Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε το 1948, μέσα σε ανέσεις, ανάμεσα σε προοδευτικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους, με αξίες. Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι από τη Ρωσία που καλλιεργούσαν κι εμπορεύονταν καπνό. Ο πατέρας του, ο Κώστας, είχε τη βιοτεχνία παραγωγής χαρτιού ΕΛΦΩΤ, τη μοναδική ελληνική βιομηχανία φωτογραφικού χαρτιού. Τις Κυριακές γύρω από το τραπέζι, μαζί με τους γονείς και την αδελφή του, κάθονταν η θεία Ελλη Αλεξίου και ο ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, Μάρκος Αυγέρης. Ηταν φυσικό ν' απολαμβάνει από νωρίς συζητήσεις για την τέχνη, τον πολιτισμό και την πολιτική. Σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και φυσικά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Τον είχε απορροφήσει η μουσική. Η μαμά του πάλι, όμως, έβρισκε τον τρόπο να τον δικαιολογήσει, έστω και ανακαλώντας... ελαφρυντικές αναμνήσεις. Ελεγε: «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι, που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του». Εκείνος έλεγε: «Μ' αρέσει το ροκ εντ ρολ γιατί είναι προπάντων μουσική για τον άνθρωπο, για τα πάθη του, για το συναίσθημά του και όχι για την ψυχρή λογική και προπάντων όχι για την τεχνοκρατία». Οπως και τη μουσική, έτσι και τον έρωτα ο Σιδηρόπουλος τον προσέγγιζε με έντονο τρόπο. Ελεγε: «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε το Σατανά και το Θεό...». Τις λάτρευε τις γυναίκες και πάνω απ' όλες τη μητέρα του. Οπως λάτρευε και την ποίηση, τη φιλοσοφία, τον Allen Ginsebearg, τον Lou Reed, τον Αναγνωστάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Σινόπουλο, τον Καρούζο.
Το φθινόπωρο του 1979, στα 31 του, ξεκινάει και η σχέση του με την ηρωίνη. Ξεχωρίζω δυο λόγια του από το βιβλίο του με τίτλο «Εχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα», των εκδόσεων ΟPPORTUNA, που είναι γεμάτο με ποιήματα και πεζά κείμενά του. «Πεθαίνω σιγά - σιγά, πεθαίνω τόσο ανέκφραστα κι ανώφελα με διαύγεια, αλίμονο, τόσο μα τόσο ζωντανή».
Χάνει την αγαπημένη του μητέρα την άνοιξη του 1990. Κλείνεται στον εαυτό του, δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλειά της. Εκτός από το μυαλό του, υποφέρει και το σώμα του. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ξεκινάει να παραλύει το αριστερό του χέρι. «Πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος», αναφέρει η επίσημη διάγνωση. Είναι η εποχή που ετοιμάζει με τους Απροσάρμοστους το «Αντε και καλή τύχη, μάγκες». Εμφανίζεται στις συναυλίες με το χέρι δεμένο. Στις 4 Δεκέμβρη είχε πάει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα φωνητικά του δίσκου, αλλά ήταν μεθυσμένος, διαπληκτίστηκε με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος κι έφυγε με μια φίλη του. Το μεθεπόμενο μεσημέρι της 6ης Δεκέμβρη, ο Σιδηρόπουλος βρέθηκε στο σπίτι μιας άλλης φίλης του στο Νέο Κόσμο σε κωματώδη κατάσταση λόγω υπερβολικής δόσης ηρωίνης και λίγο μετά ξεψύχησε στο ασθενοφόρο, καθ' οδόν προς το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». «Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ήμασταν φίλοι και συγκάτοικοι το 1970 στη Θεσσαλονίκη, φοιτητές στο Μαθηματικό Τμήμα. Ηταν ένας γλυκός "κακομαθημένος" έφηβος. Εκείνη την εποχή του άρεσαν τα drums και κάναμε ντουέτο στο σπίτι. Εγώ κιθάρα και αυτός τύμπανα σε μια πάνινη πολυθρόνα με κουτάλια και μπαγκέτες. Τον θυμάμαι στη συναυλία του James Brown στο "Παλλάς" να πάλλεται στην ένταση και το ρυθμό της μπάντας. Αλλη μία φορά στα καμαρίνια του "Μετρό" να μου λέει πως όπου να 'ναι "καθαρίζει". Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος όπως πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης, μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της δε σηκώνει αστεία, κι έτσι έφυγε νωρίς αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά». Αυτά έλεγε ο παλιός του συγκάτοικος, ο Βαγγέλης Γερμανός.
Πώς να κλείσω αυτό το κομμάτι, για τον Παύλο που γνώρισα κι αγάπησα πολύ; Δεν αποχρωματίζεται, ούτε ξεθωριάζει η εικόνα του, τότε που ερχόταν στην ΕΡΤ απογεύματα ή βράδια και φεύγαμε παρέα με τον Πάνο Ηλιόπουλο (που τον έλεγε Κάτω Φεγγαρόπουλο), για βόλτες μέχρι το πρωί. Ποια θα μπορούσε να είναι η κατακλείδα; Μάλλον αυτό το τραγούδι του: «ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ»
Και τώρα, φίλοι μου, είν' αργά μια καληνύχτα στη μαμά και λίγη στάχτη στα μαλλιά καιρός να πούμε αντίο.
Σκεπάσανε όλους τους νεκρούς με αρρωστιάρικους ψαλμούς κλόουν με σοβαρούς σκοπούς γυμνοί μέσα στο κρύο.
Κατά τ' άλλα εσείς που 'σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή μια ιδέα στεγανή που να μην μπάζει κρύο.
Στα προλογικά σημειώματα, μεταξύ άλλων, σημειώνεται: Χάρις Αλεξίου: Θέλω να είσαι πάντα παρούσα και δημιουργική. Είσαι μια αξία που χρειαζόμαστε. Κάθε επιτυχία στις εξαιρετικές «Αποδελτιώσεις» σου.
Δημήτρης Παπαδημητρίου: Η Σεμίνα Διγενή είναι μια δημοσιογράφος από αυτές που σπάνια βγάζει αυτή η χώρα. Τις «Αποδελτιώσεις» της, όσοι θέλουν ν' ασχοληθούν με τη δημοσιογραφία, θα πρέπει να τις δουν ως εγχειρίδια.
Τάνια Τσανακλίδου: Υπέροχες οι «Αποδελτιώσεις» σου. Με ξενύχτησαν. Η δυνατή σου πένα και η ευαίσθητη ματιά σου, μας χάρισαν δυο βιβλία που όλοι θα κρατήσουμε με αγάπη. Σ' ευχαριστούμε όλοι εμείς που κατοικούμε στις σελίδες τους.
Λευτέρης Νικολάου - Αλαβάνος: Τα κείμενα της Σεμίνας, άλλοτε σκανταλιάρικα και νεανικά, άλλοτε συγκρατημένα και αναλυτικά, ακολουθούν μια εσωτερική σύνδεση και αλληλεξάρτηση και είναι πάντα to the point. Περιγράφουν αλλά και δείχνουν τη διέξοδο σ' εκείνα που ο λαός μας, οι λαοί του κόσμου ζουν σήμερα, όμως με βλέμμα απείθαρχο και με πίστη στους σεισμούς του μέλλοντος.
Δέσποινα Σαββοπούλου, δημοσιογράφος - θεατρολόγος: Οι «Αποδελτιώσεις» της δεν είναι τυχαίο ότι κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», που πρεσβεύουν ότι «η γνώση είναι δύναμη». Οι συνεντεύξεις της δεν είναι απλές ερωταπαντήσεις. Είναι αληθινά ψυχογραφήματα.
Παναγιώτης Κολέλης, συγγραφέας: Είναι αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει την αλήθεια. Διαφυλάσσει πρόσωπα, σκέψεις, στιγμές, διατηρώντας ζωντανή τη συλλογική μνήμη.
Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου είναι του Κωστή Παύλου και η επιμέλεια της Βούλας Λίτσιου.