Η «Κουζίνα», στο θεατρικό έργο του Αρνολντ Γουέσκερ (1956), μοιάζει με ένα καπιταλιστικό εργοστάσιο που παράγει «γρήγορα κι ας είναι σκατά». Ενας μικρόκοσμος του συστήματος που καταπνίγει τα όνειρα των εργαζομένων μέσα στη μηχανική ρουτίνα της επιβίωσης. Οπως αναφέρει ο ίδιος στις σκηνικές σημειώσεις: «Ο κόσμος μπορεί να ήταν μια σκηνή για τον Σαίξπηρ, αλλά για μένα είναι μια κουζίνα, όπου οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν και δεν μπορούν να μείνουν αρκετά ώστε να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, και οι φιλίες, οι έρωτες και οι έχθρες ξεχνιούνται τόσο γρήγορα όσο γεννήθηκαν».
Ο Αρνολντ Γουέσκερ, κεντρική φιγούρα των «Οργισμένων Νέων» (του καλλιτεχνικού ρεύματος που δημιουργήθηκε μεταπολεμικά στην Αγγλία από συγγραφείς λαϊκών στρωμάτων), εναντιώθηκε στο καλλιεργημένο αίσθημα εθνικής υπεροχής, γράφοντας έργα όπου κυριαρχεί ο «ρεαλισμός του νεροχύτη» (Kitchen Sink Realism), όπως ονόμαζαν τον κοινωνικό ρεαλισμό της γραφής τους. Ολη η δράση του έργου τοποθετείται σε αυτήν την κουζίνα και ξεδιπλώνεται χρονικά κατά την πρωινή προετοιμασία, τις στιγμές αιχμής, το διάλειμμα και το τέλος της βάρδιας. Βασικός ήρωας ανάμεσα στους μάγειρες - κατά κύριο λόγο μετανάστες - είναι ο Πίτερ (Αντρέι στην παράσταση), ένας παθιασμένος ονειροπόλος που ζει σε έναν κόσμο άγευστο, όπου τα όνειρα δεν περιλαμβάνονται στο μενού.
Η σκηνική μεταφορά του συγκεκριμένου έργου είναι σίγουρα μια τολμηρή απόφαση. Αν σκεφτούμε μόνο ότι έχει 30 χαρακτήρες, καθημερινό λόγο και ρυθμό που μοιάζει με αυτόν της κουζίνας, μια σύγχρονη διασκευή και μετάφραση του έργου κρίνεται αναγκαία. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γουέσκερ προέτρεπε τους μελλοντικούς δημιουργούς να προσαρμόζουν στοιχεία στην εποχή τους, ώστε η εκμετάλλευση και η αποξένωση να μην παρουσιάζονται ως ιστορικά ξεπερασμένα, αλλά ως σύγχρονα ζητήματα.
Το παραστασιακό κείμενο (διασκευή: Γ. Κουτλής, Μ. Πητίδης, Π. Τσινικόρης / μετάφραση: Ε. Κουτσιούμπα) απέχει από το πρωτότυπο, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα αρνητικό. Οι συντελεστές συγκέρασαν τα χαρακτηριστικά διαφορετικών προσώπων, δημιουργώντας νέους ολοκληρωμένους ήρωες σε ένα νέο θεατρικό έργο με ζωντανούς διαλόγους, απόλυτα ενταγμένους στη σκηνική συμπεριφορά των ηθοποιών, λες και γράφτηκαν πάνω τους.
Ωστόσο, η προσαρμογή στο σήμερα, μέσω επικαιρικών σχολίων, συχνά, περιορίζει το βάθος του έργου. Η διασκευαστική προσθήκη της συνθήκης «ομηρίας» των μεταναστών μαγείρων μετατρέπει τον ταξικό εξαναγκασμό σε ειδική περίπτωση, αίροντας το «κάλυμμα ελευθερίας» της εκμετάλλευσης και συρρικνώνοντας τις αναγωγές σε παγκόσμιο επίπεδο. Δυστυχώς, δεν μπόρεσε επίσης να βρεθεί μια δραματουργική λύση για τη σχέση του πολέμου με τους χαρακτήρες, ενώ οι αλλαγές που επιχειρούνται σε αυτούς και τα κίνητρά τους (όπως η σχέση του ζευγαριού) προσδίδουν ένα περιττό μελοδραματικό ύφος.
Ενδεχομένως αυτές οι αδυναμίες να μη γίνονταν αντιληπτές, αν δεν υπήρχε η αίσθηση της διάθεσης «να ευχαριστηθεί το κοινό»: Το πινγκ πονγκ με ευφάνταστα βρισίδια που έκανε το κοινό να γελάει, οι υπερβολικά συμπαθητικοί χαρακτήρες και η προσθήκη της εξομολόγησης του ονείρου του Αντρέι με την «επιστροφή στη φύση», κάνουν τη «θεατρική τροφή» που μας σερβίρεται περισσότερο «εύπεπτη». Μια διάθεση που επεκτείνεται και σκηνοθετικά.
Ο Γ. Κουτλής είναι αναμφισβήτητα ικανός στο να καθοδηγεί με δεξιοτεχνία σύνολα ηθοποιών, να δημιουργεί κλιμακώσεις, να οργανώνει τις σκηνές με απολαυστικό τρόπο και να κινείται με ευελιξία ανάμεσα στο «ανέμελο» και το «πειθαρχημένο». Ωστόσο, το σκηνοθετικό αποτέλεσμα συχνά θυσιάζει τη λαϊκότητα στον βωμό της μαζικότητας. Οι γοητευτικές σκηνές όπου η παράσταση παίρνει τη μορφή μιούζικαλ, με τους υπέροχους φωτισμούς της Ε. Αλεξανδροπούλου, είναι μια ιδέα που θα είχε πραγματικά ενδιαφέρον αν δεν εξαντλούνταν νοηματικά σε μια γενική ονειροπόληση. Ισως μάλιστα να είναι αυτή η διάχυτη αίσθηση - ότι η θέληση για ανεμελιά είναι η πραγματική ανάγκη των χαρακτήρων - που κάνει τη θεαματική σκηνή με το «γκρέμισμα» της κουζίνας και τον παροξυσμό του Αντρέι να φαίνονται ξεκομμένα και αμήχανα.
Παρ' όλα αυτά, ο ταξικός πυρήνας της παράστασης είναι παρών, όπως και η σύνδεση που μπορεί να νιώσουν οι θεατές με τη δική τους ζωή. Και μιλώντας για «θεατές», εκείνοι που κάθονται αναπαυτικά τρώγοντας ποπ κορν κατά τη διάρκεια της παράστασης και χαζεύουν πού και πού το κινητό τους, προσμένοντας την επόμενη ατάκα για να γελάσουν, όχι, δεν θα ταρακουνηθούν. Θα επιβεβαιώσουν όμως με τη στάση τους ότι το θέατρο μπορεί να καταναλωθεί όπως τα φαγητά που φτιάχνει η «Κουζίνα». Ομως, ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο...
Για την υποκριτική, ας μην πούμε πολλά. Είναι όλοι τους εξαιρετικοί. Ξεχωρίζουν ο Μ. Σαράντης για τη διαρκή, ευαίσθητη και εκρηκτική συνάμα ενέργειά του, ο Σ. Ακίνολα για την έλλειψη επιτήδευσης, ο Γ. Χουσμέν γιατί καταφέρνει να μεγεθύνει την ιστορία του χαρακτήρα του, η Ε. Μακρή για τη σμίλευση των αντιθετικών χαρακτηριστικών του ρόλου της και ο Γ. Κατσής για τη φανερή προσπάθειά του να αναμετρηθεί με το «εύκολο».
Μια παράσταση, εν τέλει, που αξίζει να δείτε. Μακάρι οι συντελεστές να συνεχίσουν να καταπιάνονται με τέτοιες θεματικές, γιατί στην ερώτηση του ιδιοκτήτη του εστιατορίου «Τι παραπάνω υπάρχει;», η απάντηση είναι: «Υπάρχει και πιο πάνω».
Ταυτότητα παράστασης: Μετάφραση: Ελένη Κουτσιούμπα, Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής, Διασκευή: Μιχάλης Πητίδης, Γιώργος Κουτλής, Δραματουργία: Πρόδρομος Τσινικόρης, Σκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Στρούλια, Sound design και Μουσική: Παναγιώτης Μανουηλίδης, Sound design και Ηχοληψία: Αγγελος Κονταξής, Χορογραφία - Κινησιολογία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου.
Παίζουν (αλφαβητικά): Σαμουήλ Ακίνολα, Πολύδωρος Βογιατζής, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάνα Καραπασιά, Γιώργος Κατσής, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπουκαούρης, Gary Salomon, Χρήστος Σαπουντζής, Μιχάλης Σαράντης, Αναστασία Στυλιανίδη, Πήτερ Τζέικς, Γιλμάζ Χουσμέν.
Τελευταίες παραστάσεις: Παρασκευή 24/4 (21.00), Σάββατο 25/4 (18.00 και 21.00), Κυριακή 26/4 (20.00) στο Θέατρο «Κιβωτός» (Πειραιώς 115).