Τα νέα επεισόδια στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι «κεραυνός εν αιθρία». Αντίθετα, επιβεβαιώνουν απόλυτα το πόρισμα του ΚΚΕ στην Εξεταστική Επιτροπή. Η σαπίλα δεν είναι ένα «τεχνικό λάθος» ή μια παροδική «αρρυθμία». Είναι η καρδιά του συστήματος που καταληστεύει τον πλούτο που παράγει ο λαός με την εργασία του και τον σφετερίζονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, με τις ευλογίες της ΚΑΠ της ΕΕ και όλων των κυβερνήσεων.
Σ' αυτό το σύστημα το ρουσφέτι δεν είναι μια «γραφειοκρατική διευκόλυνση» - όπως τόλμησαν να το παρουσιάσουν ο πρωθυπουργός και άλλα πρωτοκλασάτα κυβερνητικά στελέχη - αλλά ένας συστηματικός μηχανισμός όπου βουλευτές και πολιτικά γραφεία ανταγωνίζονται για το ποιος θα «πουλήσει» την καλύτερη εξυπηρέτηση σε «σημαντικά πρόσωπα» ή ομάδες επιρροής. Απ' αυτήν τη σκοπιά, η πρόταση του πρωθυπουργού για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας είναι ένας ευτελής επικοινωνιακός αντιπερισπασμός.
Στις αποκαλύψεις φωτίζεται με τον πιο προκλητικό τρόπο ο ρόλος - κλειδί του Δ. Μελά. Πρόκειται για στέλεχος που δεν βρέθηκε τυχαία στην ηγεσία του Οργανισμού Πληρωμών, να παίζει ρόλο «τροχονόμου» των ρουσφετιών. Η πορεία του - από γγ Αγροτικής Πολιτικής και υπηρεσιακός υπουργός, μέχρι τον διορισμό του από τον Κυρ. Μητσοτάκη ως συντονιστή του προγράμματος της ΝΔ για τον αγροτοδιατροφικό τομέα και υποψήφιου ευρωβουλευτή - επιβεβαιώνει ότι έχαιρε πλήρους στήριξης από το Μέγαρο Μαξίμου.
Το μοτίβο της απάτης ήταν παγιωμένο και κυνικό. Ενώ οι έλεγχοι διαπίστωναν εξόφθαλμες παρατυπίες, όπως εικονικά κοπάδια και ψευδείς δηλώσεις, η πολιτική - διοικητική παρέμβαση «εφεύρισκε» νομιμοφανείς λύσεις. Με την επίκληση της «ανωτέρας βίας» (όπως ο ευφάνταστος ισχυρισμός ότι τα ζώα πέθαναν αμέσως μετά τη δήλωση!) και άλλες μεθόδους, το παράνομο - ακόμα και με τα δικά τους κριτήρια - βαφτιζόταν «νόμιμο». Είναι πρόκληση για κάθε αγρότη που παλεύει για την επιβίωσή του να βλέπει «επιφανή» κυβερνητικά στελέχη και τον κρατικό μηχανισμό να γίνονται «συνέταιροι» στη ρεμούλα και στην απάτη, ενώ ο ίδιος πνίγεται στα χρέη.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να βγάλει «λάδι» την ΕΕ και τους μηχανισμούς της, επιστρατεύοντας μέχρι και τον Μαργαρίτη Σχοινά, που θήτευσε σε ευρωπαϊκές θέσεις, πέφτει στο κενό. Η ίδια η δικογραφία φέρνει στο φως ότι η ΕΕ γνώριζε πλήρως για το διάτρητο σύστημα, π.χ. τις «χειροκίνητες» παρεμβάσεις στο σύστημα ΟΣΔΕ, που οδηγούσαν σε «μαγείρεμα» στοιχείων, και έδινε τη σιωπηρή συγκατάθεσή της (με την πιστοποίηση του ΟΠΕΚΕΠΕ κ.λπ.). Παράλληλα, εκτός των άλλων, από τη δικογραφία αναδεικνύεται ότι η ίδια η ΚΑΠ αποτελεί ανάχωμα που εμποδίζει την πρόσβαση των αγροτοπαραγωγών στους πόρους που δικαιούνται, με τη δημιουργία ενός λαβυρίνθου κανονισμών και ιδιωτικοποιημένων φίλτρων μέσω «συμβούλων» και ΚΥΔ, που μόνο οι «μυημένοι», οι διασυνδεδεμένοι με προσβάσεις σε πολιτικά γραφεία αλλά και όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα μπορούν να διασχίσουν. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες πραγματικοί αγρότες έμεναν απλήρωτοι λόγω δήθεν «τεχνικών σφαλμάτων».
Σε αυτές τις διαδικασίες ρόλο διαδραμάτιζαν και επιφανείς συνεταιριστές και αγροτοσυνδικαλιστές του «κοινωνικού εταιρισμού», οι οποίοι δρούσαν ως διαμεσολαβητές της συναλλαγής, καλλιεργώντας στους αγρότες την ατομική λύση και την εξάρτηση από το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο αγρότης που φοβάται μη χάσει την ενίσχυσή του γίνεται πιο ευάλωτος και λιγότερο πρόθυμος να συμμετάσχει σε συλλογικούς αγώνες.
Μέσα από τους διαλόγους και τις πρακτικές που έρχονται στο φως γίνεται σαφές ότι η κρατική μηχανή - και συγκεκριμένα ο ΟΠΕΚΕΠΕ - δεν παρουσίαζε απλώς μεμονωμένα κρούσματα διαφθοράς, αλλά μια παγιωμένη κουλτούρα «διευθετήσεων». Η διαδικασία των εκ των υστέρων τροποποιήσεων στα ευρήματα των ελέγχων αποδεικνύει ότι η κρατική υπαλληλία σε έναν σημαντικό βαθμό (κυρίως σε θέσεις κλειδιά, διευθυντικά στελέχη κ.λπ.) είχε εξοικειωθεί με τη συστηματική παράκαμψη των όποιων «δικλίδων ασφαλείας». Παρατηρείται μια ιδιότυπη σύμπνοια μεταξύ ελεγκτικών μηχανισμών και ελεγχόμενων, οι οποίοι συνεργάζονται για τη «διευθέτηση» των στοιχείων, με διακηρυγμένο σκοπό να μη χαθούν οι πόροι από την εκάστοτε περιοχή και να αξιοποιηθούν ως εργαλείο ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των αγροτών, αλλά και άμβλυνσης των συνεπειών που προκαλεί η αντιλαϊκή πολιτική στο σύνολό της.
Αυτή η τακτική αποτελεί ευθεία συνέχεια της «λογικής» που υιοθέτησαν όλες διαχρονικά οι κυβερνήσεις και πρόκρινε μεθόδους όπως η περίφημη «τεχνική λύση» και η επιδότηση βοσκοτόπων χωρίς την ύπαρξη ζωικού κεφαλαίου. Πάνω σ' αυτό το πρόσφορο έδαφος, η κυβέρνηση της ΝΔ απογείωσε την «κουλτούρα των εξυπηρετήσεων», οδηγώντας σε ένα εντελώς νέο επίπεδο πελατειακής διαχείρισης.
Το ΚΚΕ έχει αναδείξει έγκαιρα και με απόλυτη σαφήνεια ότι η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός ή μια απλή δυσλειτουργία. Αντίθετα, συνδέεται άρρηκτα με τις στρατηγικές στοχεύσεις της ΚΑΠ της ΕΕ για την εξασφάλιση φτηνών πρώτων υλών προς όφελος των εμπορικών και μεταποιητικών μονοπωλίων. Ταυτόχρονα, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ψηφιακών κολοσσών που διαχειρίζονται - εδώ και δεκαετίες και ανεξαρτήτως κυβέρνησης - τα συστήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και του τραπεζικού κεφαλαίου που επιτηρεί στενά τη ροή των επιδοτήσεων. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου ενός συστήματος που θυσιάζει τον παραγωγό στον βωμό της κερδοφορίας των λίγων. Ο αγώνας των αγροτών στα μπλόκα απέδειξε ότι οι κυβερνητικές υποσχέσεις για «βελτίωση των διαδικασιών» στερούνται βάση. Αλλωστε, οι πρωταγωνιστές αυτών των διακηρύξεων πιάστηκαν «με τη γίδα στην πλάτη».
Είναι προφανές ότι μόνο η οργανωμένη πάλη της αγροτιάς, σε συμμαχία με την εργατική τάξη, τα άλλα λαϊκά στρώματα και σε συμπόρευση με το ΚΚΕ, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για πραγματική διέξοδο. Η ρήξη με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, τις επιταγές της ΚΑΠ, το σύστημα του κέρδους και τους πολιτικούς υπηρέτες του, αποτελεί τη μόνη οδό για να μπει οριστικό τέλος στη σήψη. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι τον πλούτο θα τον καρπώνονται αποκλειστικά εκείνοι που τον παράγουν, μακριά από κάθε είδους εκμετάλλευση.