη δύναμη, δώσαμε Θέσεις. Πολύ περισσότερο να μας απασχολήσει με πόσους θα καταφέρουν οι ΚΟΒ να συζητήσουν μαζί τους τις αποφάσεις τώρα, μετά τη λήξη του Συνεδρίου. Αυτά είναι προβλήματα που πρέπει συγκεκριμένα να απασχολήσουν όλους, από την ΚΕ έως τις ΚΟΒ, να βρούμε τις αιτίες, να βγάλουμε συμπεράσματα και κυρίως να πάρουμε μέτρα για την αντιμετώπισή τους.
Εκτο: Γενικά κρίνεται θετική η δράση και παρέμβασή μας στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που αυτό αντιμετωπίζει. Η διεθνής δράση του ΚΚΕ που καταγράφεται σε σχετικές εκθέσεις, σημειώματα και αρθρογραφία στον «Ριζοσπάστη», καθώς και οι μαζικοί αγώνες που οργανώνονται στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές δίνουν πείρα που μπορεί να στηρίξει την προπαγάνδα και τη γενικότερη διαφωτιστική δουλειά του Κόμματος. Επομένως, πρέπει να δούμε απαιτητικά να μεταφέρονται και να γίνονται κτήμα όλων των κομματικών μελών, των ΚΟΒ, των Κνιτών και των ΟΒ, ώστε οι ίδιοι να γίνονται κοινωνοί του τι συμβαίνει στην Ευρώπη, στον καπιταλιστικό κόσμο και ζωντανοί προπαγανδιστές της υπόθεσής μας στο κομμουνιστικό κίνημα. Την ίδια στιγμή που σημειώνουμε αυτή την αναγκαιότητα, δεν παίρνουμε μέτρα ενημέρωσης και συζήτησης στις συνεδριάσεις, στα αχτίφ, στις συνεργασίες, για όλες αυτές τις εξελίξεις, που συζητάει η ΚΕ και το ΠΓ σχεδόν κάθε βδομάδα και η κατάσταση αυτή επιβάλλεται να αλλάξει.
Η θετική εξέλιξη της προσυνεδριακής διαδικασίας, η μεγάλη, συντριπτική συμφωνία των μελών του Κόμματος με τις Θέσεις της ΚΕ, η προσπάθεια στελεχών να συμβάλουν στην όλη προσυνεδριακή συζήτηση, αποτελούν βάση, ωστόσο δεν πρέπει να μας καθησυχάσουν.
Είναι αναγκαίο ακόμα περισσότερο να κατανοηθεί η κρισιμότητα του ζητήματος που θέτουν οι Θέσεις, δηλαδή ότι δεν αναφερόμαστε απλώς σε μια ορισμένη αποσπασματική βελτίωση πλευρών της λειτουργίας ή της καθοδηγητικής δουλειάς που έχουν γενική ισχύ. Με βάση τα θετικά βήματα που εκτιμάμε ως Κόμμα, εστιάζουμε στις κρίσιμες ελλείψεις και αδυναμίες, όχι γενικά, αλλά γύρω από το κύριο θέμα, δηλαδή την αντιστοίχιση της καθημερινής λειτουργίας και δράσης του Κόμματος στο επαναστατικό Πρόγραμμα και Καταστατικό του.
Χρειάζεται βεβαίως να διευκρινιστεί ότι τέτοια ζητήματα δεν τα εντοπίζουμε πρώτη φορά ως Κεντρική Επιτροπή. Ουσιαστικά απασχόλησαν με τον ένα ή άλλο τρόπο και το 20ό και πολύ περισσότερο το 21o Συνέδριο.
Επίσης δεν έχουμε την ψευδαίσθηση και την αυταπάτη ότι το ζήτημα αυτό της αντιστοίχισης είναι κάτι που λύνεται «μια και έξω» ή ότι αρκούν ορισμένα μέτρα βελτίωσης, με την έννοια ότι η αντιστοίχιση αυτή συνδέεται με την επιβεβαίωση στην πράξη του ρόλου του Κόμματος ως συνειδητής επαναστατικής πρωτοπορίας και θα κριθεί σε βάθος χρόνου στην υλοποίηση των σκοπών του, την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Θα κριθεί τελικά στην πράξη.
Ωστόσο, σήμερα, εστιάζουμε σε αυτό το ζήτημα από τη σκοπιά της προετοιμασίας του Κόμματος στο φόντο μιας ενδεχόμενης νέας, βαθύτερης καπιταλιστικής κρίσης και γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου, της συνεπαγόμενης όξυνσης των ενδοαστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Εξετάζουμε το ζήτημα σε συνθήκες που, αν και δεν είναι επαναστατικές, τροφοδοτούν τη μαζική δυσαρέσκεια και την έντονη κινητικότητα εργατικών-λαϊκών δυνάμεων. Αυτό είναι κρίσιμο και καινούργιο στοιχείο που μπορεί να δυσχεράνει καθοριστικά τη δυνατότητα διαχείρισης του καπιταλιστικού κράτους ή και να διαμορφώσει προϋποθέσεις κλονισμού και ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ως ακόμα πιο επιτακτικό το καθήκον η πολιτική και μαζική δράση του Κόμματος να βασίζεται στη στρατηγική του.
Ως ένα βαθμό ακόμα παρουσιάζεται πρόβλημα στην κατανόηση και ιδιαίτερα στη δημιουργική αφομοίωση του προσανατολισμού για το αν η καθοδηγητική δουλειά μας αντιστοιχεί στον κατακτημένο από το Κόμμα, προγραμματικά και καταστατικά, επαναστατικό χαρακτήρα, ζήτημα που πρέπει να επιβεβαιώνεται διαρκώς, εμπλουτιζόμενο με τις ίδιες τις εξελίξεις και τη γενίκευση της πείρας της ταξικής πάλης. Οι δυσκολίες ως προς την προσήλωση στον προσανατολισμό οφείλονται σε μια σειρά αιτίες, οι κυριότερες από τις οποίες είναι προβλήματα της καθοδηγητικής δουλειάς, ώστε να γίνονται κοινό κτήμα όλων των οργάνων και των ΚΟΒ. Δεν οφείλονται σε συνολικές ιδεολογικές παρεκκλίσεις και διαφωνίες με το Πρόγραμμα και τη στρατηγική μας. Χρειάζεται κυρίως να μπορούμε να βαθαίνουμε σε κάθε πλευρά της δουλειάς μας, στη γραμμή της συσπείρωσης, της συμμαχίας, στην ιδεολογική διαπάλη, στην κλιμάκωση της προσπάθειας για ανάπτυξη των αγώνων κλπ., με αυξανόμενη απαιτητικότητα, ξεκινώντας από την ίδια την ΚΕ και ανάλογα στα παρακάτω όργανα.
Από αυτή τη σκοπιά στρέφουμε την προσοχή μας σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που θεωρούμε ως προϋποθέσεις για να μπορούμε σήμερα να λύνουμε αυτό το ζήτημα της αντιστοίχισης.
Η αναβάθμιση της θεωρητικής και ιδεολογικής δουλειάς και η διαμόρφωση αντίστοιχης υποδομής των καθοδηγητικών οργάνων από την ΚΕ μέχρι την ΚΟΒ είναι κρίσιμη προϋπόθεση χωρίς την οποία δεν μπορούμε να συζητάμε την αντιστοίχιση όλης της δράσης μας με άξονα τη στρατηγική μας. Εννοούμε την ανάγκη να ενισχυθεί η ιδεολογική-πολιτική και θεωρητική συζήτηση στα καθοδηγητικά όργανα και στις ΚΟΒ με άξονα ευρύτερα ιδεολογικά θέματα, ζητήματα Ιστορίας, αλλά και ζητήματα με τα οποία μας τροφοδοτεί η καθημερινή ιδεολογικοπολιτική διαπάλη. Μια συζήτηση που αντικειμενικά στηρίζει και στηρίζεται στο πρόγραμμα της οργανωμένης αυτομόρφωσης, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης είναι ζητήματα που θωρακίζουν θεωρητικά και αφορούν το Πρόγραμμα του Κόμματος, όπως η αφομοίωση των αιτιών της αντεπανάστασης, οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά και ο δρόμος για την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Γύρω από αυτά χρειάζεται ετοιμότητα επεξεργασίας με βάση τις επιστημονικές - τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη με την αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό. Το κρίσιμο ζήτημα βεβαίως είναι πώς αυτό το περιεχόμενο δεν μένει απλά ως μια συζήτηση στο πλαίσιο των καθοδηγητικών οργάνων αλλά τροφοδοτεί, ενισχύει τη συζήτηση και την καθοδηγητική βοήθεια στις ΚΟΒ και στις ΟΒ και την ιδεολογικοπολιτική συζήτηση σε αυτές.
Παρ' όλα τα βήματα που έχουν σημειωθεί στο επίπεδο των καθοδηγητικών οργάνων, παραμένει το πρόβλημα ότι βασικές επεξεργασίες του Κόμματος, όπως π.χ. οι τόμοι του Δοκιμίου Ιστορίας, δεν έχουν μελετηθεί και αφομοιωθεί από το σύνολο των κνίτικων και κομματικών δυνάμεων, ούτε από ένα βασικό στελεχικό δυναμικό σε οργανώσεις που βρίσκονται στην αιχμή της αντιπαράθεσης με την αστική ιδεολογία. Ταυτόχρονα λείπει σε μεγάλο τμήμα του στελεχικού δυναμικού η μεθοδολογία αξιοποίησης των ντοκουμέντων, των επεξεργασιών μας για μια σειρά ζητήματα, της αρθρογραφίας της ΚΟΜΕΠ, των εκδόσεων του μαρξιστικού-λενινιστικού βιβλίου για τις ανάγκες της τρέχουσας καθοδηγητικής δουλειάς και όχι μόνο για τις ανάγκες μιας πιο οργανωμένης ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης, με μορφή μαθημάτων ή άλλη.
Η καθυστέρηση αυτή βάζει αντικειμενικά εμπόδια στη σωστή και ολοκληρωμένη μελέτη των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων σε κάθε χώρο ευθύνης από το σύνολο των μελών των καθοδηγητικών οργάνων, την ικανότητα επεξεργασίας της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σε κάθε χώρο ευθύνης: Τη μελέτη της εξειδίκευσης της στρατηγικής της κυβέρνησης της ΝΔ και του κεφαλαίου σε κάθε περιοχή των προτεραιοτήτων του και των επενδυτικών σχεδίων, των σχεδίων «πράσινης ανάπτυξης», «ψηφιακής οικονομίας», πολεμικής οικονομίας κλπ.
Πολύ περισσότερο που σήμερα είναι αναγκαίο να διαμορφώσουμε σε κάθε ΕΠ, σε κάθε ΤΕ μέχρι και την κάθε ΚΟΒ, τον άξονα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σχετικά με τα σχέδια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, με το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού σε αυτή, με την αντιμετώπιση νέων δήθεν αντισυστημικών μορφωμάτων που θα κληθούν να παίξουν ρόλο στην εκτόνωση και την ενσωμάτωση της εργατικής-λαϊκής δυσαρέσκειας σε αντιδραστική κατεύθυνση.
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης πρέπει να μπαίνουν ζητήματα στρατηγικής των άλλων πολιτικών δυνάμεων, να αναδεικνύεται ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής τους, να αξιοποιείται η ιστορική πείρα, παλιότερη αλλά και νεότερη, σε σχέση με αυταπάτες και ψευδαισθήσεις για την δυνατότητα ύπαρξης κυβερνήσεων ή κοινοβουλευτικών συσχετισμών που μπορούν ταυτόχρονα να υπηρετούν και τη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ από τη μια μεριά και τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα από την άλλη. Ουσιαστικά μια τέτοια συζήτηση προϋποθέτει την ικανότητα των δυνάμεών μας να διεξάγουν τη διαπάλη για το ζήτημα του «δρόμου της ανατροπής» σε αντιπαράθεση με αυταπάτες για φιλολαϊκές λύσεις με βάση το αστικό κοινοβούλιο, δηλαδή να προβάλλουν την αναγκαιότητα της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και τους όρους με τους οποίους μπορεί να γίνει, το τι κίνημα απαιτείται γι' αυτό σήμερα, σε ποια κατεύθυνση και με ποιο προσανατολισμό.
Στο ίδιο πλαίσιο είναι ανεβασμένες οι απαιτήσεις της αντιπαράθεσης με την αστική Τοπική Διοίκηση, την πολιτική διαχείρισης που ασκείται από Δήμους και Περιφέρειες, τόσο στην υλοποίηση στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου όσο και στην ενσωμάτωση εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, είναι απαραίτητη η ανάδειξη της συμβολής της Τοπικής Διοίκησης στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Η αντιστοίχιση της εσωκομματικής λειτουργίας και της καθοδήγησης με τον επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος, το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του σημαίνει ότι σκοπός της λειτουργίας και της καθοδήγησης είναι να οργανώσει τη δουλειά συνειδητών επαναστατών, μελών του ΚΚΕ, στη δράση τους για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας, για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό και με βάση αυτό το κριτήριο να αξιολογείται όλη η κομματική ζωή και δράση. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι το μέλος του ΚΚΕ καλείται να δράσει οργανωμένα, επαναστατικά σε μη επαναστατικές συνθήκες, να υπηρετήσει τους στόχους που θέτει το Κόμμα για την ολόπλευρη προετοιμασία του για τις συνθήκες της επαναστατικής ανόδου. Για να μπορεί αυτό το περιεχόμενο να μην είναι απλώς ένα σύνθημα, να μη σκορπάει ή χάνεται μέσα στην τρέχουσα καθημερινότητα, είναι απαραίτητη όλη η καθοδηγητική φροντίδα να δίνει βάρος, να στρέφει την προσοχή της, ώστε όλη η κομματική λειτουργία και δράση να φωτίζει τους προγραμματικούς στόχους του Κόμματος, για να μπορεί να διαπερνά την καθημερινή δουλειά η «ιδέα» ότι και το παραμικρό που κάνουμε σήμερα αποτελεί «λιθαράκι» για το συνολικό αγώνα, για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Αυτό πρέπει να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, αντίληψης, δράσης και λειτουργίας των ΚΟ, να αποτελεί μόνιμο αντικείμενο και περιεχόμενο των οργάνων και των ΚΟΒ.
Για παράδειγμα, δεν μπορεί να περνάει ένα τέτοιο πνεύμα, όσο στην κομματική λειτουργία υπάρχουν απαράδεκτα φαινόμενα χαλαρότητας και φιλελευθερισμού που δεν συνάδουν με τη συγκρότηση και δράση ενός επαναστατικού κόμματος.
Δεν μπορεί να περνάει τέτοιο πνεύμα όταν υπάρχει συμβιβασμός με τρόπους λειτουργίας και συνήθειες που ουσιαστικά υποτιμούν ή υποβαθμίζουν το ρόλο των κομματικών μελών σε απλούς ακροατές εισηγήσεων ή σε καλούς οπαδούς του Κόμματος.
Δεν μπορεί να περνάει τέτοιο πνεύμα όταν υπάρχει συμβιβασμός και υποχώρηση απέναντι στις μεγάλες και σύνθετες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κομματικά μέλη, ιδιαίτερα όσα βρίσκονται σε παραγωγικές ηλικίες, αντί να υπάρξει φροντίδα στήριξης με συλλογικό κριτήριο, βασισμένη στην κομμουνιστική επιλογή ζωής και δράσης και στη συνείδηση των δυσκολιών και των απαιτήσεων της ταξικής πάλης. Συνδέεται με την αντίστοιχη προετοιμασία των νεότερων σε ηλικία κομματικών δυνάμεων, την ουσιαστική καθοδηγητική φροντίδα για τους κομμουνιστές και κομμουνίστριες νέους γονείς, με αντίστοιχα πολύπλευρα ιδεολογικά - πολιτικά - οργανωτικά μέτρα που βασίζονται στην αντίληψή μας για την οικογένεια, την εξέλιξή της και των καθηκόντων της στις εκάστοτε ιστορικές κοινωνικές συνθήκες για το περιεχόμενο της γονικής ευθύνης.
Δεν μπορεί να περνάει τέτοιο πνεύμα με φαινόμενα διοικητισμού και άγονης απαιτητικότητας που δεν ταιριάζουν σε μια οργάνωση συνειδητών επαναστατών.
Ενα κρίσιμο κριτήριο για την προώθηση της καθοδηγητικής δουλειάς και της λειτουργίας είναι η άνοδος της ικανότητας των κομματικών μελών να συζητάνε πλατιά με ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, δυνάμεις που έχουμε προσδιορίσει κοινωνικοταξικά στο Πρόγραμμα του Κόμματος, τη στρατηγική του ΚΚΕ, το στόχο του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, το δρόμο της επαναστατικής ανατροπής, τόσο μέσα από τη δράση τους στο εργατικό-λαϊκό κίνημα όσο και αυτοτελώς. Οσο αυτό δεν είναι υπόθεση των κομματικών μελών αλλά παραμένει υπόθεση ενός περιορισμένου κύκλου στελεχών, στην καλύτερη περίπτωση δεν μπορούμε να λέμε πως είμαστε ικανοποιημένοι από την πρόοδο της καθοδηγητικής δουλειάς.
Το γεγονός αυτό βεβαίως πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με την προσπάθεια για ανάδειξη του κάθε κομματικού μέλους σε πρωτοπόρο αγωνιστή στο χώρο ευθύνης του, έτσι ώστε να μπορεί να επικοινωνεί με ευρύτερες εργατικές-λαϊκές μάζες με στόχο τη διαμόρφωση βαθύτερων πολιτικών δεσμών με αυτές.
Ενα άλλο σημαντικό ζήτημα αφορά το πώς γίνεται αντιληπτό από τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ η μάχη που δίνουμε στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, πώς συζητάμε συμπεράσματα από αυτούς τους αγώνες, τι γίνεται κατανοητό σε σχέση με το ρόλο των κομμουνιστών σε αυτούς. Πώς, για παράδειγμα, καθημερινοί αγώνες για την απόσπαση κατακτήσεων από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων συνδέονται με την ταξική αντιπαράθεση, τη ρήξη και την ανατροπή του συστήματος. Πώς αυτό υπηρετείται μέσα από τη γραμμή που διαμορφώνουμε στο εργατικό κίνημα. Για παράδειγμα, το πώς θέσαμε το ζήτημα του 13ωρου: Γιατί δεν μείναμε μόνο στην απόσυρση του νομοσχεδίου, γιατί μιλάγαμε για αγώνα μέχρι τέλους, γιατί προβάλαμε το αίτημα για 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, πώς αυτός ο αγώνας φωτίζει την προοπτική της αλλαγής τάξης της εξουσίας, το σοσιαλισμό. `Η το αίτημα για αποκλειστικά δημόσιο, δωρεάν σύστημα υγείας - πρόνοιας, με κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης. Ποιος ο ρόλος των κομμουνιστών ώστε να ανοίγει μια τέτοια πιο πλατιά συζήτηση μέσα στην εργατική τάξη, πώς, δηλαδή, η πείρα μέσα από τη συμμετοχή στους αγώνες αξιοποιείται για να ανοίγει η συζήτηση για το τι κίνημα είναι σήμερα αναγκαίο, ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση του αγώνα και ποιες οι προϋποθέσεις του για να υπάρχει ουσιαστική και πραγματική νίκη για τους εργαζομένους, για την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών λαϊκών αναγκών.
Για να μπορούμε όμως να πετυχαίνουμε κάτι τέτοιο, έχει σημασία πώς συζητάμε και προετοιμάζουμε τη συμμετοχή των κομματικών μας δυνάμεων μέσα σε έναν αγώνα: Πώς δεν συζητάμε μαζί τους με στενούς «συνδικαλιστικούς» όρους, όπως θα συζητάγαμε με τα μέλη ενός συνδικάτου, ή με τα μέλη ενός αγροτικού συλλόγου, ή ενός φοιτητικού συλλόγου. Πώς δηλαδή διαμορφώνονται συλλογικά κριτήρια, στόχοι και δράση που να κάνει κατανοητό, πρώτα απ' όλα στα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ, το γεγονός ότι η πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών και κομμουνιστριών σε ένα ή άλλο μέτωπο πάλης, σε έναν αγώνα, πρέπει να υπηρετεί τους στόχους του Κόμματος.
Υπάρχει καθοδηγητική ευθύνη για το πώς γίνονται αντιληπτά τα καθήκοντα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, της επαγρύπνησης και της ετοιμότητας δράσης σε όλες τις συνθήκες στο επίπεδο της ΚΟΒ. Να έχει καθαρό η ΚΟΒ και κάθε κομματικό μέλος ότι έχει την άμεση ευθύνη για τη διεξαγωγή της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης για την απόσπαση εργατικών-λαϊκών συνειδήσεων από τον αντίπαλο, για την απόκρουση της επίθεσης του αντιπάλου και ότι αυτό το καθήκον δεν ανατίθεται κάπου αλλού, δεν θα «λυθεί» κάπου κεντρικά. Αυτό σημαίνει ικανότητα της ΚΟΒ να έχει γνώση του χώρου ευθύνης της και την πρωτοβουλία διεξαγωγής της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης με τις συγκεκριμένες δυνάμεις που δρουν σε αυτό το χώρο, όχι με στενά εκλογικίστικα κριτήρια ή με κριτήρια ενός συνδικαλιστικού συσχετισμού, αλλά με κριτήρια κοινωνικοταξικά. Η ΚΟΒ οφείλει να αναγνωρίζει ότι στο χώρο ευθύνης της μπορεί να «κυκλοφορούν» απόψεις και θέσεις που να μην αποκρυσταλλώνονται σε ανάλογη παρουσία συγκροτημένων πολιτικών δυνάμεων όπως τις ξέρουμε, π.χ., σε αγροτικές περιοχές επιδρούν εθνικιστικές απόψεις, ανεξάρτητα από το αν δρουν συγκροτημένα τέτοιες δυνάμεις ή σε χώρους εκπαίδευσης επιδρούν απόψεις του δικαιωματισμού κλπ.
Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο για να κατανοούνται και άλλα που αφορούν την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική επαγρύπνηση: Την αντιμετώπιση δηλαδή της προσπάθειας του αντιπάλου να διεισδύσει να παρεισφρήσει στις δυνάμεις μας, να χτυπήσει το Κόμμα «από μέσα». Η αντιμετώπιση τέτοιων αδυναμιών αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της συνολικής καθοδηγητικής αναβάθμισης, της προσπάθειας ενίσχυσης στοιχείων της επαναστατικής διαπαιδαγώγησης, του ατσαλώματος που πρέπει να συνδυάζει την ιστορική και ιδεολογική γνώση με τη δράση και τη στάση ζωής. Οφείλουμε να καλλιεργούμε την αντίληψη ότι ο κομμουνιστής είναι αδιάσπαστη προσωπικότητα, επαναστάτης που παλεύει και δρα μέσα σε εργατικές-λαϊκές μάζες, αλλά έχει ξεκάθαρο ότι βρίσκεται στο στόχαστρο του αντιπάλου που θα προσπαθήσει να τον υπονομεύσει, να τον χτυπήσει, να τον αποσπάσει από τους επαναστατικούς του σκοπούς.
Η βελτίωση του ρόλου του Κόμματος στο εργατικό και ευρύτερα λαϊκό κίνημα δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα βήματα στην οικοδόμηση του Κόμματος με βάση τα κοινωνικοταξικά κριτήρια και τις προτεραιότητες που έχουμε θέσει ως Κόμμα.
Βασικό ζήτημα είναι να αντιμετωπιστεί η απόσπαση των στόχων οργανωτικής ισχυροποίησης από την ιδεολογικοπολιτική ισχυροποίηση. Αυτό πρέπει να εκφράζεται στον πολιτικό σχεδιασμό των Οργανώσεων, με το ξεπέρασμα της τυπικής δουλειάς με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος, ώστε να μπουν στο επίκεντρο της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που αναπτύσσουν οι ΚΟΒ στα ζητήματα του Προγράμματος του Κόμματος (δρόμος της ανατροπής και σοσιαλισμός).
Οι σχέσεις και οι δεσμοί που διαμορφώνονται μέσα από τους αγώνες ή από μάχες αρχαιρεσιών και άλλα σε διάφορα συνδικαλιστικά μέτωπα αποτελούν βάση, όμως από μόνοι τους δεν μπορούν να τροφοδοτήσουν την κομματική οικοδόμηση στο βαθμό που αυτό δεν συνδυάζεται σταθερά και αποφασιστικά με την ανάπτυξη του ιδεολογικοπολιτικού επιπέδου των κομμουνιστών και κομμουνιστριών, με την ευρύτερη ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση μέσα και έξω από το κίνημα για την προβολή του Προγράμματος του Κόμματος. Πολύ περισσότερο που η προσπάθεια αυτή έρχεται αντιμέτωπη καθημερινά με την ιδεολογική επίθεση του ταξικού αντιπάλου και του οπορτουνισμού, την αντικειμενική επίδραση της αστικής ιδεολογίας που είναι κυρίαρχη και αναπαράγεται στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, την επεξεργασμένη αστική και οπορτουνιστική προπαγάνδα, την επίδραση της αντεπανάστασης και του αρνητικού συσχετισμού που έχει βάθος ιστορικό, την κρίση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος κ.ο.κ.
Κατά συνέπεια, η καθοδηγητική δουλειά χρειάζεται να παίρνει όλα αυτά υπόψη και να σχεδιάζει, να οργανώνει την προσπάθεια αντιμετώπισής τους.
Η ιδεολογική δουλειά με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό για τη στρατολογία στο Κόμμα δεν είναι τυπική διαδικασία. Αυτά τα κείμενα είναι η βάση, που απαντούν αν και πώς αλλάζει ο κόσμος, γιατί η εργατική τάξη είναι η μόνη επαναστατική δύναμη, τι κόμμα είναι το ΚΚΕ, γιατί έχει τις συγκεκριμένες αρχές συγκρότησης και λειτουργίας. Από αυτή τη σκοπιά, η ουσιαστική συζήτηση με τα υποψήφια κομματικά μέλη δεν μπορεί να εξαντλείται σε έναν τυπικό έλεγχο για το αν τα διάβασαν και αν συμφωνούν με αυτά. Η προσπάθεια της κομματικής οικοδόμησης πρέπει να στηρίζεται στη συστηματική συζήτηση και στην ουσιαστική κατανόηση του Προγράμματος και του Καταστατικού, στην ατομική προετοιμασία αλλά και στην οργανωμένη συμμετοχή σε δραστηριότητες που ενισχύουν τις προϋποθέσεις σωστής ένταξης και ευκολότερης αφομοίωσης στην κομματική ζωή και δράση των νέων κομματικών μελών.
Είναι απαραίτητο να γίνει αντικείμενο προβληματισμού στις ΚΟΒ το ζήτημα για το σε πόσο κόσμο διακινούμε το Πρόγραμμα του Κόμματος, ανοίγουμε συζήτηση μαζί του, αυτοτελώς για αυτό, ιδιαίτερα αναφορικά με τα βασικά στοιχεία του: τη σοσιαλιστική επανάσταση, τη συγκέντρωση δυνάμεων για αυτή, το σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του. Πρέπει να προβληματιστούμε περισσότερο πώς θα φέρουμε και στο επίκεντρο της συζήτησης, στην καθημερινή μας δουλειά τι κίνημα και κοινωνική συμμαχία με αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό σε πανελλαδικό επίπεδο χρειάζεται, για να ανατραπεί η επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας και του αστικού εκσυγχρονισμού, να κυριαρχήσει η ταξική ιδεολογική-πολιτική χειραφέτηση απέναντι στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής εξουσίας, να συνειδητοποιηθούν η αναγκαιότητα και οι προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό απαιτεί διαρκή και συστηματική προσπάθεια σε καθημερινή βάση με αφετηρία τα κρίσιμα ζητήματα της ταξικής πάλης και της πείρας της.
Κρίσιμο ζήτημα που αφορά και την κομματική οικοδόμηση συνολικά είναι η ουσιαστική καθοδηγητική βοήθεια προς την ΚΝΕ, σε μια περίοδο που έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατανόηση των κριτηρίων της στρατολογίας και τη δουλειά αφομοίωσης των νέων μελών. Εκφραση προβλημάτων στην καθοδήγηση της ΚΝΕ είναι η αναλογία στρατολογιών και διαγραφών, πιθανά προβλήματα εξαρτήσεων που αντιμετωπίζουν κάποια μέλη της ΚΝΕ, που μπορεί να προϋπήρχαν της πρότασης στρατολογίας τους, ή η επικρατούσα «απογοήτευση λόγω αρνητικού συσχετισμού», ή η περιορισμένη σε συνδικαλιστικά, άμεσα ζητήματα κυρίως, παρέμβαση μελών της ΚΝΕ στο πλαίσιο του Συλλόγου, κυρίως στους χώρους των ΑΕΙ.
Η καθοδηγητική στήριξη στην ΚΝΕ πρέπει να αποτελέσει σημείο στροφής, να πάρει συγκεκριμένη έκφραση όσον αφορά την κομματική ευθύνη. Το κύριο ζήτημα που πρέπει να στραφεί η προσοχή μας είναι η βοήθεια στην ιδεολογική-πολιτική στήριξη των δυνάμεων της ΚΝΕ από την πλευρά του Κόμματος, παίρνοντας υπόψη τη μεγάλη απόσταση που έχουν νέες δυνάμεις της ΚΝΕ από κομματικές επεξεργασίες, ταξική και πολιτική πείρα, τη βαριά επίδραση της αντεπανάστασης και της αστικής ιδεολογίας σε νεότερες γενιές που δεν έχουν τις ίδιες προσλαμβάνουσες με παλιότερες. Δηλαδή το Κόμμα πρέπει αταλάντευτα να ρίξει βάρος στην ανάπτυξη ενός πλατιού οργανωμένου μορφωτικού ιδεολογικοπολιτικού ρεύματος στις γραμμές της ΚΝΕ, παίρνοντας υπόψη τις σύγχρονες ανάγκες της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται να συστηματικοποιηθεί περισσότερο η στήριξη και ουσιαστική καθοδήγηση από την πλευρά του Κόμματος των κομματικών στελεχών που είναι χρεωμένα να δουλεύουν ως στελέχη στην ΚΝΕ. Η ιδιότητα «κομματικό στέλεχος χρεωμένο στη ΚΝΕ» δεν λέει κάτι από μόνη της αν δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη κομματική στήριξη, γιατί σε πολλές περιπτώσεις αφορά απλώς κνίτικα στελέχη που στρατολογήθηκαν στο Κόμμα, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά και την κατάκτηση από μέρους τους του αντίστοιχου επιπέδου ιδεολογικής-πολιτικής ωριμότητας που απαιτεί η καθοδήγηση των Οργανώσεων και των οργάνων της ΚΝΕ. Επομένως, δεν αρκεί η παρουσία τους στα καθοδηγητικά όργανα της ΚΝΕ, αλλά απαιτούνται και ειδικές μορφές και τρόποι δουλειάς από την πλευρά της κομματικής καθοδήγησης. Ιδιαίτερα τα κομματικά μέλη που είναι εκλεγμένα στο ΚΣ της ΚΝΕ, και με ευθύνη της ΚΕ, οφείλουν να συνειδητοποιούν την ευθύνη του Κόμματος και να συμβάλλουν στην ουσιαστική εκπλήρωσή της, με ανάλογη συνεργασία κομματικών και κνίτικων δυνάμεων.
Η καθοδηγητική ευθύνη του Κόμματος για την ΚΝΕ δεν εξαντλείται βέβαια στην καλύτερη προετοιμασία της παρουσίας των κομματικών μελών στα καθοδηγητικά της όργανα. Μια άλλη κρίσιμη πλευρά αφορά τη σταθερή παρακολούθηση από τα κομματικά όργανα των εσωοργανωτικών διαδικασιών της ΚΝΕ και τη βοήθεια που πρέπει να δίνεται, πρώτα απ' όλα στο ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο της συζήτησης, αλλά και στην προσπάθεια να επιλυθούν πρακτικά ζητήματα στήριξης της δουλειάς της ΚΝΕ.
Ενα ζήτημα που δεν έχουμε καταφέρει να λύσουμε είναι το ζήτημα που είχαμε θέσει εδώ και πολλά χρόνια ως Κόμμα, ότι η δουλειά στη νεολαία δεν μπορεί να «χρεώνεται» στην ΚΝΕ, αλλά αφορά τη συνολική ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση του Κόμματος σε κάθε κρίκο, ώστε να ανοίγει δρόμους για την ΚΝΕ στη νεολαία. Το ζήτημα αυτό δεν το έχουμε λύσει και στην πράξη, σε μεγάλο βαθμό, είναι έξω από τον προσανατολισμό των καθοδηγητικών οργάνων και των ΚΟΒ. Για να λυθεί απαιτείται συγκεκριμένο σχέδιο δράσης της Κομματικής Οργάνωσης και των καθοδηγητικών οργάνων στους χώρους της νεολαίας με σχέδιο ιδεολογικής, πολιτικής, πολιτιστικής και μαζικής παρέμβασης.
Από αυτή τη σκοπιά, έχει ιδιαίτερη σημασία να γίνονται ιδεολογικοπολιτικές παρεμβάσεις σε κρίσιμα μέτωπα, όπως ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, η προοπτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, η κοινωνική και οικονομική επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης, η αντιμετώπιση των ζητημάτων του ατομικού δικαιωματισμού που με σημαντική καθυστέρηση είδαμε ως ΚΕ και που επεξεργασίες τέτοιες δεν αξιοποιούνται όσο θα έπρεπε προς τα κάτω. `Η ακόμα έχει πολύ μεγάλη σημασία η παρέμβαση γύρω από ζητήματα Ιστορίας, που όπως έχει δείξει και η πείρα μπορούν να συμβάλλουν στη στήριξη ορισμένων πιο ριζοσπαστικών και πολιτικοποιημένων τμημάτων νεολαίας.
Η ΚΕ με μέτρο και σωστά αξιοποίησε όλες τις παραδοσιακές και σύγχρονες μορφές γραπτής και προφορικής ηλεκτρονικής προπαγάνδας, μαζικής πολιτικής διαφώτισης, εκλαΐκευσης της πολιτικής μας, δίνοντας τη δυνατότητα να την κάνουν κτήμα τους ευρύτερα λαϊκοί άνθρωποι. Υπεύθυνα, συλλογικά και με σχέδιο, με μέτρο αλλά και πολύ θετικά αποτελέσματα, με αξιοποίηση ειδικά της ΚΝΕ, η ΚΕ χρησιμοποίησε συλλογικά τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.
Η πείρα επιβεβαιώνει ότι μόνο η συλλογικά οργανωμένη αξιοποίηση και παρέμβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) είναι ο τρόπος για να εντάσσονται και αυτά τα μέσα στη γενικότερη προπαγανδιστική δουλειά, για να αναδεικνύουν την παρέμβαση του Κόμματος, να αναχαιτίζουν προβοκάτσιες και ψευτιές απέναντι στο ΚΚΕ και τις θέσεις του. Διαρκώς απαιτείται να παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτών των Μέσων, να αξιοποιούμε στην προπαγάνδα μας κάθε δυνατότητα που έχουμε για να γίνεται γνωστή ευρύτερα η δράση του Κόμματος. Η θέση μας για συλλογική και όχι ατομική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνέβαλε στη βελτίωση της οργανωμένης μας παρέμβασης. Η χωρίς λόγο ατομική χρήση λογαριασμών στα social media αποτελεί εκδήλωση οργανωτικού φιλελευθερισμού. Προβλήματα ατομικής χρήσης εντοπίστηκαν και το προηγούμενο διάστημα και πάρθηκαν μέτρα για να αντιμετωπισθούν στη βάση των Αποφάσεων της ΚΕ.
Υποστηρίζουμε την οργανωμένη συλλογική αξιοποίηση λογαριασμών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης από σωματεία και άλλους μαζικούς φορείς ώστε να ενημερώνουν για τις πρωτοβουλίες τους, τις θέσεις τους, στηρίζοντας και με αυτό τον τρόπο την αναντικατάστατη συλλογική οργάνωση και δράση εκεί που ζουν και δουλεύουν οι εργαζόμενοι.
Η θέση του ΚΚΕ ενάντια στην ατομική χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αν και κόντρα στο ρεύμα, επιβεβαιώθηκε, σε αντίθεση με τις υπερφίαλες εκτιμήσεις των αστών και ειδικά της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού, που έκριναν και κρίνουν τα social media ως «ουδέτερα εργαλεία», αγνοώντας την αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή ότι βρίσκονται στα χέρια πανίσχυρων μονοπωλιακών ομίλων που συνδέονται με τα αστικά κράτη. Ειδικά αυτή η πλευρά επιβεβαιώνεται στη σκιά της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όπως, π.χ., με την πολύμορφη λογοκρισία που ασκείται σε αυτά ή με τη χρήση τους από καπιταλιστικά κράτη και ιμπεριαλιστικές συμμαχίες για το μαζικό φακέλωμα εργατικών-λαϊκών δυνάμεων.
Ακόμα και αστικά επιτελεία και κυβερνήσεις πλέον αναγνωρίζουν -τουλάχιστον στα λόγια- προβλήματα που προέρχονται και από την ευρεία χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, που σήμερα ξεκινάει από μικρότερες ηλικίες (Δημοτικού και Γυμνασίου). Τα μέτρα που επεξεργάζονται με αιχμή την εξάρτηση από τα ΜΚΔ θα αποδειχτούν αναποτελεσματικά, όπως συμβαίνει με τα αντίστοιχα μέτρα που παίρνονται στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, ανάμεσα στις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις κλιμακώνεται ένας σωστός προβληματισμός για τις συνέπειες χρήσης αυτών των μέσων, που αποτελεί γόνιμο έδαφος για την προβολή της θέσης του ΚΚΕ, αλλά και για την καλλιέργεια ιδεολογικών, αξιακών, πολιτικών αντισωμάτων. Αναδεικνύεται η αξία της ζωντανής επικοινωνίας που διαμορφώνει η συμμετοχή στη συλλογική - οργανωμένη πάλη, η συμμετοχή στο σωματείο, το σύλλογο, τη μαθητική κοινότητα, η αγωνιστική στάση ζωής σήμερα ενάντια στο κράτος, στην εργοδοσία και άλλους μηχανισμούς ενσωμάτωσης και καταστολής. Αναδεικνύεται η σημασία της προβολής αγωνιστικών προτύπων ζωής, με τη συμβολή του πολιτισμού, του αθλητισμού, της επιστήμης, η δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ο τρόπος ζωής, άθλησης, ψυχαγωγίας κλπ. Αυτά τα στοιχεία κυριαρχούν στη μαζική, αγωνιστική, πρωτοπόρα - ζωντανή παρέμβαση του Κόμματος και του εργατικού-λαϊκού κινήματος, αποτελούν τον πυρήνα της συλλογικής παρέμβασης στα ΜΚΔ.
Το προηγούμενο διάστημα έγιναν βήματα στη βελτίωση της λειτουργίας του ειδησεογραφικού portal του Κόμματος 902.gr. Το portal είχε σημαντική συμβολή στη διάδοση και την έγκαιρη πληροφόρηση για τις θέσεις του ΚΚΕ, τις εκτιμήσεις του και τις παρεμβάσεις του στις γρήγορες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Η αύξηση της επισκεψιμότητάς του, η αξιοποίηση όλο και περισσότερων μορφών ενημέρωσης, η εύστοχη, άμεση και πολύμορφη αντιπαράθεση με τον αντίπαλο, η ανάδειξη της δράσης του Κόμματος και της ΚΝΕ, του εργατικού-λαϊκού κινήματος αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω βελτίωση της προσφοράς του 902.gr και της Συντακτικής του Ομάδας, ώστε να ανταποκρίνεται στα αναβαθμισμένα καθήκοντά του ως ενημερωτικού μέσου του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα, παραμένει κρίσιμο ζήτημα η ενίσχυση της στελέχωσής του.
Η υλοποίηση των Αποφάσεων του Συνεδρίου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό, από την επάρκεια, ικανότητα και σταθερότητα, μπροστά σε σύνθετες συνθήκες, όλων των στελεχών και κυρίως των μελών των Επιτροπών Περιοχής. Σχετική ετοιμότητα υπάρχει και ενισχύθηκε και από την ίδια την προσυνεδριακή διαδικασία. Θα χρειαστεί όμως μεγάλη προσπάθεια για να διαμορφωθεί ενιαία αντίληψη, αποφασιστικότητα και καλή οργάνωση του ελέγχου και του σχεδιασμού δράσης στην προώθηση του κεντρικού ζητήματος που θα αποφασίσει το 22ο Συνέδριο. Η νέα ΚΕ οφείλει να επαγρυπνεί και να εξετάσει τη βοήθεια που θα χρειαστεί να δώσει συγκεκριμένα.
Κρίσιμο και στρατηγικής σημασίας ζήτημα για το Κόμμα και την προοπτική του είναι η προετοιμασία και ανάδειξη πολλών και αφοσιωμένων εργατικών στελεχών. Σήμερα έχουμε περισσότερες δυνατότητες, αλλά χρειάζεται καλύτερη επεξεργασία της πολιτικής ανάπτυξης εργατικών στελεχών με βάρος στην προετοιμασία τους. Μέσα στην ταξική πάλη ωριμάζει και εξελίσσεται μια νέα γενιά εργατικών στελεχών που μέσα από την κατάλληλη βοήθεια και στήριξη μπορούν να εξελιχθούν σε ικανά στελέχη που θα μπορούν να στελεχώσουν πολλούς τομείς του Κόμματος. Η διαδικασία ανάδειξής τους είναι πολύ απαιτητική γιατί χρειάζεται να ξεπεραστούν μια σειρά αδύνατες πλευρές, κυρίως στην πιο άμεση και δραστήρια συμμετοχή των συνδικαλιστικών στελεχών στην κομματική οικοδόμηση. Η δραστήρια συμμετοχή τους στην οργάνωση και εκπαίδευση νέων κομμουνιστών και στην οικοδόμηση Κομματικών Οργανώσεων και Οργανώσεων της ΚΝΕ βοηθάει αποτελεσματικά στην ολοκλήρωσή τους. Είναι η πιο ουσιαστική προετοιμασία ανάδειξής τους σε ηγετικά κομματικά στελέχη με κύρος. Αξιόλογο στοιχείο επίσης στην προετοιμασία τους είναι να διδάσκονται και να μελετούν προσεκτικά την πλούσια πείρα του Κόμματος και του επαναστατικού κινήματος με όλα τα θετικά και αρνητικά της στοιχεία.
Για να μπορέσει να στηριχτεί η όλη καθοδηγητική μας προσπάθεια, είναι αναγκαία ταυτόχρονα μια πιο ουσιαστική και δημιουργική διάταξη στελεχών στα καθοδηγητικά όργανα, ιδιαίτερα στους κρίκους των Επιτροπών Περιοχής και των Τομεακών Επιτροπών.
Αμεσο ζήτημα που τίθεται είναι η στήριξη του καταμερισμού τομέων δουλειάς που εύκολα «παρασύρεται» κάτω από τις ανάγκες της τρέχουσας οργανωτικής δουλειάς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα χρεώσεις να εγκαταλείπονται στην πράξη, Βοηθητικές Επιτροπές να μη συγκροτούνται, γεγονός με αρνητική επίδραση στην ουσιαστική καθοδήγηση των Κομματικών Οργανώσεων Βάσης. Η συγκρότηση Βοηθητικών Επιτροπών δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά μεγάλη ανάγκη. Ακόμα και εκεί που έχουν συγκροτηθεί, δεν σημαίνει ότι εξασφαλίζεται σταθερά και ουσιαστικά η λειτουργία τους. Παραμένει προς κατάκτηση η ολοκληρωμένη καθοδήγησή τους με ευθύνη των ΓΠ, των ΤΓ και των επικεφαλής, ο προσανατολισμός και η χρέωσή τους στη βάση των συνολικότερων κομματικών προτεραιοτήτων και των αναγκών της ΕΠ και της ΤΟ, ώστε να αναβαθμίσουν το ρόλο τους ως βοηθητικά επιτελεία για τη στήριξη της δουλειάς των καθοδηγητικών οργάνων μέσω της τροφοδότησης των καθοδηγητικών οργάνων με επεξεργασίες, της συνεισφοράς τους στη γενίκευση της πείρας, της εξειδίκευσης θέσεων και της διαμόρφωσης πλαισίων πάλης, γενίκευσης πείρας. Κάθε Βοηθητική Επιτροπή, με ευθύνη του αντίστοιχου Οργάνου ΤΓ ή ΓΠ, πρέπει να διαμορφώνει το πρόγραμμα δουλειάς της, να ελέγχεται γι' αυτό, να χρεώνεται δουλειά.
Ταυτόχρονα, η στελέχωσή τους δεν λύνεται πάντα με τον καταλληλότερο τρόπο. Πολλές φορές τις στελεχώνουν σ/φοι - σφ/σσες υπερχρεωμένοι, αντί να γίνεται μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν και στελέχη που μπορεί να έχουν εξειδικευμένες ικανότητες. Το κύριο όμως είναι οι επικεφαλής αυτών των βοηθητικών επιτροπών να είναι στελέχη που πληρούν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις στελεχικού επιπέδου.
Ο τόνος για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων πρέπει να δίνεται από τα πάνω, με ευθύνη της ΚΕ να λύνονται ζητήματα διάταξης στελεχών, να αντιμετωπίζονται προβλήματα πολυχρεώσεων και ιδιαίτερα να εξασφαλίζεται η ύπαρξη συντρόφων που δεν θα είναι χρεωμένοι σε οργανωτικές δουλειές αλλά χρεωμένοι σε τομείς.
Αντίστοιχα, χρειάζεται να παίρνονται μέτρα για την ιδεολογικοπολιτική στήριξη όλων των στελεχών, αλλά ιδιαίτερα των συντρόφων που χρεώνονται σε τομείς δουλειάς και που οι απαιτήσεις οργάνωσης της δουλειάς τους είναι μεγαλύτερες.
Με ευθύνη της ΚΕ πρέπει να επιδιώκεται η περιοδική εναλλαγή στελεχών στις χρεώσεις τους, έτσι ώστε οργανωτικά στελέχη να περνάνε από τομείς δουλειάς και αντίστοιχα στελέχη χρεωμένα σε τομείς δουλειάς, από οργανωτικές χρεώσεις, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται μονομέρειες και ταυτόχρονα να δίνεται η δυνατότητα για πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξη των ίδιων των στελεχών.
Η ΚΕ έχει ευθύνη, με την καθοδήγηση του ΠΓ, ν' αναπτύξει ενιαία καθοδηγητική αντίληψη μεταξύ των μελών της που είναι καταμερισμένα σε διαφορετικές χρεώσεις: στην καθοδήγηση Οργάνων, στην καθοδήγηση Κομματικών Ομάδων μαζικών οργανώσεων και κινημάτων, στην ερευνητική-μελετητική δουλειά των Τμημάτων.
Είναι απαραίτητο να ξεπεραστεί όποια αντίληψη θεωρεί ως στελεχική δουλειά πρώτα ή κυρίως την οργανωτική -καθοδηγητής, γραμματέας- με αποτέλεσμα να την αναδεικνύει σε μοναδικό κριτήριο ανάδειξης και διάταξης στελεχών. Ετσι δεν «περισσεύουν» στελέχη για τομείς δουλειάς, καθοδήγηση κομματικών ομάδων, μαζικών οργανώσεων κλπ. Γι' αυτό δεν στελεχώνουμε Τμήματα, κομματικές ομάδες κλπ.
Πρέπει να ενισχυθεί η ατομική και συλλογική ευθύνη κάθε μέλους της ΚΕ ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερή και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των μελών της, όπως και μεταξύ των μελών του ΠΓ που έχουν διαφορετικές χρεώσεις, μεταξύ υπευθύνων Τμημάτων και Γραμματέων Περιοχής, καθοδηγητών τομέων δουλειάς από Γραφεία Περιοχής. Μόνο έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν συγχύσεις που εκδηλώνονται παρακάτω, σε επίπεδο Τομεακών Οργανώσεων, όπως και προβλήματα που σχετίζονται με την επικοινωνία μεταξύ κομματικών ομάδων σε δευτεροβάθμιες και αντίστοιχες πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Θα πρέπει να ξεπεράσουμε μια στενά τυπική αναζήτηση ευθύνης, βασισμένοι στην ουσιαστική συνεργασία - συνευθύνη όλων των κρίκων από πάνω προς τα κάτω, στόχος που περιλαμβάνει τη στενή συνεργασία καθοδηγητικών οργάνων και Τμημάτων της ΚΕ ή Τμημάτων και Βοηθητικών Επιτροπών σε επίπεδο ΕΠ ή ΤΟ.
Κρίσιμο καθοδηγητικό ζήτημα της ΚΕ είναι ν' αμβλύνει τη διάσταση ανάμεσα σε στελέχη που «τρέχουν» για την οργάνωση της δουλειάς και στελέχη που «μελετούν», ερμηνεύουν, επεξεργάζονται θέσεις, οργανώνουν την ιδεολογική δουλειά, διάσταση που ακόμα συναντάται σε επίπεδο Επιτροπών Περιοχής, αλλά επικίνδυνα διευρύνεται σε επίπεδο Τομεακών Επιτροπών.
Μέσα για την πραγματοποίηση της παραπάνω κατεύθυνσης είναι εντοπισμένα και περιλαμβάνονται σε προηγούμενες συνεδριακές αποφάσεις, στις Θέσεις για το 22o Συνέδριο, αλλά χρειάζεται επιμονή στην εφαρμογή και στον έλεγχό τους.
Τέτοια μέσα είναι:
Να συνεχίσουμε πιο αποφασιστικά την εξέταση της διάταξης των κομματικών δυνάμεων με στόχο την εξυπηρέτηση οικοδόμησης κομματικών πυρήνων σε εργασιακούς χώρους, τη διαμόρφωση κλαδικής πολιτικής και καθοδήγησης του κινήματος. Αυτό αφορά και τη δουλειά με αυτοαπασχολούμενους.
Να συζητηθεί πιο διευρυμένα η πείρα τέτοιας κομματικής οικοδόμησης από Εύβοια, Οινόφυτα, Πειραιά, κάποιες εστίες της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.
Στη στρατολογία και οικοδόμηση είμαστε συνολικά πολύ πίσω σε αντίστοιχες κομβικές περιοχές της χώρας, σε στρατηγικής σημασίας κλάδους, στις γυναίκες εργατικής-λαϊκής ένταξης. Είναι κρίσιμο να αντιμετωπίζουμε τη στρατολογία ως «στάση ζωής» του κάθε υποψήφιου κομματικού μέλους. Η απόφαση να ενταχθεί κάποιος στο Κόμμα δεν είναι απόφαση μιας στιγμής. Αναδιοργανώνει όλη τη ζωή του, είναι απόφαση που αλλάζει τη ζωή του, τις προτεραιότητές του, τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Πρέπει να τον/την προσεγγίζουμε με εκείνο το συνδυασμένο τρόπο που βαθαίνει τον τρόπο σκέψης του για όλα τα ζητήματα που τον απασχολούν: Από την προσωπική του ζωή, την εργασία του, το πώς βλέπει τον εαυτό του στην ταξική πάλη, «στο κάλεσμα της Ιστορίας» μέσα από την πράξη και καθημερινή δράση και λειτουργία του.
Η στρατολογία και η οικοδόμηση είναι μια διαρκής και δύσκολη υπόθεση. Απαιτείται στοχοπροσήλωση, αφοσίωση, σταθερότητα, μπόλικος χρόνος, επαφή στα βασικά στοιχεία του Προγράμματος, αξιοποίηση κάθε χαραμάδας ώστε να φτάσει η θεωρία μας σε εργάτες και εργάτριες που πιθανά τώρα να μη μοιάζουν με πρωτοπόρους, αλλά σε μια μελλοντική φάση να μπορέσουν να ηγηθούν.
Για την αντοχή του Κόμματος, την ίδια του την πορεία, την ικανότητά του και τη σταθερότητά του στις καμπές της ταξικής πάλης παίζει καθοριστικό, καταλυτικό ρόλο η ίδια η σύνθεσή του από την εργατική τάξη. Η δύναμη της Οργάνωσης είναι αυτή που δίνει συνείδηση του σκοπού, αφοσίωση στην εκπλήρωσή του, συνειδητή πειθαρχία, όπως και απαράμιλλη αντοχή στις δυσκολίες. Μόνο η εργατική τάξη μπορεί να εκδηλώσει τέτοιες αρετές και γνωρίσματα. Είναι στοιχεία δοκιμασμένα που τα έχει δείξει σε μεγάλους ταξικούς αγώνες.
Σε μη επαναστατικές συνθήκες το πρωταρχικό καθήκον είναι να διαμορφώνεται μια όσο γίνεται πιο ισχυρή επαναστατική πρωτοπορία με δεσμούς επιρροής κι επίδρασης σε ένα όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος των εργατοϋπαλλήλων, των εργαζομένων, κατά χώρο δουλειάς, κλάδο, εργατική-λαϊκή γειτονιά και στην ύπαιθρο που συγκεντρώνεται η φτωχή αγροτιά.
Δεν υποτιμάμε ούτε παραβλέπουμε την προσπάθεια που έγινε. Πρέπει να αξιολογήσουμε αυτή την πείρα, να προσπαθήσουμε περισσότερο να την ενσωματώσουμε στην καθημερινή δράση μας. Αλλά χρειάζεται να έχουμε απόλυτη συναίσθηση των αδυναμιών μας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε απέξω από σημαντικούς, κρίσιμους χώρους, ότι δεν έχει αντιστοιχηθεί σε μεγαλύτερα αποκρυσταλλώματα κομματικής συγκρότησης και ισχυροποίησης η καθημερινή κοπιαστική προσπάθεια που κάνουμε.
Σε όλες τις εισηγήσεις των συνδιασκέψεων Περιοχής, που ψηφίστηκαν και έγιναν αποφάσεις, εντοπίζονται με εύστοχο τρόπο οι βασικές οικονομικές εξελίξεις, οι τάσεις σε βασικούς κλάδους που θα επιδράσουν τα επόμενα χρόνια στη συγκέντρωση και αναδιάταξη του εργατικού δυναμικού, αλλά και στην αναπαραγωγή πολυάριθμων τμημάτων αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας.
Ιεραρχούνται σωστά μια σειρά κλάδοι και επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν δραστηριότητες και επενδύσεις της πολεμικής οικονομίας και βιομηχανίας, περιοχές που μετατρέπονται ή ενισχύονται τα χαρακτηριστικά τους ως ενεργειακοί, εμπορικοί, μεταφορικοί κόμβοι. Επίσης εκτεταμένες βιομηχανικές ζώνες διαμορφώνονται στο πλάι των υφιστάμενων. Μεγάλες επενδύσεις υλοποιούνται ή σχεδιάζονται στις μεταφορές, στα λιμάνια, στην ενέργεια, στη μεταποίηση, στο φάρμακο, σε επιχειρήσεις καινοτομίας, στις κατασκευές -ειδικά των μεγάλων έργων- κλπ.
Οποια κι αν είναι η πορεία των εξελίξεων στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία ως απόρροια των διεθνών συγκρούσεων αλλά και του εγχώριου ανταγωνισμού, σε αυτούς τους κλάδους θα συγκεντρωθεί η προσοχή εγχώριων και διεθνών μονοπωλιακών ομίλων και επιχειρήσεων.
Επίσης καταγράφονται επιχειρήσεις χιλιάδων εργαζομένων στον τουρισμό, στο εμπόριο, στη δημόσια και ιδιωτική υγεία και εκπαίδευση.
Οι επιστημονικές - τεχνικές υπηρεσίες παρουσιάζουν ανοδική τάση, ενώ η δυναμική τους διαπερνά οριζόντια και επιδρά σε πολλούς κλάδους, οι οποίοι καταγράφουν συνολική αύξηση των εργαζομένων. Τμήματα υπάρχουν και αυξάνονται στις Κατασκευές, στις Τηλεπικοινωνίες και στην Πληροφορική. Ορισμένα τμήματα υπάρχουν σε εταιρείες του Χρηματοπιστωτικού, Νομικών και Λογιστικών Υπηρεσιών, Συμβούλων Επιχειρήσεων, Ερευνας κλπ.
Το 70% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα συγκεντρώνεται στις παρακάτω περιοχές: Αττική, Θεσσαλονίκη, Αχαΐα, Εύβοια, Βοιωτία, Λάρισα, Μαγνησία, Ιωάννινα, Κόρινθος, Ηράκλειο, Χανιά, Ρόδος, Μεσσηνία, Πέλλα, Κοζάνη, Αιτωλοακαρνανία, Καβάλα, Ημαθία. Μέσα σε αυτές τις περιοχές αλλά και σε άλλες που δεν περιλαμβάνονται (π.χ. Αλεξανδρούπολη- Σύρος- Ηγουμενίτσα), υπάρχουν επιχειρηματικές δραστηριότητες «ειδικού ενδιαφέροντος» και στρατηγικής σημασίας.
Επίσης, όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα, όλες οι πρωτεύουσες των νομών της χώρας έχουν πολυάριθμους εργαζομένους καθώς και μεσαία στρώματα. Επίκεντρα του αγροτικού κόσμου εμφανίζονται στη Θεσσαλία, στη Στερεά, στην Κεντρική Μακεδονία, στην Ηπειρο και στην Κρήτη (όπου βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζει και η κτηνοτροφία), καθώς και σε άλλες περιοχές της χώρας με σημαντικά κεφαλοχώρια.
Από αυτούς τους τόπους και τους χώρους συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, των βιοπαλαιστών αγροτών και των λαϊκών στρωμάτων των πόλεων πρέπει να ξεκινά η επεξεργασία των καθοδηγητικών οργάνων για το σχεδιασμό και τους στόχους οικοδόμησης και στρατολογίας. Στο βαθμό που τα καταφέρνουμε, θα βελτιώνεται κι άλλο η εργατική σύνθεση του Κόμματος και μάλιστα με μέλη που προέρχονται από τους βιομηχανικούς κυρίως κλάδους, ενώ ταυτόχρονα μπορούμε να πετυχαίνουμε και αύξηση στη στρατολογία βιοπαλαιστών αυτοαπασχολούμενων και αγροτών. Ιδιαίτερη προσοχή και σχεδιασμός χρειάζεται σε περιοχές όπως η Στερεά, η Θεσσαλία, για τη στρατολογία γυναικών από την εργατική τάξη και την αγροτιά.
Απαιτείται τήρηση της κοινωνικοταξικής ιεράρχησης στους στόχους στρατολογίας, προτεραιοποίηση των κλάδων αιχμής της καπιταλιστικής οικονομίας και ανάλογη διάταξη δυνάμεων, για στοχευμένη οικοδόμηση. Πρόκειται για πανελλαδικό καθήκον, που ο σχεδιασμός και η επεξεργασία του αφορά πρώτα και κύρια την ΚΕ και τα επιτελεία της.
Η επίτευξη του καθήκοντος περνάει μέσα από τη συστηματική μελέτη των εξελίξεων σε κάθε συγκεκριμένο κλάδο, αλλά ταυτόχρονα και από την επεξεργασία της διαπάλης που αμφότερες επιδρούν στη διαμόρφωση ταξικής πολιτικής συνείδησης στους εργαζομένους. Πόσο μάλλον αφού στη συνείδηση των εργαζομένων προσπαθούν στοχευμένα να επιδράσουν αυτοτελώς κομβικά μονοπώλια και συλλογικά η εργοδοσία του κάθε κλάδου με επεξεργασμένο σχέδιο, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και οι εκφραστές τους στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και το καπιταλιστικό κράτος και οι πολυπλόκαμοι μηχανισμοί του. Η αρνητική επίδραση της προηγούμενης πολύπλευρης και πολυεπίπεδης παρέμβασης εκτείνεται πέρα από τη συνείδηση των εργαζομένων του συγκεκριμένου κλάδου. Ειδική δουλειά χρειάζεται για την ιδεολογική επίδραση και στρατολογία μεταναστών.
Από αυτή τη σκοπιά, Πολιτικό Γραφείο - Γραμματεία- Εργατικό Τμήμα και κεντρικές κομματικές ομάδες, μαζί με τα Γραφεία Περιοχής, χρειάζεται να δουλέψουν συστηματικά ώστε η επεξεργασία των θέσεών μας, τα συμπεράσματα των αγώνων, η ικανότητα διαπάλης να δένεται οργανικά με την επεξεργασία του σχεδιασμού της οικοδόμησης ως ενιαίο καθήκον με εξειδίκευση των μέτρων που θα υπηρετείται από όλες τις πλευρές ως περιεχόμενο και ως δράση, συμβάλλοντας στο να ξεπερνιούνται μονομέρειες, να λύνεται δημιουργικά η ουσιαστική σύνδεση της ιδεολογικής δουλειάς με την καθημερινή δράση και μέσα στο κίνημα.
Ταυτόχρονα να εξασφαλίζουν με την κατάλληλη διάταξη δυνάμεων τη στήριξη της Περιοχής ή του Τομέα που έχει άμεσα την ευθύνη οικοδόμησης σε ορισμένους χώρους ή κλάδους και αντικειμενικά έχει περιορισμένες καθοδηγητικά δυνατότητες να σηκώσει αυτό το βάρος.
Αξιοποιώντας την πείρα που συγκεντρώσαμε τα προηγούμενα χρόνια, έχουμε διαμορφώσει πλέον τις προϋποθέσεις για να κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα στον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και ένταξη της ιδεολογικής - μορφωτικής δουλειάς στην καθοδηγητική δουλειά. Ενα αποφασιστικό βήμα ώστε η καθημερινή καθοδηγητική δουλειά να εστιάζει αποτελεσματικά στο βάθεμα των ιδεολογικοπολιτικών δεσμών με τον περίγυρό μας, ιδιαίτερα με την εργατική τάξη και να μην αποσπάται απ' τη στρατηγική μας στο όνομα των υπαρκτών αντικειμενικών δυσκολιών.
Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει την αναβάθμιση της συμβολής των καθοδηγητικών οργάνων στη διαμόρφωση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου που θα εντάσσει συνδυασμένα στο πρόγραμμα της καθημερινής κομματικής δράσης το σύνολο των πλευρών της ιδεολογικής δουλειάς, δηλαδή την αξιοποίηση και διάδοση του «Ριζοσπάστη», της ΚΟΜΕΠ, των εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής», τη λειτουργία συστήματος εσωκομματικής μόρφωσης, την προσπάθεια εξειδίκευσης της διαπάλης. Ενός σχεδίου που θα ελέγχεται σταθερά και απαιτητικά με τη συνδυασμένη αξιοποίηση του συνόλου των σχετικών δεικτών (π.χ. πορεία διακίνησης «Ριζοσπάστη» και ΚΟΜΕΠ).
Βασικό κριτήριο αυτού του ελέγχου πρέπει να είναι ο βαθμός ανάπτυξης της ικανότητας των δυνάμεών μας να παρακολουθούν τις εξελίξεις, να επεξεργάζονται γραμμή παρέμβασης και πλαίσια πάλης για την προώθηση της στρατηγικής μας σε κάθε εργασιακό χώρο, κάθε χώρο ευθύνης γενικότερα. Να διαμορφώνουν μέθοδο, τρόπο σκέψης, στάσης και δράσης που παίρνει υπόψη τις αιτίες των οξυμένων προβλημάτων, τις διαθέσεις και την παρέμβαση του αντιπάλου στο χώρο ευθύνης για να μπορέσουμε να την περιορίσουμε.
Για να εξασφαλιστούν όλα αυτά χρειάζεται να δυναμώσει η γενική και η ειδική συζήτηση ιδεολογικών και πολιτικών θεμάτων στα Οργανα, ιδιαίτερα στις ΤΕ και στις ΚΟΒ. Να ιεραρχηθεί ως προτεραιότητα η διάχυση, αφομοίωση και αξιοποίηση των επεξεργασιών και των θέσεών μας στις ΚΟΒ, στο σύνολο των κομματικών μελών.
Χρειάζεται επίσης να συζητούν σταθερά τα όργανα σχετικά με το πόσο γενικεύεται και αναβαθμίζεται η ικανότητα των δυνάμεών μας να διεξάγουν τη διαπάλη σε βασικά μέτωπα του ιδεολογικού αγώνα, όπως:
Η συνέπεια σε αυτόν τον τρόπο σχεδιασμού, οργάνωσης και ελέγχου της καθημερινής παρέμβασης των δυνάμεών μας προϋποθέτει και δίνει ώθηση στην ατομική και συλλογική προσπάθεια των στελεχών για συνεχή αυτομόρφωση, για την κατάκτηση διαλεκτικής - υλιστικής μεθόδου ανάλυσης και αντιμετώπισης των προβλημάτων. Δίνει ώθηση στην προσπάθεια για βαθύτερη μελέτη με στόχο τη μαρξιστική συγκρότηση, που δεν θα περιορίζεται στην αφομοίωση ενός εξοπλισμού επιχειρημάτων για τις ανάγκες της τρέχουσας διαπάλης.
Αυτός ο ολοκληρωμένος τρόπος δουλειάς απαιτεί δημιουργία κατάλληλης υποδομής στη δουλειά των οργάνων, εύστοχης διάταξης και καταμερισμού στελεχών και σωστής ιεράρχησης στόχων. Απαιτεί τη διασφάλιση από τα όργανα της έγκαιρης συγκρότησης και ουσιαστικής λειτουργίας των Ιδεολογικών Επιτροπών σε κάθε ΕΠ και ΤΕ. Απαιτεί αλληλοτροφοδότηση με την ανάθεση και αξιοποίηση επεξεργασιών, την προετοιμασία ουσιαστικών θεματικών συζητήσεων. Απαιτεί αναβάθμιση της αμφίδρομης σχέσης με τα Τμήματα της ΚΕ για τη γενίκευση και την εξειδίκευση επεξεργασιών, με ευθύνη του ΠΓ και της Γραμματείας.
Η παραδοχή ότι η Ιδεολογική Επιτροπή αποτελεί σημαντική υποδομή για την υλοποίηση του ολοκληρωμένου σχεδιασμού ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς των οργάνων πρέπει να μεταφράζεται στην πράξη με την εξασφάλιση στελεχών χωρίς πολυχρέωση ή τουλάχιστον με χρεώσεις που είναι σε ένα βαθμό συμπληρωματικές.
Αντίστοιχη μέριμνα θα πρέπει να υπάρξει για τη συγκρότηση και λειτουργία όλων των βοηθητικών ομάδων και επιτροπών (π.χ. Οικονομίας, Ιστορίας, Περιβάλλοντος, Τοπικής Διοίκησης, Παιδείας, Πολιτισμού, Ισοτιμίας και Χειραφέτησης των γυναικών κλπ.), με βάση τις σημερινές υπάρχουσες δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, πρέπει να αναβαθμιστεί η προσπάθεια μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού για την ολόπλευρη ανάδειξη και αξιοποίηση νέων στελεχών, ιδιαίτερα σε χρεώσεις που απαιτούν ένα χρόνο ωρίμανσης και σχετικής εξειδίκευσης. Ενός σχεδιασμού που περιλαμβάνει και τη δημιουργία μιας δεξαμενής νέων μελών και στελεχών με γνώσεις σε συγκεκριμένα επιστημονικά αντικείμενα και θέματα (π.χ. υγεία, δικαιοσύνη, ενέργεια, πληροφορική), με τη συμβολή και των αρμόδιων Τμημάτων.
Αμεση προτεραιότητα αποτελεί η διαμόρφωση και υλοποίηση ενός ενιαίου σχεδίου των Οργάνων του Κόμματος και της ΚΝΕ για την ιδεολογική, πολιτική και μορφωτική δουλειά, όχι μόνο στις γραμμές της ΚΝΕ αλλά συνολικά στις νέες ηλικίες στο συγκεκριμένο χώρο ευθύνης τους. Η υλοποίηση αυτού του καθήκοντος είναι κρίσιμη για την επιτυχία της κομμουνιστικής αφομοιωτικής δουλειάς της ΚΝΕ, που δεν περιορίζεται μόνο στην πρώτη περίοδο οργάνωσης νέων μελών, αλλά αφορά τη συνολική εξέλιξή τους με στόχο τη στρατολογία στο Κόμμα. Ταυτόχρονα, είναι σημαντική για τη διεύρυνση των δεσμών μας στη νεολαία, την ιδεολογική προετοιμασία και στράτευση πολλών νέων αγωνιστών. Γι' αυτό και έχει σημασία να συνειδητοποιηθεί βαθιά σε όλη την κλίμακα των κομματικών οργάνων η ευθύνη τους για την ιδεολογική στήριξη της ΚΝΕ και την ιδεολογική δουλειά στη νεολαία.
Με επιμονή μπορούμε και πρέπει επίσης να συνεχίσουμε την προσπάθεια για την προώθηση ορισμένων απαραίτητων μέτρων για την επιτυχία του σχεδιασμού μας. Συγκεκριμένα μπορούμε και πρέπει να μετρήσουμε βήματα προόδου:
Το κρίσιμο είναι η εφαρμογή όλων των παραπάνω μέτρων να γίνεται συνδυασμένα και όχι αποσπασματικά, με σταθερό προσανατολισμό στην αναβάθμιση της καθημερινής κομματικής παρέμβασης και της πολύπλευρης ανάπτυξης στελεχών.
Κριτήριο πραγματικής προόδου της δουλειάς μας είναι το κατά πόσο ξεπερνιέται τελικά η αδυναμία μεγάλου μέρους των μελών και στελεχών μας, των ΤΕ και των ΚΟΒ να κάνουν συστηματική και σταθερή δουλειά με την ουσία του Προγράμματος του Κόμματος. Κατά πόσο οργανώνεται και ελέγχεται η καθημερινή δουλειά στη βάση της διαλεκτικής σχέσης επαναστατικής θεωρίας και πράξης.
Η επαναστατική συνέχεια του Κόμματος στο μέλλον συνδέεται άμεσα και ουσιαστικά με την ύπαρξη γερής και μαζικής ΚΝΕ στο σήμερα. Η ευθύνη ώστε τα μέλη της ΚΝΕ και σύσσωμη η οργάνωσή της να αποκτούν επαναστατικά χαρακτηριστικά και να διαμορφώνονται ως νέοι επαναστάτες με όρους προοπτικής για να αποκτήσουν τον τιμημένο τίτλο του κομματικού μέλους, αφορά πρώτα και κύρια το Κόμμα, δηλαδή όλους εμάς. Συνεπώς, όρο και προϋπόθεση για να μπορεί στην πράξη η ΚΝΕ να αποτελεί βασικό αιμοδότη του Κόμματος αποτελεί η ανάληψη αυτής της ευθύνης ουσιαστικά και η μετουσίωσή της σε συγκεκριμένα μέτρα στήριξης.
Από το προηγούμενο Συνέδριο μπορεί να έχουν μετρηθεί κάποια βήματα, όμως δεν είναι ενιαία παντού, δεν είναι σταθερά, ούτε επαρκή.
Το πρώτο και βασικό είναι να δυναμώσει η ολόπλευρη καθοδήγηση προς την ΟΒ, στη διαπαιδαγώγηση στις αρχές και τις αξίες του κομμουνιστή, καθώς και στα ζητήματα του σχεδιασμού και της υλοποίησης στη δράση. Πρέπει να γίνουμε πιο επιδραστικοί σαν Κόμμα στη νεολαία, παίρνοντας υπόψη ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες, ότι ο αντίπαλος παρεμβαίνει συστηματικά, ότι χτυπάει κυρίως στη μέθοδο σκέψης, εμποδίζοντας την αντίληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας. Να συνειδητοποιήσουμε όλοι και όλες ότι είναι στρατηγικής σημασίας η δουλειά στη νεολαία.
Να γίνει χωρίς κενά και αδυναμίες η συστηματική παρακολούθηση των OB της ΚΝΕ. Μετρημένες OB συνεδριάζουν με μια σταθερότητα, μετράνε κάποια βήματα στη στρατολογία, στη διαμόρφωση περιγύρου, στα συνολικότερα στοιχεία συγκρότησης και λειτουργίας. Σε όσες ΟΒ όμως από αυτές, στην πάροδο του χρόνου, για διάφορους λόγους, διακόπηκε αυτή η παρακολούθηση και η βοήθεια από την ΚΟ, φαίνεται το «κενό», ο αντίκτυπος αυτής της απουσίας μας, στη ζωή της ίδιας της OB, επιβεβαιώνοντας τον αναντικατάστατο ρόλο της κομματικής καθοδήγησης σε αυτό το επίπεδο. Το μεγαλύτερο κενό στην παρακολούθηση και βοήθεια των OB εντοπίζεται συνήθως στις μαθητικές Οργανώσεις.
Παρότι το πρώτο που πρέπει να λυθεί είναι η αντιστοίχηση ΚΟΒ - ΟΒ και η παρακολούθηση των OB από το Κόμμα, αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Χρειάζεται να κατανοηθεί πως η ευθύνη για τη στήριξη στην OB, «βαραίνει» την ίδια την ΚΟΒ και την ΤΕ και όχι μόνο αυτόν που έχει καταμεριστεί να την παρακολουθεί, εάν το έχουμε λύσει κι αυτό. Ο χώρος ευθύνης της OB αποτελεί χώρο ευθύνης της ίδιας της ΚΟΒ που την καθοδηγεί κι έτσι πρέπει να τον αντιλαμβάνεται. Στο βαθμό που λύνεται αυτό θα μετριούνται και βήματα στη διαμόρφωση ενιαίου σχεδιασμού. Ιδιαίτερο ρόλο βέβαια στη διαμόρφωση αυτού του σχεδιασμού αλλά και της συνολικότερης ευθύνης έχουν, κυρίως σε αυτή τη φάση, τα Τομεακά όργανα. Σε σχέση με τους μαθητές χρειάζεται καταρχάς να γίνει άμεσο βήμα στο να υπάρχει ενιαία καθοδηγητική αντίληψη, σκέψη και παρέμβαση, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με τις μικρότερες ηλικίες και τα Γυμνάσια.
Είναι χρέος μας πολύ πιο αποφασιστικά να στηρίξουμε τα όργανα και τις ΚΟΒ στο πώς να καταρτίζουν σχέδιο με περιεχόμενο που να ανοίγει δρόμο για την ανάπτυξη σταθερής και κατάλληλης παρέμβασης στη νεολαία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκτιμάνε καλύτερα τι απασχολεί αυτές τι ηλικίες, να κατανοούν το βάθος της ιδεολογικής παρέμβασης του αντιπάλου, να μην υποτιμάνε το τι καταλαβαίνει και τι όχι ένας μαθητής, ένας σπουδαστής στην κατάρτιση, ένας φοιτητής, ένας εργαζόμενος νέος ή μια εργαζόμενη νέα χωρίς κοινωνική, ταξική πείρα, καμιά φορά ακόμα και χωρίς ουσιαστική εργασιακή πείρα. Στους εργαζόμενους, ο ενιαίος σχεδιασμός Κόμματος και ΚΝΕ σε ένα βαθμό λύνεται αντικειμενικά μιας και στις περισσότερες περιπτώσεις ο χώρος ευθύνης της κλαδικής ΟΒ ταυτίζεται με αυτόν της ΚΟΒ. Εκεί που χρειάζεται ιδιαίτερη στήριξη η ΚΝΕ είναι στο πώς ο νέος κομμουνιστής δρα πρωτοπόρα στο χώρο δουλειάς του, ανεξαρτήτως μικρού ή μεγάλου χώρου εργασίας, δίχως να αρκείται μόνο στη συνδικαλιστική δουλειά ή ακόμη και να την ξεχωρίζει από την πολιτική. Αλλού, για παράδειγμα, παρότι υπάρχουν μέλη κλαδικών ΟΒ που έχουν ικανότητα στο να κινητοποιούν συναδέλφους από τον κλάδο, την ίδια στιγμή αδυνατούν αυτό τον περίγυρο να τον εντάξουν σε έναν αυτοτελή σχεδιασμό. Η πείρα που έχει συγκεντρώσει το Κόμμα συνολικά πάνω στα εργατικά-συνδικαλιστικά ζητήματα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην καθοδηγητική στήριξη των ΟΒ της ΚΝΕ. Από τη μέθοδο σκέψης για το πώς σχεδιάζεις για ένα χώρο που δεν έχεις κανέναν μέσα μέχρι το πώς καθοδηγείς σε ένα μεγάλο χώρο δουλειάς τον έναν. Από το πώς πρέπει να δουλεύεις σε ένα ΔΣ σωματείου μέχρι το πώς αξιοποιείς δευτεροβάθμια όργανα. Η υπάρχουσα πείρα μπορεί να βοηθήσει ώστε το περιεχόμενο διεκδίκησης ενός σωματείου να περιλαμβάνει τους συνολικότερους όρους ζωής της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης (π.χ. ελεύθερος χρόνος, οικογένεια, στέγη κλπ.) και όχι μόνο τα «στενά» εργασιακά.
Το τμήμα, επίσης, της νεολαίας που βρίσκεται στις σχολές κατάρτισης αποτελεί αυτόματα στοιχείο υποδομής και οικοδόμησης για μια σειρά από κλάδους που ιεραρχεί το Κόμμα και η ΚΝΕ.
Στο χώρο παρέμβασης των φοιτητών, όπου ο αντίπαλος αναπαράγει αλλά και διαμορφώνει νέα ιδεολογήματα, η ιδεολογικοπολιτική στήριξη των Οργανώσεών μας είναι πολύ κρίσιμη. Παρότι οι ρυθμοί παρέμβασης και δράσης είναι απαιτητικοί, διαμορφώνοντας έτσι μια σειρά νέων στελεχών που αποκτούν σε σύντομο χρονικό διάστημα μια σχετική πείρα, ταυτόχρονα, με γρήγορους ρυθμούς αυτό το δυναμικό συντρόφων φεύγει και έρχεται νέο. Συνεπώς, η όποια πείρα κατακτιέται στις φοιτητικές Οργανώσεις δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται κεκτημένη εσαεί, καθώς οι αυξημένοι ρυθμοί ανανέωσής τους επιτάσσουν διαρκώς τη μελέτη βασικών μας θέσεων και την επαναφορά συμπερασμάτων.
Σε κάθε «ανανέωση» του στελεχικού δυναμικού χρειάζεται προσοχή να μην αδυνατίζουν οι όροι συγκρότησης και λειτουργίας των ΟΒ και κύρια η ιδεολογικοπολιτική στήριξή τους λόγω απειρίας. Η στήριξη του Κόμματος στο να διασφαλίζεται η καθοδηγητική συνέχεια, να μεταλαμπαδεύεται η πείρα και να γίνεται προσπάθεια να κατακτιούνται συνεχώς τα επαναστατικά χαρακτηριστικά στους νέους συντρόφους και συντρόφισσες, ιδιαίτερα σε τέτοιες περιόδους, είναι πολύ κρίσιμη.
Φυσικά, υπάρχουν και πολλά άλλα ακόμα ζητήματα που πρέπει να τα δούμε πιο αναλυτικά, κυρίως μετά το Συνέδριο, στην πορεία προς το 14ο Συνέδριο της ΚΝΕ που θα γίνει στο τέλος του 2027, καθώς και κατά την προετοιμασία της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη Νεολαία ή της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ, ανάλογα με το τι θα καταλήξει η νέα ΚΕ.
Είναι μεγάλη η ευθύνη του Κόμματος έγκαιρα να εντοπίζει και να ανοίγει μέτωπο με σύγχρονες αντιδραστικές θεωρίες και μεθόδους σκέψης που οδηγούν στην αποσπασματικότητα και στον υποκειμενισμό και διοχετεύονται στη νεολαία μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, όπως και το να επισημαίνει και να αντιμάχεται ανάλογες κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές που προωθούνται ως σύγχρονες, προοδευτικές, ριζοσπαστικές, αξιοποιώντας και νέες τεχνολογίες που αποτελούν και το «άλλοθι» του «μεταμοντερνισμού», του δήθεν προοδευτισμού. Απαιτείται αφομοίωση και παραπέρα θεματική επεξεργασία σε ζητήματα φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας, νομοτελειών του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με τις επεξεργασίες μας και την απελευθέρωση και συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον σοσιαλισμό, με ειδική δουλειά από την Ιδεολογική Επιτροπή, το Τμήμα Οικονομίας της ΚΕ κλπ.
Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει ν' αναπροσανατολιστεί η δουλειά, πρώτα απ' όλα των εκπαιδευτικών κομματικών μας δυνάμεων, ν' αποκτήσουν σταδιακά την ικανότητα να προσανατολίσουν Συλλόγους Εκπαιδευτικών, αξιοποιώντας τη διεύρυνση της συνδικαλιστικής μας επιρροής, ν' ανοίξουν αντίστοιχη δουλειά - θεματικές συζητήσεις με τους Συλλόγους Γονέων, αξιοποιώντας εκλεγμένους γονείς - κομματικά μέλη. Ακόμα, ν' αξιοποιήσουν πιο μεθοδευμένα την ΟΓΕ, που έχει δουλέψει σε κάποια θέματα (π.χ. θεωρίες φύλου, «πατριαρχίας» ως πηγή βίας), το ΕΣΥΝ για τις εξαρτήσεις, την ΕΕΔΥΕ και την ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ για τους υφιστάμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Η επεξεργασία μιας τέτοιας παρέμβασης να ξεκινήσει από τη νέα ΚΕ, με την κατάλληλη στελέχωση των Τμημάτων της, τον προσανατολισμό τους στα αντίστοιχα αντικείμενα, στην ιδεολογική πάλη με βάση αυτά, τη μεταξύ τους συνεργασία, καθώς και με αντίστοιχες κεντρικές Κομματικές Ομάδες, με τα Τομεακά Οργανα Εκπαιδευτικών, ΑΕΙ - Ερευνας.
Από τα πρώτα ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν στο Κόμμα, αλλά και σε όλη την κλίμακα της ΚΝΕ, είναι: Οι δυνατότητες και παγίδες στη χρήση του Διαδικτύου, ειδικότερα για την ατομική χρήση των ΜΚΔ, η χρησιμοποίησή τους με στόχο την πλήρη αποξένωση, την εκπόρνευση, την έκθεση σε δημοσιότητα προσωπικών καταστάσεων κλπ.
Αλλά και ευρύτερα, το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα ν' ανοίξει τέτοια ζητήματα, αρχικά μέσω αντίστοιχων δομών του που είναι πιο κοντά στους νέους/νέες. Ο νέος συσχετισμός στην ΑΔΕΔΥ μπορεί ν' αξιοποιηθεί και προς αυτή την κατεύθυνση.
Το Κόμμα να εμβαθύνει σε ζητήματα κομμουνιστικής ηθικής, στις σχέσεις των δύο φύλων, μεταξύ γονιών και παιδιών, σε ζητήματα κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, να τα διοχετεύσει στην ΚΝΕ.
Χρειάζονται πρωτοβουλίες δράσης που καλλιεργούν την αγωνιστικότητα και συλλογικότητα, την προσφορά, την ανιδιοτέλεια, την αλληλεγγύη, την ταξική προσέγγιση, αλλά και τη δημιουργία, που συσφίγγουν αγωνιστικούς δεσμούς πάνω σε κοινές δράσεις, που συνδέονται με αισθητική καλλιέργεια, καλλιτεχνική δημιουργία, φυσική αγωγή.
Εχουμε πετύχει πολλά και σημαντικά με τη δουλειά για το Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή», κυρίως το κεντρικό, με ορισμένα Στέκια Πολιτισμού. Δεν έχουν όμως αγκαλιάσει την ΟΒ, τη δράση της, δεν έχουν διαπεράσει όργανα Κόμματος - ΚΝΕ, ώστε η κομμουνιστική ιδιότητα να εκδηλώνεται ως πρωτοπορία σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής και δράσης, στην προσωπικότητα του κομμουνιστή, της κομμουνίστριας, στο πώς κρίνει τι και πώς μαθαίνει, βλέπει, ακούει, δημιουργεί, διεκδικεί, βιώνει, είναι πραγματικά πρωτοπόρος παντού, παράδειγμα και πρότυπο, λαϊκός ηγέτης.
Η μάχη κερδίσματος των νεότερων γενιών είναι υπόθεση του Κόμματος, είναι το στοίχημα για την εξασφάλιση του επαναστατικού μέλλοντός του, για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Ιστορία, Γλώσσα, Τέχνη είναι εργαλεία στη διαμόρφωση κομμουνιστών ικανών να αναλύουν την πραγματικότητα, να εντοπίζουν το δρόμο αλλαγής της πραγματικότητας σε κατεύθυνση πραγματικού πολιτισμού, κοινωνικής ευημερίας, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
ΝΑ ΔΥΝΑΜΩΣΕΙ Η ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ
Το ιδεολογικό στοιχείο, η αφομοίωση του Προγράμματος και επεξεργασιών μας σε νέα θεωρητικά ζητήματα, στην ιστορία της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη της επαναστατικής κομμουνιστικής θεωρίας.
Η σύνθεση της ΚΕ, των Τμημάτων της, η λειτουργία τους, το πρόγραμμά τους, να συμβάλλουν ώστε να επιβεβαιώνεται στην πράξη, σε κάθε φάση και περίοδο, ο χαρακτήρας του Κόμματος ως ιδεολογικής - πολιτικής - οργανωτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης για την ιστορική αποστολή της: την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Κατά την προσυνεδριακή συζήτηση τέθηκε ως ερώτημα «πώς μπορεί η ΚΟΒ να κατακτήσει την ικανότητα να δουλεύει καθημερινά με άξονα το Πρόγραμμά μας, δηλαδή στη βάση του στρατηγικού στόχου για συγκέντρωση των δυνάμεων της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας». Εκφράστηκε προβληματισμός, αν είναι κυρίως ζήτημα εκλαΐκευσης του Προγράμματος, πιο πειστικής προπαγάνδας «για να ψηφιστεί πιο μαζικά το ΚΚΕ», όπως συχνά αναφέρουν ακόμα και συμπορευόμενοι με το Κόμμα σε κάποια μέτωπα πάλης. Υπήρξε προβληματισμός στο πώς ανάγεται το τρέχον στον στρατηγικό σκοπό.
Θεωρούμε ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο, σχετίζεται με την ισχυροποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, με την κατανόηση και εξήγηση από ταξική σκοπιά των δυνατοτήτων των νέων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, αλλά και των κινδύνων από τη χρησιμοποίησή τους από τους καπιταλιστές με κίνητρο τον ανταγωνισμό, τα κέρδη. Σε αντιπαράθεση με αυτό είναι η ύπαρξη όλων των προϋποθέσεων για την ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών της εργατικής-λαϊκής οικογένειας που σήμερα εμποδίζεται από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αφού στον καπιταλισμό μπορούν να παράγονται όλα αυτά τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες, όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός της παραγωγής τους.
Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στην κατανόηση των παραγόντων που διαμορφώνουν ένα κοινωνικό πρόβλημα στον καπιταλισμό και κατά προέκταση της άρρηκτης σύνδεσής του με την ύπαρξη της καπιταλιστικής εξουσίας. Ετσι μόνο μπορεί να κατανοηθεί ευρύτερα και το γιατί μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τη σοσιαλιστική εξουσία και να γίνει αντιληπτή η διαδικασία που προϋποθέτει τόσο η κατάκτηση της σοσιαλιστικής εξουσίας όσο και η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος. Πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται όχι μόνο βαθύτερη γνώση του κοινωνικού προβλήματος αλλά και εκπαίδευση στη σύγκρουση, αρχικά ως μέσο εξάσκησης, αλλά και προετοιμασίας για την εφ' όλης της ύλης σύγκρουση με την καπιταλιστική εξουσία, για την εξέγερση και τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Σε αυτή τη βάση δίνουμε συμπεράσματα από την παρέμβαση του Κόμματος στα κινήματα. Παρά τα βήματα που έγιναν από το 21o Συνέδριο, η κατάσταση στα κινήματα προσομοιάζει με «κινούμενη άμμο». Αν η παρέμβασή μας δεν αποκτήσει το απαραίτητο ιδεολογικό πολιτικό βάθος, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του πισωγυρίσματος και της υποχώρησης από τα θετικά βήματα που κατακτήσαμε μπροστά στην τεράστια πίεση που θα ασκηθεί τα επόμενα χρόνια στο πλαίσιο και της πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας και με δεδομένη την ανασύνταξη των αστικών πολιτικών δυνάμεων.
Σήμερα για να πραγματοποιηθεί αυτό το αναγκαίο και επιτακτικό άλμα στην παρέμβασή μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα απαιτούνται ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις.
Μια πρώτη βασική προϋπόθεση είναι να εξασφαλίσουμε ενιαία αντίληψη. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος αλληλεπιδρούν η δουλειά με το Πρόγραμμα του Κόμματος μέσα στο κίνημα και η συστηματική προσπάθεια να ανεβαίνει ο βαθμός οργάνωσης στα συνδικάτα, να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό τους και να αυξάνεται η συμμετοχή των μελών τους στους αγώνες. Είναι απαραίτητο να προωθούμε συνδυασμένα όλους τους προηγούμενους στόχους που αποτελούν και προϋποθέσεις της ανασύνταξης.
Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται αυτοτελής ιδεολογική πολιτική και οργανωτική δουλειά όλων των κομμουνιστών μέσα στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό της κίνημα με βάση το Πρόγραμμα και άλλες επεξεργασίες μας. Απαιτείται οργανωμένη, σχεδιασμένη δουλειά και με την αντίστοιχη διάταξη δυνάμεων για τη βελτίωση της κομματικής οικοδόμησης, πρώτα απ' όλα στους χώρους δουλειάς και στις ειδικές κατηγορίες των νεότερων ηλικιακά εργαζομένων και γυναικών. Απαιτείται επεξεργασία και εξειδίκευση των πλαισίων πάλης και πρωτοπόρα μαχητική δράση για τα προβλήματα των εργαζομένων. Απαιτείται ταυτόχρονη συνεχής προσπάθεια συσπείρωσης ευρύτερων τμημάτων εργαζομένων στο πλάι του Κόμματος και της ΚΝΕ, ώστε να διευρύνεται το τμήμα αυτό που δρα πρωτοπόρα στον ιδεολογικό πολιτικό και μαζικό αγώνα, που προετοιμάζεται ώστε να παίξει ηγετικό ρόλο στους αγώνες της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο κομμουνιστής συνδικαλιστής για να είναι πρωτοπόρος ηγέτης και οργανωτής μαζών, είναι απαραίτητο να δρα πρωτοπόρα με τις ιδέες μας μέσα στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, να διαφωτίζει ευρύτερες δυνάμεις για την αναγκαιότητα και τη ρεαλιστικότητα ανατροπής του συστήματος της ταξικής αδικίας και εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού, για την ανωτερότητα και την επικαιρότητα του σοσιαλισμού.
Ταυτόχρονα, κριτήριο της ωριμότητας και της αντοχής στην επίμονη καθημερινή δουλειά είναι και το πόσο γίνεται κατανοητό αυτό που αναφέρεται στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ότι η συσπείρωση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης με το ΚΚΕ και η προσέλκυση πρωτοπόρων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων θα περάσει από διάφορες φάσεις. Το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και των βιοπαλαιστών αγροτών και η μορφή έκφρασης της συμμαχίας τους με αντιμονοπωλιακούς στόχους με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ, σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του επαναστατικού εργατικού-λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες. Οι εργατικές και λαϊκές μάζες μέσα από την πείρα της συμμετοχής τους στην οργάνωση της πάλης σε κατεύθυνση σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου θα πείθονται για την ανάγκη να πάρει η οργάνωση και η αντιπαράθεσή τους χαρακτήρα εφ' όλης της ύλης και με όλες τις μορφές σύγκρουσης με την οικονομική, πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου.
Υπάρχει επομένως ανάγκη να κατανοούμε πιο βαθιά και διαλεκτικά όλους τους παράγοντες που συνδυασμένα πρέπει να υπηρετούν το ανέβασμα της συνειδητότητας και της οργάνωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων (τη συλλογική πείρα του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, την άρρηκτη σχέση της ιδεολογικής πολιτικής δράσης με την ανάπτυξη των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργαζομένων).
Μέσα σε όλα αυτά να κατανοούμε πιο ολοκληρωμένα τον ειδικό αναντικατάστατο καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Να κατανοούμε και να παίρνουμε υπόψη μας ότι το συνδικαλιστικό κίνημα είναι κατώτερη βαθμίδα οργάνωσης της εργατικής τάξης. Οτι στις γραμμές του δρουν και παρεμβαίνουν όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, το κράτος, η εργοδοσία. Επομένως η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και χειραφέτησης της εργατικής τάξης είναι πιο απαιτητική διαδικασία, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που ανεβάζουν τις απαιτήσεις της παρέμβασης του Κόμματος.
Είναι καίριο ζήτημα, ο κομμουνιστής και η κομμουνίστρια, δουλεύοντας πλατιά μέσα στις εργατικές λαϊκές μάζες, μπαίνοντας μπροστά για κάθε λαϊκό πρόβλημα, να συμβάλλει συνειδητά να συνδέεται ο οικονομικός αγώνας με την πολιτική πάλη. Να κατανοεί ότι αυτή η διαδικασία δεν γίνεται ούτε «μια κι έξω», ούτε συνθηματολογικά, είναι συνδυασμός ιδεολογικής, πολιτικής, μαζικής, οργανωτικής παρέμβασης πριν την εξέλιξη ενός αγώνα, κατά τη διάρκειά του και στη συνέχεια. Απαιτεί κλιμάκωση σε διεκδικήσεις που πρέπει να μπολιάζονται με περιεχόμενο, σε πολιτική αντιπαράθεση με τις κυβερνήσεις, την εργοδοσία, τους πραγματικούς υπευθύνους, ώστε να φωτίζεται ο δρόμος της πάλης για τη λύση των προβλημάτων, για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους, συνδέεται αναπόσπαστα με το δρόμο της ανατροπής.
Οτι όλα αυτά, μόνο σ' αυτό το δρόμο μπορούν να γίνουν υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, να βάζουν εμπόδια στην αστική τάξη, να υπάρχουν και επιμέρους κατακτήσεις, να συνειδητοποιείται η ανάγκη του αγώνα για την εργατική εξουσία, να αναπτύσσεται και να παίρνει όλο και πιο μαζικά χαρακτηριστικά, σε συνθήκες μάλιστα πολύ οξυμένης αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος.
Επειδή όμως ξέρουμε καλά ότι στον μαζικό αγώνα οι εργατικές μάζες δεν μπαίνουν έξω από την πάλη για τα δικαιώματά τους, γι' αυτό και είναι απαραίτητο να δυναμώσει η προσπάθεια για την εξειδίκευση αιτημάτων και διεκδικήσεων σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε κλάδο, με τη συστηματική ταυτόχρονα προσπάθεια για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων πλαισίων πάλης, ανάδειξη μετώπων πάλης που συμβάλλουν στην ενιαιοποίηση του αγώνα πλατύτερων τμημάτων των εργαζομένων σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Αυτό είναι το σύνθετο καθήκον που συνειδητά σχεδιασμένα πρέπει να προωθούμε στο κίνημα, παίρνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κλάδου, κάθε χώρου, τα οξυμένα προβλήματα που μπορούν να γίνουν κρίκος για την ανάπτυξη του συλλογικού αγώνα. Εντάσσοντάς τα στο δικό μας σχεδιασμό για το δυνάμωμα του αντικαπιταλιστικού αγώνα, σε συνεχή αντιπαράθεση με τις άλλες πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις που θα επιχειρούν τον περιορισμό της πάλης σε μια ρεφορμιστική κατεύθυνση και το συντεχνιασμό.
Τα παραδείγματα από την παρέμβαση του Κόμματος που αναπτύχθηκε και τις μεγάλες πανελλαδικές κινητοποιήσεις, όπως για τα Τέμπη, ενάντια στο 13ωρο, με στόχους και συνθήματα που είχαν αντικαπιταλιστικό και αντιμονοπωλιακό περιεχόμενο, δείχνουν τις δυνατότητες. Να επεξεργαζόμαστε και τρόπους έκφρασης αλληλεγγύης, με διάφορες μορφές πάλης, όπως απεργίες κλπ.
Μπορεί να αξιοποιηθεί στην κατεύθυνση αυτή το γεγονός ότι έχει δυναμώσει η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς το Κόμμα από ευρύτερο τμήμα εργαζομένων και μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η άνοδος του κύρους του Κόμματος και τα αποτελέσματα της δράσης μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα εκφράστηκαν και στις αρχαιρεσίες μεγάλων συνδικάτων, Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών σε Ιδιωτικό και Δημόσιο Τομέα. Είμαστε πρώτη δύναμη σε 14 Ομοσπονδίες του Ιδιωτικού και Δημόσιου τομέα και 22 Εργατικά Κέντρα και στην ΑΔΕΔΥ. Επίσης, μεγάλωσε η στεφάνη σωματείων και γύρω από το ΠΑΜΕ που δραστηριοποιούνται σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις. Στην Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2024 συμμετείχαν για πρώτη φορά 151 σωματεία που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ. Ταυτόχρονα, έγινε προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση με συσκέψεις συνδικάτων μπροστά στην οργάνωση του αγώνα με αφορμή αντεργατικά νομοσχέδια (Γεωργιάδη, Χατζηδάκη, νόμος για το 13ωρο), σε ό,τι αφορά το έγκλημα των Τεμπών, για τα ζητήματα αλληλεγγύης, για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη κ.ά.
Ωστόσο, η σημαντική συμβολή του ΚΚΕ στη διαμόρφωση ενός ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, μέσα από τη στάση του σε όλα τα μεγάλα μέτωπα, στη δράση μας μέσα στο κίνημα, πρέπει να αποκτήσει μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά.
Βασικό ζήτημα το επόμενο διάστημα είναι η αντιμετώπιση του αστικού σχεδίου που είναι σε εξέλιξη, με μπροστάρη το μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ. Στόχος τους είναι οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ να αντιπαρατεθούν πιο αποφασιστικά με τις δυνάμεις του ΚΚΕ στην Αττική, που έχει ειδικό βάρος πανελλαδικά. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει και άλλες περιοχές, όπου παρατηρήθηκε αύξηση των δυνάμεων του Κόμματος. Με την εκπλήρωσή του επιχειρούν να αντιστρέψουν την κατάσταση, να ανακόψουν την τάση να μεγαλώνει και να βαθαίνει το ρεύμα συμπόρευσης εργαζομένων με το Κόμμα, που παίρνει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μέσα στο κίνημα με απόσπαση εκλεγμένων και συμμετοχή στα δικά μας ψηφοδέλτια, συμπόρευση εκλεγμένων σε ΔΣ, συμπόρευση σωματείων με το ΠΑΜΕ.
Ξεχωρίζουμε κάποια από τα βασικά ζητήματα από την παρέμβαση του κράτους, του κεφαλαίου και των άλλων πολιτικών δυνάμεων που θα δυναμώσει το επόμενο διάστημα και που πρέπει να αποτελούν τον άξονα της ιδεολογικής και πολιτικής βοήθειας στις δυνάμεις μας και τη μαζική παρέμβαση:
Τον χαρακτήρα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ως «κοινωνικού εταίρου», «συνομιλητή» που οδηγεί στη λογική της «γεφύρωσης συμφερόντων». Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η «κοινωνική συμφωνία» κυβέρνησης, εργοδοτικών ενώσεων και ΓΣΕΕ, η καλλιέργεια της γραμμής του «εθνικού συμφέροντος», της «κοινωνικής ειρήνης» και της ταξικής συνεργασίας, που εκφράζονται με ιδεολογήματα όπως «όλοι στην ίδια βάρκα είμαστε». Ολα τα προηγούμενα αποσκοπούν στον περιορισμό των απαιτήσεων των εργαζομένων για την εξασφάλιση των κερδών των καπιταλιστών. Αποσκοπούν ακόμα να αποδεχτούν οι εργαζόμενοι τις θυσίες που απαιτεί η προετοιμασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το «τώρα τα κεφάλια μέσα», τη γραμμή της «ασφάλειας του ΝΑΤΟ», του «εξανθρωπισμού» και την κούρσα των εξοπλισμών ως «αμυντική ενίσχυση» της χώρας.
Παρεμβαίνοντας αποφασιστικά στις διεργασίες που εκτυλίσσονται στο έδαφος των συνολικότερων εξελίξεων που πυροδοτήθηκαν από τη στάση της ΓΣΕΕ στο «νόμο Κεραμέως», τον απόηχο από την «κοινωνική συμφωνία» για τις ΣΣΕ, αλλά και την επίδραση της δικής μας παρέμβασης, υπάρχουν περιθώρια απεγκλωβισμού δυνάμεων από την επιρροή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού μέσα από τη σταθερή αντιπαράθεση με τις ηγεσίες τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο χρειάζεται να προτάσσουμε τη δουλειά με το επεξεργασμένο πλαίσιο του ΠΑΜΕ, ακόμα πιο ειδικά την ανάλογη επεξεργασία ανά χώρο και κλάδο, δουλεύοντας με γνώμονα την ενίσχυση του ταξικού πόλου στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα. Μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για τη συγκρότηση ενός πανελλαδικά συντονισμένου ενιαίου κινήματος που θα εκφράζεται στις κοινές θέσεις και στόχους διεκδίκησης για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων, κόντρα στη γραμμή του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης του κινήματος.
Αυτή η δουλειά συμβάλλει ώστε να δυναμώνουν και να διευρύνονται οι δεσμοί του Κόμματος με την εργατική τάξη, οι οποίοι θα δοκιμαστούν ακόμα πιο σκληρά σε συνθήκες όπου η πολεμική οικονομία και η νέα καπιταλιστική κρίση θα συνοδευτούν με αυταρχισμό, καταστολή και εργοδοτική τρομοκρατία, με διώξεις πρωτοπόρων εργαζομένων, με επιχείρηση απαγόρευσης της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης.
Στη μελέτη της πείρας του κινήματος ξεχωρίζουν τα εξής στοιχεία:
Πρώτο, η σημασία να υπάρχουν οργανωμένες δυνάμεις μέσα στους χώρους δουλειάς ως βασικός όρος για την παρέμβασή μας, για την ανάπτυξη αγώνων, για την επίδραση στους εργαζομένους με βάση την πολιτική μας.
Δεύτερο, η καθοδηγητική προσπάθεια για την εξειδίκευση της διαπάλης με βάση και τη μελέτη του χώρου.
Τρίτο, η ανάγκη αυτή η διαπάλη να διαπερνά τη διαμόρφωση των πλαισίων πάλης, ως όρος για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.
Ξεχωρίζουμε την ανάγκη για τη διάταξη με προτεραιότητα τους μεγάλους βιομηχανικούς χώρους, τις βιομηχανικές ζώνες, τους κλάδους που ιεραρχούμε, όπως και την αντιμετώπιση της χρόνιας απουσίας μας από κρίσιμους κλάδους και σωματεία στην Ενέργεια, στην Πληροφορική, στις αστικές συγκοινωνίες, από χώρους της βιομηχανίας όπως εργοστάσια τροφίμων, ιδιαίτερα εργοστάσια επεξεργασίας κρέατος, από τη χημική βιομηχανία, από τη βιομηχανία επεξεργασίας έτοιμου φαγητού και τα μεγάλα catering, από τα Super Market και τις μεγάλες αλυσίδες, από την αποθήκευση και τα logistics, από την ιδιωτική υγεία. Πρόκειται για αδύναμη παρουσία ή απουσία που αδυνατίζει σοβαρά την παρέμβασή μας.
Πλέον είναι ακόμα πιο καθαρό το συμπέρασμα ότι ο κύριος προσανατολισμός μας θα πρέπει να βρίσκεται στην επιδίωξη να οργανώνονται οι εργαζόμενοι με βάση το χώρο δουλειάς, ως βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της κλαδικής οργάνωσης, ενότητας και κοινής δράσης που εξασφαλίζεται με το κλαδικό συνδικάτο σε επίπεδο περιοχής και έπειτα με την Ομοσπονδία σε επίπεδο κλάδου. Ολες οι αξιόμαχες κινητοποιήσεις, απεργίες που πραγματοποιήθηκαν σε κλαδικό ή και πανεργατικό επίπεδο επιβεβαιώνουν αυτό το συμπέρασμα. Η συμμετοχή των εργαζομένων στα επιχειρησιακά σωματεία, η εξασφάλιση της συλλογικής δράσης, συζήτησης και απόφασης μέσα στους χώρους δουλειάς, σε συνδυασμό με το σωστά επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης, είναι που εξασφάλισαν την αύξηση της εγγραφής και συμμετοχής των εργαζομένων, τη συνέχεια του αγώνα, τη διαμόρφωση εστιών αντίστασης.
Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες που δυναμώνει η λαϊκή δυσαρέσκεια και αυξάνονται δυνατότητες να ενισχυθούν η μαζικότητα και ο προσανατολισμός ενός ρεύματος αμφισβήτησης που τον πυρήνα του συγκροτεί η επιρροή του Κόμματος στην εργατική τάξη, πρέπει να εντείνουμε τη μάχη για να αποκτήσει αυτός ο πυρήνας ταξική, ιδεολογικοπολιτική αντοχή και μαχητικότητα απέναντι στις πολύμορφες παρεμβάσεις του κεφαλαίου, απέναντι στις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τον οπορτουνισμό, απέναντι στη γραμμή των κοινών εθνικών συμφερόντων σε συνθήκες πολέμου.
Αυτή η δυσαρέσκεια αναπτύχθηκε στο έδαφος των τριγμών που δημιούργησε η πανδημία και η διαχείρισή της, οι φυσικές καταστροφές και ο ρόλος του αστικού κράτους σε αυτές, η εγκληματική πολιτική που οδήγησε στα Τέμπη και στη συγκάλυψη, στο έδαφος της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των συνεπειών της μάχης για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και της ελληνικής εμπλοκής. Αναπτύχθηκε σε συνθήκες όξυνσης όλων των προβλημάτων, σε συνθήκες πληθωριστικών πιέσεων και ακρίβειας και πιο φανερών πλέον αρνητικών συνεπειών για τη ζωή των εργαζομένων από την «ωρίμανση» στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου, της ΕΕ, της ΚΑΠ στους αγρότες, που υλοποιήθηκαν από διαδοχικές αστικές κυβερνήσεις. Τροφοδοτήθηκε από την αρνητική για τον λαό πείρα, ιδιαίτερα της προηγούμενης δεκαετίας και από τις διαψευσμένες προσδοκίες.
Ομως η εργατική-λαϊκή δυσαρέσκεια παραμένει ρηχή και περιορισμένη πολιτικά. Ως αποτέλεσμα, το αστικό πολιτικό σύστημα, με τα μέσα που διαθέτει για την παγίδευση και χειραγώγηση της λαϊκής δυσαρέσκειας, επιχειρεί να δυναμώσει τις πιέσεις προσαρμογής στον αρνητικό συσχετισμό.
Σε αυτές τις συνθήκες έντασης της ιδεολογικής-πολιτικής διαμάχης μέσα στην εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, η ικανότητα όλων των μελών και των στελεχών του Κόμματος κρίνεται από τη δυνατότητά τους να κλιμακώνουν την ιδεολογική-πολιτική τους παρέμβαση μέσω της προβολής της προγραμματικής μας επεξεργασίας, της ανάλογης συνθηματολογίας και των αντίστοιχων ενεργειών και της ανάδειξης συμπερασμάτων από την πείρα των ταξικών αγώνων. Ετσι μόνο μπορούν να επιτύχουν τον απεγκλωβισμό των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων από την επίδραση της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και των φορέων της, να διαμορφώσουν όρους συσπείρωσης των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων με το Πρόγραμμα του ΚΚΕ και πάλης τους σε αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Αντίστοιχα, η κάθε Κομματική Οργάνωση πρέπει να μετατραπεί σε κύτταρο-φορέα υλοποίησης αυτών των καθηκόντων.
Η προσυνεδριακή διαδικασία επιβεβαίωσε τα κενά και τις καθυστερήσεις που υπάρχουν στην καθοδήγηση των κομματικών ομάδων. Αν και η κατάσταση δεν είναι παντού ίδια -καταγράφεται μια καλύτερη προσπάθεια στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην Αττική, στη Θεσσαλονίκη, στην καθοδήγηση των κομματικών ομάδων μεγάλων Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα- η καθυστέρηση είναι εμφανής ιδιαίτερα στην περιφέρεια όπου τα ζητήματα σχεδιασμού και προσανατολισμού της δουλειάς των συνδικάτων λύνονται από έναν αριθμό κομματικών στελεχών που έχουν την ευθύνη, κύρια μέσα από συνεργασίες. Με αυτό τον τρόπο περιορίζεται η συλλογική εξαγωγή της πείρας, ενώ δεν αφομοιώνονται τα στοιχεία της πείρας από μέτωπα πάλης και αγώνες που άνοιξαν σε άλλους κλάδους, πανελλαδικά κ.ο.κ.
Σχεδόν παντού εμφανίζεται η δυσκολία της καθοδήγησης των κομματικών ομάδων στα επιχειρησιακά σωματεία ή όπου οι δυνάμεις μας δρουν με όρους μειοψηφίας στη διοίκηση των σωματείων, σε συνθήκες δηλαδή όπου η διαπάλη με την εργοδοσία, τις άλλες δυνάμεις αλλά και το περιεχόμενο της παρέμβασής μας γίνονται ακόμα πιο απαιτητικά. Ολα τα παραπάνω έχουν την αντανάκλασή τους στις δυσκολίες που υπάρχουν στη λειτουργία των συνδικάτων και εντοπίστηκαν απ' όλες τις Συνδιασκέψεις Περιοχής.
Η ιδεολογική πολιτική βοήθεια προς τα μέλη και τα στελέχη, η αναβάθμιση και λειτουργία, το περιεχόμενο της συζήτησης των κομματικών ομάδων αποτελεί το πρώτο και κρίσιμο στην ιεράρχηση καθήκον για όλα τα καθοδηγητικά όργανα, που πρέπει να λύσουμε ενιαία και παντού. Τα καθοδηγητικά όργανα οφείλουν συνεχώς να εξασφαλίζουν την ύπαρξη ενιαίας αντίληψης στο εξής ζήτημα: η ανάπτυξη και κυρίως η ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος δεν είναι μια σταθερά ανοδική πορεία, έχει εξάρσεις, φάσεις κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης. Ομως όλοι οι αγώνες μπορούν να δώσουν πείρα, να συμβάλουν στην πορεία μιας πιο σταθερής αυτοπεποίθησης για τις δυνατότητες σύγκρουσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με την καπιταλιστική εξουσία, στο βαθμό που οι κομμουνιστές προβάλλουν την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα αυτής της σύγκρουσης.
Αν και εκτιμάμε ότι υπάρχει βελτίωση του προσανατολισμού στο πώς δουλεύουμε στο κίνημα, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ότι δεν έχει κατακτηθεί ακόμα ενιαία αντίληψη από το σύνολο των καθοδηγητικών οργάνων, καθώς και των στελεχών και των κομματικών δυνάμεων που δουλεύουν στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Πιο συγκεκριμένα δεν έχει κατακτηθεί ενιαία αντίληψη γύρω από την κατεύθυνση του 21ου Συνεδρίου, που αφορά την άνοδο της ικανότητας των κομμουνιστών να μη διαχωρίζουν τεχνητά, σχηματικά την ιδεολογικοπολιτική δουλειά από τη συνδικαλιστική - μαζική, αλλά ούτε και να την ταυτίζουν, αλλά δημιουργικά, επίμονα και σταθερά να δουλεύουν, να επιδρούν, ώστε μέσα από την όξυνση της διαπάλης με το κράτος, το κεφάλαιο και τις δυνάμεις τους στο κίνημα να κατανοούν ευρύτερες μάζες εργαζομένων τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, τους πραγματικούς υπεύθυνους, τον δρόμο πάλης που απαιτείται.
Οι κομματικές ομάδες αποτελούν έναν πολύ βασικό καθοδηγητικό κρίκο, ώστε να εξειδικεύονται και να σχεδιάζονται όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα οι αποφάσεις των καθοδηγητικών οργάνων και των ΚΟΒ για την παρέμβαση στον κλάδο και το χώρο δουλειάς, για την προώθηση της γραμμής μας μέσα στα σωματεία, για την καθοδήγηση των αγώνων ως επιτελεία μάχης.
Κρίσιμο θέμα είναι να κατανοηθεί από τα καθοδηγητικά όργανα ότι καταγράφουμε μια σημαντική διεύρυνση του περίγυρου των ΚΟΒ, αλλά και πιο συγκεκριμένα της δεξαμενής εργαζομένων που έχουμε επαφή στο κίνημα, μέσα από αγωνιστικές διεργασίες, από νέα καθήκοντα και ευθύνες που ανέλαβαν, με συμμετοχή σε αρχαιρεσίες, πολλοί από τους οποίους συμμετέχουν ή αποσπώνται από την αστική και οπορτουνιστική επιρροή για πρώτη φορά. Αυτοί αποτελούν μια κρίσιμη μάζα που μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων με το Κόμμα και το επαναστατικό του Πρόγραμμα.
Σε αυτή τη φάση η κομματική οικοδόμηση αποτελεί πρωταρχικό καθήκον των κομματικών ομάδων, ιδιαίτερα σε μεγάλους χώρους δουλειάς. Συνδικαλιστικά στελέχη που δεν συμμετέχουν δραστήρια σε αυτό το καθήκον, δεν εκπληρώνουν το ρόλο τους ως πρωτοπόροι κομμουνιστές και κομμουνίστριες. Εχουμε συγκεντρώσει μια πρώτη, μικρή πείρα και συμπεράσματα για το περιεχόμενο της παρέμβασής μας, μεθόδους και μορφές δουλειάς που βοηθούν στη στρατολογία, στη διεύρυνση της πολιτικής μας επιρροής, στην προσέλκυση νέου κόσμου στον περίγυρο του Κόμματος που αν αξιοποιηθεί προωθητικά, μας ανοίγει νέους δρόμους. Ομως σε αυτό το θέμα πρέπει να επιταχύνουμε τις προσπάθειές μας, καθώς υπάρχει ακόμα μεγάλη αναντιστοιχία. Ιδιαίτερη προσπάθεια να γίνει για τη στρατολογία γυναικών, αλλά και για τη διαπάλη μέσα στα σωματεία με τις θεωρίες περί «πατριαρχίας», για την προώθηση αιτημάτων πάλης που διευκολύνουν τη μητρότητα στην εργαζόμενη γυναίκα.
Επιπλέον, ένα ακόμα θέμα που το επόμενο διάστημα πρέπει αποφασιστικά να αντιμετωπιστεί με προτεραιότητα και οργανωτικά μέτρα καταμερισμού και διάταξης είναι το πρόβλημα της πολυχρέωσης των επικεφαλής των κομματικών ομάδων και των προέδρων των συνδικάτων. Αμεσα πρέπει να λυθεί και το θέμα της συγκρότησης κομματικών ομάδων στα επιχειρησιακά σωματεία, ειδικά σε εκείνες τις επιχειρήσεις που είναι πανελλαδικής εμβέλειας.
Εχει πολύ μεγάλη σημασία να αναβαθμιστεί η λειτουργία των κομματικών ομάδων, ξεκινώντας από τη σταθερή συνεδρίασή τους και την καλή προετοιμασία της όσον αφορά τη θεματολογία και την ιδεολογική και πολιτική συζήτηση, την ουσιαστική εξέταση της λειτουργίας και της δράσης των συνδικάτων, τους στόχους οργάνωσης και ανάπτυξης της πάλης σε επίπεδο επιχείρησης, κλάδου, νομού. Στο βαθμό που θα το πετυχαίνουμε αυτό, μπορούμε καλύτερα να εξασφαλίζουμε την απαραίτητη βοήθεια προς τα συνδικαλιστικά στελέχη, να δημιουργούμε ακόμα περισσότερες προϋποθέσεις να είναι τα μέλη του Κόμματος πραγματικοί ηγέτες μέσα στους χώρους και στα Συνδικάτα.
Στις Θέσεις της ΚΕ για το 22o Συνέδριο υπογραμμίζεται ότι έχουν γίνει βήματα στο να συνειδητοποιείται το γεγονός ότι η κοινωνική συμμαχία δεν αποτελεί απλά ένα συντονισμό διάφορων σχημάτων που φτιάχνονται για να διευκολύνουν την άνοδο του κινήματος, αλλά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Ταυτόχρονα, στις Θέσεις της ΚΕ υπογραμμίζεται ότι η υπόθεση της Κοινωνικής Συμμαχίας κατακτιέται στην πάλη για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα σε κατεύθυνση διεκδίκησης του συνόλου των σύγχρονων αναγκών, που αντικειμενικά μπορούν να αποτελέσουν και το έδαφος της κοινής δράσης των εν δυνάμει σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων. Αυτό επιβεβαιώθηκε από μεγάλα μέτωπα πάλης που πήραν και πανελλαδική έκφραση, όπως για το έγκλημα των Τεμπών, ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το μέτωπο της προστασίας της υγείας του λαού, μέσα από την πάλη για την αντιμετώπιση των συνεπειών από φυσικές καταστροφές που πήραν μεγάλη διάσταση, αλλά και με το μέτωπο ενάντια στους πλειστηριασμούς - εξώσεις λαϊκών κατοικιών κ.α.
Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία να ανεβάσουμε το επίπεδο ικανότητας της επεξεργασίας και της προώθησης της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης μέσα στο κίνημα κατά την προετοιμασία, τη διάρκεια και το τέλος ενός κύκλου αγώνων, εξετάζοντας τη συνέχεια, που θα βασίζεται στη συλλογική λειτουργία των οργάνων του κινήματος, των ΔΣ και των ΓΣ, με ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων και των κομματικών ομάδων.
Με αυτόν τον προσανατολισμό δουλεύουν οι κομμουνίστριες και οι κομμουνιστές μέσα από τη δράση κάθε φορέα, με μπροστάρη το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, για την ανάπτυξη ενός ενιαίου πανελλαδικά συντονισμένου κινήματος, όπου η κοινή δράση θα εκφράζεται κυρίως στους στόχους, τα αιτήματα και την αλληλεγγύη.
Νέα σημαντική πείρα διαμορφώνουμε αυτή την περίοδο από το αγροτικό ξέσπασμα που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά μαζική συμμετοχή στα μπλόκα των αγροτών και στις δράσεις που αποφασίζει η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, αλλά και την παρέμβαση του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος στην κατεύθυνση υιοθέτησης και στήριξης των αιτημάτων των αγροτών με αιχμή το «φθηνά στο χωράφι, ακριβά στο ράφι, για τα κέρδη των καπιταλιστών», την επεξεργασία πλαισίων για την οργάνωση απεργιών και συλλαλητηρίων, αξιοποιώντας και το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης με τον «προϋπολογισμό του πολέμου και της φτώχειας». Πρόκειται για σημαντική παρακαταθήκη στην προσπάθεια να στραφεί ο αγώνας από το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα στο σύνολο της αντιλαϊκής πολιτικής.
Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι κρίσιμος κρίκος που μπορεί να συνδέσει αυτό τον αγώνα είναι τα Εργατικά Κέντρα και τα μεγάλα σωματεία σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα που υπάρχουν στους νομούς. Στις Θέσεις της ΚΕ υπογραμμίζαμε το παράδειγμα του συντονισμού κοινής δράσης εργατικών σωματείων, αγροτικών συλλόγων, σωματείων επαγγελματιών, φοιτητικών συλλόγων, συλλόγων γυναικών και άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος που αναπτύχθηκε στη Λάρισα, που έχει έναν πιο μόνιμο και διευρυμένο χαρακτήρα με το πλαίσιο πάλης που επεξεργάζεται και προβάλλει σε κάθε φάση το Εργατικό Κέντρο Λάρισας, τον κοινό βηματισμό που εξασφαλίζει μέσα από διευρυμένες συσκέψεις των φορέων που οργανώνει. Αυτή την περίοδο και αξιοποιώντας την αλλαγή των συσχετισμών στα Εργατικά Κέντρα και σε Ομοσπονδίες, όπως για παράδειγμα στο Εργατικό Κέντρο Τρικάλων, την αλλαγή του συσχετισμού στον δημόσιο τομέα ο οποίος εκφράστηκε μαζί με το αποτέλεσμα και στην απόφαση του Συνεδρίου της ΑΔΕΔΥ για απεργία σε όλο το Δημόσιο για τον κρατικό προϋπολογισμό και τη στήριξη των αγροτικών μπλόκων, κόντρα στην κοινή αρνητική στάση των δυνάμεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, παρεμβήκαμε αποφασιστικά για τη διαμόρφωση κοινής δράσης της εργατικής τάξης με τα σύμμαχα στρώματα. Πιο αποτελεσματικά βήματα έγιναν στη Θεσσαλία όπου κλιμακώθηκε απεργιακός πανθεσσαλικός αγώνας με τις αιχμές ενάντια στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης, στην ΕΕ και συνολικότερα στην στρατηγική του κεφαλαίου. Σε αυτό τον αγώνα μπήκαν εκτός από τα μπλόκα των αγροτών και άλλοι φορείς του κινήματος, αυτοαπασχολούμενων, φοιτητών και μαθητών, γυναικών.
Οπου δεν έχει περάσει ένας τέτοιος μόνιμος προσανατολισμός δουλειάς συναντάμε περισσότερες δυσκολίες που επιβεβαιώνουν την ανάγκη, ειδικά στα Εργατικά Κέντρα που έχουμε την πλειοψηφία, σε Ομοσπονδίες με μεγαλύτερη επίδραση (π.χ. οικοδόμων, τροφίμων - ποτών, εμπορίου) σε αντίστοιχα τμήματα λαϊκών στρωμάτων, σε σωματεία που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, να μεγαλώσει η επαφή με φορείς του λαϊκού κινήματος (αγρότες, αυτοπασχολούμενους, φοιτητές - μαθητές), με επεξεργασμένο περιεχόμενο, μορφές και πλαίσια πάλης που θα φωτίζουν τις αιτίες και την προοπτική. Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν οι πιο περιορισμένες κοινές δράσεις σε επίπεδο πόλης ή νομού για τα οξυμένα προβλήματα που βασανίζουν τον λαό μας.
Βασικά μέτωπα πάλης που ανοίξαμε το προηγούμενο διάστημα και συνεχίζουν να αποτελούν κρίκο για το συντονισμό και τη συσπείρωση μαζικών φορέων και ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων είναι:
Οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις προσφέρονται για την εξαγωγή σημαντικών συμπερασμάτων για τη σχέση Κόμματος - κινήματος με επίκεντρο τις Θέσεις για το 22o Συνέδριο, το στόχο για ολόπλευρη ισχυροποίηση του Κόμματος σε κάθε δοκιμασία για ν' ανταποκριθεί στην ιστορική αποστολή του, την πάλη για τον σοσιαλισμό.
Επιβεβαιώθηκαν τα εξής:
1. Η σημασία έγκαιρης αξιολόγησης των διαθέσεων των αγροτών στη βάση συσσωρευμένων και οξυμένων προβλημάτων.
Πηγή αυτής της αξιολόγησης αποτελούν οι κομματικές δυνάμεις -οργανωμένες και συνεργαζόμενες- πρωτίστως οι αγροτοσυνδικαλιστές, η σχέση τους με ευρύτερες αγροτικές δυνάμεις, κυρίως μέσα από διαδικασίες του οργανωμένου κινήματος, π.χ. συνελεύσεις, συσκέψεις κ.ά. των Αγροτικών Συλλόγων και Ομοσπονδιών, της πανελλαδικής τους συσπείρωσης στη μορφή της ΠΕΜ.
2. Η ανάληψη καλά σχεδιασμένων πρωτοβουλιών διοχέτευσης αγωνιστικών διαθέσεων, η αποδοχή των πρωτοβουλιών και η διαμόρφωση προγραμματισμένων κινητοποιήσεων ως σχεδιασμός - αποφάσεις των διαδικασιών του οργανωμένου αγροτικού κινήματος.
3. Η επεξεργασία πλαισίου πάλης που αφενός αναδεικνύει τα κοινά προβλήματα - κοινές διεκδικήσεις διαφορετικών τμημάτων των αγροτών (γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων, αλιέων ή και διαφορετικών τμημάτων των γεωργών με βάση την καλλιέργεια - το χώρο), αφετέρου ανάγει το επιμέρους πρόβλημα στο γενικότερο.
Είναι διαδικασία που απαιτεί επιστημονική υποστήριξη από κομματικό επιτελείο, αλλά και εξάσκηση των κομμουνιστών αγροτοσυνδικαλιστών, συνεχή αλληλεπίδραση της κομμουνιστικής σκέψης και ανάλυσης με την εμπειρία των δυσαρεστημένων, δυνάμει μαχόμενων αγροτικών δυνάμεων.
Το καλά επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης είναι προϋπόθεση ενοποίησης του κινήματος. Η αντιμονοπωλιακή αιχμή του, η υπέρβαση μιας περιοριστικά στοχευμένης αντικυβερνητικής αιχμής είναι το ζητούμενο στην παραπάνω επεξεργασία του πλαισίου πάλης. Ταυτόχρονα, αποτελεί και το φράγμα απέναντι σε συγκυριακή δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση που μπορεί να προκύψει από δυνάμεις της καπιταλιστικά οργανωμένης αγροτικής παραγωγής.
Σε κάθε περίπτωση, η διαμόρφωση και στήριξη του πλαισίου πάλης, αλλά και η με μαχητικές ενέργειες προώθησή του απαιτεί συνεχώς επεξεργασμένο ιδεολογικό-πολιτικό αγώνα μέσα στο κίνημα, με δεδομένο ότι οι αγροτικές μάζες -όπως άλλωστε και οι εργατικές- διαμορφώνουν στάση δυσαρέσκειας και διεκδίκησης χωρίς να αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες κοινωνικές - οικονομικές - πολιτικές αιτίες των προβλημάτων τους ή γιατί έχουν διαμορφώσει στρεβλή αντίληψη μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών της καπιταλιστικής εξουσίας.
Οσο πιο μαζική είναι η λαϊκή αγροτική δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη είναι η διάχυση διεκδικήσεων συνδεδεμένων με απατηλές πολιτικές διεκδικήσεις, π.χ. αναζήτηση πολιτικής στήριξης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής μέσα στην ΕΕ με σχετική αναθεώρηση της ΚΑΠ, εναντίωση στις συνέπειες του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία (κλείσιμο αγορών εξαγωγής ελληνικών αγροτικών προϊόντων, αύξηση κόστους παραγωγής λόγω ακριβότερης ενέργειας, λιπασμάτων κλπ.), αλλά μη κατανόηση του ρόλου του ΝΑΤΟ, του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους ως μέλους του ΝΑΤΟ κλπ. ή υιοθέτηση των παραπλανητικών πολιτικών θέσεων κομμάτων όπως η Ελληνική Λύση (Βελόπουλος) ή η Πλεύση Ελευθερίας (Κωνσταντοπούλου) για «εθνική διαπραγμάτευση» μέσα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες ΝΑΤΟ, ΕΕ προς όφελος της εγχώριας βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, με τη δήθεν «σωτηρία των αυτοαπασχολούμενων».
Η επιτυχημένη, όσο το δυνατό πιο διεισδυτική διεξαγωγή της ιδεολογικοπολιτικής πάλης μέσα από τις δομές και τις διαδικασίες του κινήματος απαιτεί πλούσια και επιχειρηματολογημένη, πυκνή αυτοτελή ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση του Κόμματος.
Προϋποθέσεις της είναι να διεξάγεται από περισσότερες κομματικές και ΚΝίτικες δυνάμεις, όχι μόνο από τους κομμουνιστές αγρότες, όπου είναι περιορισμένες οι δυνάμεις μας.
Στην εμπειρία των αγροτών μετρά η έκφραση έμπρακτης αλληλεγγύης από το Κόμμα, την ΚΝΕ, με όλους τους τρόπους και τα μέσα που διαθέτουν, αλλά και από το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα.
Και σε αυτά έχουμε σημαντική θετική εμπειρία που μπορεί και πρέπει να επεκταθεί πανελλαδικά σε κάθε αγροτική περιοχή, να εμπεδωθεί και να εξελιχτεί σε φύτρα πραγματικής Κοινωνικής Συμμαχίας της εργατικής τάξης με τις λαϊκές αγροτικές δυνάμεις και τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις.
Οι παραπάνω είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να πάρει «σάρκα και οστά» η ιδεολογική - πολιτική - οργανωτική κομμουνιστική πρωτοπορία, που παλεύει για ζωντανές δομές του κινήματος, ανεξάρτητα απ' τον αριθμητικό συσχετισμό, ώστε να αναδείξει συνδικαλιστές, να οργανωθούν συνδικαλιστικά νέες δυνάμεις, να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη ζωντανή λειτουργία των αγροτικών συλλόγων/ομοσπονδιών, ν' αποκαλύψουν τις πραγματικές στοχεύσεις της αναδόμησης του αγροτικού συνεταιριστικού κινήματος που επιδιώκει το ΠΑΣΟΚ και όχι μόνο, ν' αποκτήσει το Κόμμα και η ΚΝΕ νέες οργανωμένες δυνάμεις στους αγρότες, με στόχο συγκεκριμένες περιοχές και χωριά.
Για τις κομματικές δυνάμεις πεδίο διαπάλης αποτελεί και η εναλλαγή πιο ήπιων και πιο ανεβασμένων μορφών πάλης έτσι ώστε: ν' αποφεύγονται προβοκάτσιες, να μη διασπάται το οργανωμένο αγροτικό κίνημα, αλλά και να μην αποδυναμώνεται η προσπάθεια προώθησης της Κοινωνικής Συμμαχίας (να σπάει ο λεγόμενος «κοινωνικός αυτοματισμός»), να περιορίζονται οι απογοητεύσεις και να εμποδίζονται ανάλογες αντιλήψεις περί «αναποτελεσματικότητας των αγώνων», να εξασφαλίζεται συνέχεια στους αγώνες με στόχο την κλιμάκωση.
Στοιχείο της κλιμάκωσης των αγώνων είναι και να γίνονται βήματα στη συνειδητοποίηση των αδιεξόδων του καπιταλισμού, στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας και των προϋποθέσεων ταξικής - λαϊκής σύγκρουσης για την ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας - εξουσίας, για την εργατική εξουσία με τη στήριξη των βιοπαλαιστών αγροτών. Να ζυμώνεται και να συνειδητοποιείται ευρύτερα πως η κρατική στήριξη του αγροτοπαραγωγού προϋποθέτει επιστημονικό κρατικό σχεδιασμό των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, πως απαλλαγή του αγροτοπαραγωγού από τη μέγγενη του βιομήχανου, του εμπόρου, της τράπεζας προϋποθέτει να καταργηθεί και η αγοραπωλησία της γης. Να συνειδητοποιείται ότι «για να μη φύγει ο αγρότης από τη γη "του" που τη χρησιμοποιεί ως μέσο παραγωγής» είναι απαραίτητο να υπάρχει σοσιαλιστικό κράτος που θα εξασφαλίζει υποδομές προστασίας από φυσικές καταστροφές, θα εισάγει νέες τεχνολογίες - μηχανήματα - οργάνωση που θα προστατεύουν παραγωγό και παραγωγή, θα ανεβάζουν το βιοτικό επίπεδο, θα αυξάνουν τον ελεύθερο χρόνο του, πλουτίζοντας τα ενδιαφέροντά του και δίνοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μιας πολύπλευρης δράσης και ζωής. Αυτό απαιτεί και μια άλλου τύπου συνεταιριστική οργάνωση ως συμπληρωματική της σοσιαλιστικά οργανωμένης μεγάλης αγροτικής - κτηνοτροφικής μονάδας, απευθείας συνδεδεμένης με τη σοσιαλιστική βιομηχανία και το κρατικό εμπόριο.
Σε τελευταία ανάλυση, η διαφώτιση προς τον αγρότη να μη φοβάται την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας ακόμα και στη γη. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να οικοδομείται μια αγωνιστική σχέση με αγροτικές δυνάμεις σε αντιπαράθεση και απεμπλοκή από αυταπάτες για αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής με πολιτική στήριξη άλλων αστικών κομμάτων, σε απεμπλοκή από την αναζήτηση μιας «καλύτερης» ΚΑΠ, δήθεν προς το συμφέρον του ατομικού αγροτοπαραγωγού, κτηνοτρόφου, μελισσοκόμου, αλιέα.
Στις Θέσεις, στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 2020, αλλά και στην Απόφαση του 21ου Συνεδρίου δίνονται τα κριτήρια για το ποια τμήματα θεωρούμε εξ αντικειμένου σύμμαχες προς την εργατική τάξη δυνάμεις. Επίσης υπάρχει η εκτίμηση για την εξέλιξη των τμημάτων των αυτοαπασχολούμενων κατά κλάδο της οικονομίας, σε σχέση και με τη στρατηγική της αστικής εξουσίας, πώς την υπηρέτησαν τα κυβερνητικά κόμματα -πέραν των ιδεολογικών διαφορών τους- αλλά και τα μικρότερα αστικά, φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, πώς συνδέονται οργανικά με τις οργανώσεις των ΕΒΕ, που στην πραγματικότητα είναι σε συνύπαρξη και υπό άμεση καθοδήγηση των καπιταλιστών (ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, Επιμελητήρια κλπ.). Εχουμε εκτιμήσει το συσχετισμό σε αυτές τις οργανώσεις, που δεν άλλαξε ουσιαστικά στα χρόνια από το προηγούμενο Συνέδριο.
Επίσης έχουμε εκτιμήσει σημαντικές υποκειμενικές μας αδυναμίες που αφορούν:
Πρόοδος προέκυψε όπου υπήρξε και αντίστοιχη καθοδηγητική φροντίδα, κυρίως μόνο μέσα από δύο Τομεακές Οργανώσεις ΕΒΕ, μία στην Αττική και μία στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στη Θεσσαλία με κατάλληλη οργανωτική διάταξη και χρέωση στο επίπεδο ΕΠ.
Κρίσιμο ζήτημα αποδείχτηκε η αδυναμία τής σε όλους τους κλάδους επεξεργασίας των συνεπειών της καπιταλιστικής στρατηγικής, την οποία υπηρέτησαν όλα τα αστικά κόμματα, με προσαρμογές σε κρίσιμες συνθήκες, π.χ. πανδημία. Κυρίως η εξειδικευμένη προσαρμογή της κομματικής παρέμβασης έως τις ΚΟΒ.
Για παράδειγμα, κοινός διακηρυγμένος στόχος των αστικών κομμάτων ήταν η ανάπτυξη του «τουρισμού», που είχε χαρακτηριστεί και ως «ατμομηχανή» της εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την παρατεταμένη κρίση.
Ο διακηρυγμένος στόχος συνοδεύτηκε από ανάλογα προγράμματα στήριξης. Εδωσε ώθηση στη συγκεντροποίηση, αλλά παράλληλα δημιούργησε και μια στεφάνη μικρών επιχειρήσεων πέριξ των μονοπωλίων τροφίμων - ποτών που χρειάζονταν εξασφαλισμένη πελατεία για τα εμπορεύματά τους. Αυτή η διαδικασία συχνά γινόταν με υποθήκευση της μικρής επιχείρησης στο μέλλον, όπως παλιότερα είχε γίνει σε άλλους κλάδους. Ετσι, αντιφατικά εξελίχτηκε η κατάσταση στην εστίαση, αρχικά με αύξηση του κύκλου εργασιών, στη συνέχεια με συγκυριακούς κλονισμούς (π.χ. στην πανδημία), στην επόμενη φάση με αντιφατικές τάσεις, κάπου ανάκαμψης, κάπου καταστροφής. Η ανάκαμψη, έστω και συγκυριακή, δημιουργεί προσδοκίες, αποπροσανατολίζει από την ανάγκη ενεργούς ένταξης στη συνδικαλιστική δράση. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν οδηγεί σε μια ποιότητα ζωής με ελεύθερο χρόνο, με διάθεση γενικότερης κοινωνικής δράσης. Ανάκαμψη επήλθε και στα κατασκευαστικά επαγγέλματα, ενώ οξύνθηκε η κατάσταση στο εμπόριο, στην επισκευή αυτοκινήτων κ.α.
Απ' όλα αυτά προκύπτει ότι η σύνδεση της ιδεολογικής-πολιτικής δουλειάς στους αυτοαπασχολούμενους πρέπει να γίνεται στη βάση μόνιμων προβληματικών χαρακτηριστικών τους, όπως: έλλειψη ελεύθερου χρόνου, διαρκής αβεβαιότητα, εξάρτηση (μέσω πιστώσεων κλπ.) από μονοπώλια, χρέος στην εφορία, στο Ασφαλιστικό Ταμείο, αδυναμία προσαρμογής στις τεχνολογικές τσιμπίδες του εκσυγχρονισμένου φορολογικού μηχανισμού.
Χαρακτηριστικές είναι οι εξελίξεις στα συνεργεία αυτοκινήτων. Συνδέονται με τις εξελίξεις στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην τεχνολογική της εξέλιξη, την ηλεκτρονική αυτοματοποίηση (ηλεκτρικά ή υβριδικά αυτοκίνητα) κλπ. Ολη αυτή η πιο σύνθετη λειτουργία, ο πιο περιορισμένος χρόνος ζωής των αυτοκινήτων και η ανάγκη αντικατάστασης και όχι επισκευής τους που προάγει και η ΕΕ, είναι που βγάζει από την αγορά τους χθεσινούς επισκευαστές και όχι στενά το ηλεκτρονικό πελατολόγιο, οι εξελίξεις στη Λογιστική, το my data.
Ως προς τα ψηφιακά πελατολόγια κλπ., ο ιδεολογικός-πολιτικός αγώνας μας πρέπει ν' αναδείξει ότι η ατομική εργασία ολοένα και περισσότερο εντάσσεται σε μια ευρύτερη κοινωνική εργασία - παραγωγή σ' έναν ευρύτερο σχεδιασμό.
Η ιδεολογική-πολιτική δουλειά πρέπει να παίρνει υπόψη τον κλάδο: Π.χ. στους κομμωτές υπάρχει πολλή αυτοαπασχόληση (βγάζουν με κόπο μεροκάματο αφού πρέπει να πληρώσουν Ταμείο, εφορία κλπ., επίσης έχουν εξαντλητικό ωράριο, μυοσκελετικά προβλήματα)· οι φωτογράφοι φθίνουν, ενώ οι συντηρητές ασανσέρ θα εξελίσσονται ως μισθωτοί. Το ίδιο και στο ταξί, χρειάζεται η ανάδειξη του μέχρι σήμερα ιδιοκτήτη σε οδηγό - άμεσα εξαρτημένο από διάφορα συστήματα οργάνωσης αλυσίδων ταξί. Από τα παραπάνω προκύπτει η σύνδεση των προβλημάτων των αυτοαπασχολούμενων με τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικονομίας ως μόνης εναλλακτικής στη σύνδεσή τους με την καπιταλιστική οικονομία. Προκύπτει η ανάγκη παρέμβασης με βάση το Πρόγραμμά μας. Στην περίπτωση των οδηγών ταξί γιατί και πώς η άμεση ένταξη στις αποκλειστικά κρατικές υπηρεσίες μεταφοράς κι όχι μόνο συνδέεται με απαλλαγή από την αγωνία και τα χρέη του ιδιοκτήτη, τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας, με πραγματικά ανθρώπινες συνθήκες ζωής και εργασίας, ανεξάρτητα από τον ειδικό χαρακτήρα της εργασίας.
Από το 21ο Συνέδριο έγιναν βήματα στη δράση των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, καθώς και η συμβολή που είχε ο προσανατολισμός των καθοδηγητικών οργάνων για την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών κομματικών μελών, κυρίως λόγω της πιο βαθιάς κατανόησης από τις κομμουνίστριες του χαρακτήρα της ΟΓΕ.
Υπήρξαν ορισμένα βήματα στην άνοδο της συσπείρωσης γυναικών εργατικής-λαϊκής ένταξης και καταγωγής στους Συλλόγους και τις Ομάδες της, στη συγκρότηση νέων Ομάδων της ΟΓΕ. Ταυτόχρονα, όμως, μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις ώστε να ανέβει η ικανότητα των γυναικείων κομματικών μελών να δουλεύουν με πλατύτερες μάζες γυναικών των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, που δεν συμμετέχουν στα σωματεία και στους Συλλόγους τους. Η ουσιαστική συμμετοχή των κομμουνιστριών σε όλη τη δραστηριότητα των Γυναικείων Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ -και όχι η τυπική στις εκλογές για ΔΣ- είναι προϋπόθεση για την προσέλκυση στο κίνημα νέων δυνάμεων γυναικών.
Επιβεβαιώνεται ότι όλα αυτά συνδέονται με τη στήριξη από τα καθοδηγητικά όργανα των Κομματικών Ομάδων των Συλλόγων Γυναικών της ΟΓΕ, ώστε να ανταποκριθούν σε συνθήκες αντιφατικής εξέλιξης της συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική εργασία, της άρσης κάποιων ανισοτιμιών και ταυτόχρονα της διαμόρφωσης νέων ανισοτιμιών ή και ιδιαίτερων αναγκών. Ταυτόχρονα, απαιτείται προσανατολισμός για ουσιαστική συζήτηση των θέσεων για τη γυναικεία ισοτιμία, ώστε να γίνονται δύναμη διεκδικητικής δράσης για τα προβλήματα των γυναικών, που να απευθύνεται και να συσπειρώνει, να μαχητικοποιεί νέες δυνάμεις.
Η στάση των κομμουνιστριών χρειάζεται να εξασφαλίζει τακτική και ουσιαστική λειτουργία των ΔΣ των Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ και ζωντανές Γενικές Συνελεύσεις. Απαιτείται δημιουργικό πνεύμα από τις κομμουνίστριες για να ξεπερνιούνται δυσκολίες που συναντούν στις συνεδριάσεις των ΔΣ, ως απόρροια και των σύγχρονων όρων εργασίας και ζωής των γυναικών με τα ελαστικά και ακατάστατα ωράρια και με την ευθύνη των παιδιών στις πλάτες των νέων μητέρων. Απαιτείται εμπιστοσύνη στις προτάσεις - πρωτοβουλίες και ανάθεση ευθύνης σε όλα τα μέλη των ΔΣ και των Συλλόγων και Ομάδων.
Η πείρα δείχνει ότι χρειάζεται να ενθαρρύνονται οι γυναίκες που συσπειρώνονται να εκφράζουν απορίες, σκέψεις, προβληματισμούς, προτάσεις, για να αναπτύσσεται η διαπάλη με τις σύγχρονες αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις για το γυναικείο ζήτημα και το φεμινιστικό κίνημα, να συνειδητοποιούνται οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και τα αιτήματα, να αποφασίζονται οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες και πολύμορφες παρεμβάσεις που θα διευρύνουν τους δεσμούς με τις γυναίκες των λαϊκών δυνάμεων.
Εκτιμάμε ότι η κοινή δράση της ΟΓΕ με φορείς της κοινωνικής συμμαχίας του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, του αγροτικού, των αυτοαπασχολούμενων, του φοιτητικού, άλλων επιμέρους κινημάτων χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική, ώστε να συμβάλει στην ανάπτυξη της μαζικότητας των εκδηλώσεων και των μορφών πάλης, όπως και στην καλύτερη γνώση των κοινών προβλημάτων και των αιτιών τους.
1. Να προχωρήσει με πιο γρήγορους ρυθμούς η μελέτη και συγγραφή του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ για την περίοδο 1974-1991.
2. Διοργάνωση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης ή Ευρείας Συνόδου της ΚΕ για τη δουλειά του Κόμματος στη νεολαία, το κίνημά της και την ολόπλευρη βοήθεια στην ΚΝΕ.
3. Με βάση το πλούσιο θεωρητικό, ιστορικό και εκλαϊκευτικό υλικό που διαμορφώσαμε τα προηγούμενα χρόνια, να επικαιροποιηθεί το σχέδιο αφομοίωσης και αυτοτελούς προβολής βασικών θέσεων του Προγράμματος (αναγκαιότητα σοσιαλιστικής επανάστασης, σημασία συγκέντρωσης δυνάμεων γι' αυτή, νομοτέλειες σοσιαλιστικής οικοδόμησης), ως κατεύθυνση ιδεολογικής δουλειάς στα Οργανα και στις ΚΟΒ. Να δοθεί έμφαση στην αναβάθμιση της ικανότητας διαπάλης με την αντίληψη για «εξανθρωπισμό του συστήματος» - δυνατότητας φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Επίσης, σχετικά με το τι κίνημα χρειάζεται για να νικήσει πραγματικά η εργατική τάξη, για τις προϋποθέσεις αντοχής στον σημερινό αρνητικό συσχετισμό, όταν δεν υπάρχουν άμεσα ορατά θετικά αποτελέσματα.
4. Ολοκλήρωση του τελευταίου μέρους της μελέτης για την ταξική διαστρωμάτωση, που περιλαμβάνει την εξειδίκευση ανά περιφέρεια, τα επίκαιρα ζητήματα της διαπάλης και τα βαθύτερα συμπεράσματα για το σχεδιασμό της ταξικής πάλης.
5. Διακριτό μελετητικό καθήκον με τη συμβολή αρμόδιων Τμημάτων και Οργανώσεων αποτελεί η συνεχής παρακολούθηση, επεξεργασία, γενίκευση και πρόβλεψη του συνόλου των πλευρών που αφορούν το ζήτημα της εξέλιξης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της διαρκούς στροφής στην πολεμική οικονομία. Αποτελεί πρώτη προτεραιότητα για τη στήριξη της εύστοχης κομματικής ετοιμότητας, την παρέμβαση και τη συμβολή στην προσπάθεια ανασύνταξης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.
6. Να προχωρήσουν τα επιστημονικά συνέδρια της ΚΕ για τη λογοτεχνία.
7. Στο πλαίσιο της ερευνητικής προσπάθειας για τη μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα, με βάση τη δουλειά που προηγήθηκε (εκδόσεις, ημερίδα της ΚΕ κλπ.), ιδιαίτερα σχετικά με το εποικοδόμημα και το σοσιαλιστικό κράτος:
8. Με βάση τις επιμέρους επεξεργασίες των προηγούμενων χρόνων για βασικές πλευρές του σύγχρονου διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος (ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων - Τεχνητή Νοημοσύνη, πολεμική οικονομία και καπιταλιστική κρίση, ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επέκταση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, σύγχρονο αστικό επιτελικό κράτος κλπ.), να προχωρήσει μια συνθετική μελέτη για τον ιμπεριαλισμό στον 21ο αιώνα, μια μελέτη που θα εξετάσει συνθετικά τις σύγχρονες μεταβολές στους υλικούς όρους και τις συνθήκες ζωής - εργασίας της εργατικής τάξης και την επίδρασή τους στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης. Αμεσα δεμένη είναι η παρακολούθηση του αστικού προβληματισμού σε ΗΠΑ και κράτη-μέλη της ΕΕ σχετικά με την τάση μείωσης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, τις επιπτώσεις των δημογραφικών εξελίξεων στην ανταγωνιστικότητα στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.
9. Αξιοποιώντας και την προηγούμενη, αποσπασματική, όμως θετική πείρα, να αναβαθμιστεί και να σταθεροποιηθεί η διατμηματική συνεργασία σε βασικά ζητήματα όπως:
Συντρόφισσες και σύντροφοι αντιπρόσωποι στο 22ο Συνέδριο
Φτάνοντας στη σημερινή μέρα, πρώτη μέρα των εργασιών του 22ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, νιώθουμε περήφανοι για όλη την πορεία του Κόμματός μας, των γενιών που πάλεψαν πριν από εμάς, όλων όσοι συνεχίζουν να παλεύουν μαζί μας, όσοι προσβλέπουν με ελπίδα και πίστη στο ΚΚΕ, στη θεωρία μας, τις αξίες μας, τα ιδανικά μας. Στις θύελλες που έρχονται, σε έναν κόσμο που φλέγεται, μπορούμε να ανταποκριθούμε, με ΚΚΕ δυνατό, σταθερό σε κάθε δοκιμασία, έτοιμο στο κάλεσμα της Ιστορίας.
Οι επαναστάτες κομμουνιστές και κομμουνίστριες, τα μέλη του τιμημένου ΚΚΕ και της πρωτοπόρας ΚΝΕ, με την καθημερινή μας πράξη και στάση, συμβάλλουμε να έρθει πιο κοντά ο στρατηγικός μας στόχος, βάζουμε καθημερινά το μικρό μας επαναστατικό «λιθαράκι» για την τελική απελευθέρωση της εργατικής τάξης και όλου του εργαζόμενου λαού, όλων αυτών που δημιουργούν την υλική και πνευματική αξιοπρέπεια της ανθρωπότητας. Να μπορούν να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι ελεύθερα, η εργασία να γίνει επιτέλους η πρώτη ζωτική τους ανάγκη, με ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων τους, απαλλαγμένη από τον διαμεσολαβητικό ρόλο του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης. Για να φτάσουμε στην κομμουνιστική κοινωνία της αρμονίας «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Μόνο έτσι και ο τρόπος ζωής του ανθρώπου, που θα προκύπτει δηλαδή από τον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής και τον κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό του, θα τον οδηγεί στην ατομική και συλλογική ευτυχία και ευημερία, στην άρση όλων των εμποδίων του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας στον οποίο βασίζονται και οι σημερινοί ιστορικοί περιορισμοί. Η ίδια η πραγματικότητα της εξέλιξης της κοινωνίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις, βαδίζει προς τα εκεί.
Σε αυτήν την απέραντη, αλλά εντελώς συγκεκριμένη ιστορικά επιδίωξη στοχεύει αντικειμενικά ο σημερινός αγώνας και ο «επαναστατικός οργανωμένος τρόπος ζωής» των κομμουνιστών, σε αυτά τα θεμέλια στηρίζονται και οι θέσεις και οι τελικές αποφάσεις του 22ου Συνεδρίου μας.
Με αυτές τις αποφάσεις, με το Πρόγραμμά μας, απευθυνόμαστε στους εργάτες και υπαλλήλους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τους αυτοαπασχολούμενους ΕΒΕ, τους βιοπαλαιστές αγρότες, τους απόμαχους της δουλειάς συνταξιούχους, στους νέους και τις νέες, φοιτητές, μαθητές, σπουδαστές, στις γυναίκες των λαϊκών οικογενειών, στους μετανάστες, σε όλο τον εργαζόμενο λαό, ανεξάρτητα από φυλή, καταγωγή, φύλο, σεξουαλικό προσανατολισμό, χρώμα, θρησκεία, να συμπορευτεί μαζί με το ΚΚΕ, για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Ετσι έχουμε μάθει εμείς να παλεύουμε και να πολεμάμε: «για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι».
14/1/2026
Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ