Κυριακή 24 Νοέμβρη 2002
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 6
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΡΟΔΟ
Ιδανικές φωνές

Απροετοίμαστο, όπως πάντα, με βρήκε το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Οι αγαπημένες φωνές με κύκλωσαν και με καθήλωσαν πάλι μέσα στη νύχτα, που περνά σαν μια στιγμή όπως η ζωή μας, η όμορφη κι αφόρητη ζωή μας.

1. Αυτόν το Αύγουστο βρέθηκα στην Ασίζη. Στα υπόγεια της Βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου, μαγεμένος κοιτούσα ένα χειρόγραφο του φτωχούλη του θεού. Δίχως να το καταλάβω, ένας φραγκισκανός αδελφός κάθισε δίπλα μου και μου ψιθύρισε: «Ο Αγιος Φραγκίσκος στα σαράντα τέσσερά του χρόνια, όταν αποφάσισε ν' αγαπήσει τα κόκαλα του, πέθανε».

2. Ξεφύλλιζα ένα τεράστιο σε όγκο βιβλίο που απεικόνιζε τις σταυρώσεις απ' όλες τις σχολές της ζωγραφικής, όταν το δωμάτιο γέμισε με μουσική από φλαμένκο. Ηταν ο μουσικός Μανίτας ντε Πλάτας. Μόνο με το τραγούδι μπορείς να νιώσεις τη σταύρωση, γιατί είναι η στιγμή όπου ο πυκνός λόγος μέσα από το «γιατί με εγκατέλειψες» χάνεται για πάντα. Μετά από αυτή τη σκέψη έκλεισα το βιβλίο.

3. Μελετούσα για άλλη μια φορά τη γνωμάτευση που έδωσε την άδεια να «δέσουν» τον Γιώργο Βιζυηνό για πάντα στο Δρομοκαΐτειο. Αναφέρει: «Ο Γεώργιος Βιζυηνός πάσχει της γενικής παραλύσεως των φρενών μετά κινητικής αταξίας». Αλήθεια, ποια να ήταν η εικόνα του Βιζυηνού μετά τον εγκλεισμό του, αναρωτήθηκα. Και σηκώνοντας το κεφάλι μου, «είδα» τον κύριο Νικόλαο Βασιλειάδη, που είχε επισκεφθεί τον ποιητή στο Δρομοκαΐτειο, να μου λέει: «Ω, ενθυμούμαι απλήστως την αλγεινήν εκείνην νύκτα. Είχον κληθεί κατεπειγόντως, και ο ποιητής κατά την ώραν εκείνη του αμυδρού σκιόφωτος της εσπέρας, εστολισμένος με άνθη λευκωπά, με ανεμώνας, με ωραία ρόδα, ολίγα αγριολούλουδα και μαργαρίτας δύο τρεις επί της κομβιοδόχης, ισχυρίζετο ότι περιέμενε την μνηστήν του, την ξανθήν και γαλανήν κόρην των φαντασιόπληκτων ονείρων του».

4. Προχωρούσαμε αμίλητοι με τον Κωστή Μοσκώφ επί της Θεμιστοκλή Σοφούλη, ξημερώματα, στη θεσσαλονίκη. Τον είχε λίγο ταράξει μια ερώτηση που του είχε θέσει ο επιστήθιος φίλος του Θέμης Λιβεριάδης: «Τι κάνεις όταν αισθάνεσαι πως κάποιοι σ' εκμεταλλεύονται;». Αλήθεια, επανέλαβα κι εγώ, Κωστή, τι κάνεις γι' αυτό; «Πρόσεξε, μου απάντησε. Οτι υπάρχει αυτή η τεράστια ανισότητα -που υπάρχει- οποιοσδήποτε τρόπος απονομής μιας δικαιοσύνης είναι σωστός. Δηλαδή δεν αισθάνομαι ότι μ'εκμεταλλεύονται. Αισθάνομαι ότι, αν οι άνθρωποι που επωφελούνται είναι, άνθρωποι που έχουν ανάγκη, αυτό είναι η αποκατάσταση μιας ισορροπίας, μιας δικαιοσύνης. Ενα πράγμα που ίσως δεν προφταίνω να το κάνω εγώ γίνεται εκ των πραγμάτων. Μέσα σε όλη αυτή τη χοάνη που ζούμε αισθάνομαι ότι αναγκαίο είναι, για να βρούμε τις ισορροπίες μας, κάποια στιγμή να πιάσουμε το χέρι του διαβόλου. Διάβολος είναι στην παράδοσή μας ο άνθρωπος που δεν ξέρει ν' αγαπήσει. Λοιπόν, να πιάνουμε το χέρι του διαβόλου, του ανθρώπου που δεν μπορεί ή δε θέλει, και να ζεστάνουμε το χέρι αυτό ώστε να τον κάνουμε ν' αγαπάει. Παράλληλα έχω μάθει να σέβομαι και την αποτυχία. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν είναι πουθενά γραμμένο να επιτύχει. Μπορεί και ν' αποτύχει. Και πιο μεγάλη είναι η αποτυχία στην αγάπη. Η πιο μεγάλη πίκρα είναι να μην μπορείς ν' αγαπήσεις και ν' αγαπηθείς, που κι αυτό όμως πρέπει να μάθουμε να το προσκυνούμε και να το αποδεχόμαστε».

5. Εφτά αιώνες πέρασαν από τότε που εμφανίστηκε ο Τζελαλουντίν Ρούμι. Τι ήταν; Δάσκαλος ή θεολόγος; Ποιητής, χορευτής ή μουσικός; Κάθε φορά που πάω να του διαλέξω ένα ρόλο, έρχεται η φωνή του και τα διαλύει όλα: «Αδέλφια μουσουλμάνοι, δεν ξέρω τι να κάνω. / Δεν ξέρω τι να πω. / Δεν είμαι χριστιανός ούτε εβραίος. / Δεν είμαι μουσουλμάνος ούτε και ινδουιστής. / Δεν είμαι βουδιστής μήτε και Σούφι. / Δεν είμαι και διόλου Ζεν. [...] Δεν έρχομαι από την Εύα, τον Αδάμ / ή κάποια άλλην ιστορία. / Ο τόπος μου είναι άτοπος / χνάρι δεν έχει το χνάρι μου».


Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org