Παρασκευή 9 Οχτώβρη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΣΧΕΔΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ
Λιμάνι για τις ανάγκες του λαού και όχι για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων

Η 2α του Οκτώβρη είχε αρχικά οριστεί από το ΤΑΙΠΕΔ ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πώληση του 67% του μετοχικού κεφαλαίου του Οργανισμού Λιμένος Ηγουμενίτσας (ΟΛΗΓ ΑΕ).

Εκείνη τη μέρα επιλέχθηκε να διοργανωθεί πολιτική συγκέντρωση ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του λιμανιού στην Ηγουμενίτσα από την Οργάνωση Περιοχής Ηπείρου - Κέρκυρας - Λευκάδας του ΚΚΕ στον παραλιακό χώρο «Πλατάνια» με ομιλητή τον Γρ. Λιονή, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, ως κορύφωση μιας πλατιάς πολιτικής εξόρμησης στον λαό της περιοχής, ώστε να αναδειχτούν οι αρνητικές επιπτώσεις της εξέλιξης αυτής και η πρόταση διεξόδου που προβάλλει το ΚΚΕ.

Σήμερα ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει βασικά σημεία από την ομιλία του Γρηγόρη Λιονή στην εκδήλωση.

***

Αρχικά ο ομιλητής επεσήμανε πως οι αστικοί σχεδιασμοί για την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού υλοποιούνται με προσήλωση πάνω από 20 χρόνια απ' όλες τις αστικές κυβερνήσεις και είναι άρρηκτα δεμένοι με τη γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Η πορεία αυτή ακολουθείται πάντα από το κυβερνητικό αφήγημα ότι οι ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν επενδύσεις που με τη σειρά τους οδηγούν στην ανάπτυξη, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στη λαϊκή ευημερία.

Από την εκδήλωση
Από την εκδήλωση
Το αφήγημα αυτό, τόνισε, είναι ψευδεπίγραφο όποιο σχέδιο ιδιωτικοποίησης και αν προχωρήσει, είτε με τμηματική πώληση, πρώτα του λιμανιού, σε δεύτερη φάση της παραλιακής ζώνης, είτε με εκχώρηση του συνόλου του ΟΛΗΓ σε ιδιώτη.

Ο λαός δεν θα δει στον ήλιο μοίρα

Αντίθετα, οι συνέπειες για τους κατοίκους της Ηγουμενίτσας, ολόκληρης της Ηπείρου, θα είναι δραματικές, σημείωσε ο ομιλητής, επισημαίνοντας πως θα δούμε απολύσεις εργαζομένων που εργάζονται σήμερα στο λιμάνι για να προσληφθούν νέοι με χειρότερες εργασιακές σχέσεις και πολύ χαμηλότερους μισθούς, όπως δείχνει και η πείρα του λιμανιού του Πειραιά. Παράλληλα, θα έχουμε αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων από και προς την Ιταλία και των αντίστοιχων δρομολογίων της Κέρκυρας, όπως έχουμε δει σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπου το εφοπλιστικό κεφάλαιο και οι κάτοχοι των λιμανιών έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ποιος θα πάει σε ποιο νησί και με τι κόστος.

Η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Ηγουμενίτσας με τη δημιουργία μαρίνας δεν θα πολλαπλασιάσει ούτε τις θέσεις εργασίας, ούτε την εμπορική κίνηση στα τοπικά καταστήματα, αφού αυτή θα συνοδευτεί με κατασκευή και λειτουργία ξενοδοχείων και εμπορικών καταστημάτων μέσα σε αυτήν προς όφελος του επενδυτή, συγκεντρώνοντας την τουριστική πίτα της περιοχής και οδηγώντας στην καταστροφή εκατοντάδες αυτοαπασχολούμενους, όπως δείχνει και η αντίστοιχη πείρα της Λευκάδας.

Το επιχείρημα ότι η παράδοση λιμανιών και άλλων στρατηγικών υποδομών στους συμμάχους, η μεγαλύτερη πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θωρακίζει την ασφάλεια, την άμυνα και τα κυριαρχικά δικαιώματα, κουρελιάζεται από τις εξελίξεις της τελευταίας περιόδου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Επιπλέον, η πείρα από ενδεχόμενη επέκταση της κρουαζιέρας δείχνει ότι δεν ωφελούνται οι μικροί ιδιοκτήτες, αφού ένα γιγαντιαίο πλωτό ξενοδοχείο με δικές του υποδομές, το μόνο που κάνει είναι να πηγαίνει με λεωφορεία τους χιλιάδες τουρίστες στα τουριστικά αξιοθέατα της περιοχής και να τους γυρίζει πίσω.

Κερδισμένοι οι επιχειρηματικοί όμιλοι

Ο Γρ. Λιονής υπογράμμισε, άλλωστε, πως συνολικά ο αναπτυξιακός σχεδιασμός που υλοποιείται υπηρετεί μια χούφτα μονοπωλιακών ομίλων, αφού μεγάλοι κερδισμένοι είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι στις Μεταφορές, στον Τουρισμό, στις κατασκευές.

Την πείρα αυτή επιβεβαιώνουν οι εξελίξεις την τελευταία 20ετία σε ολόκληρο τον κόσμο και την ΕΕ, όπου προωθήθηκαν ιδιωτικοποιήσεις, η «απελευθέρωση» ολόκληρων τομέων της οικονομίας, σε συνδυασμό με την επιβολή φθηνότερης και «ευέλικτης» εργασίας, με επίθεση στα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με υποχρηματοδότηση στην Παιδεία και την Υγεία.

Στην Ελλάδα ειδικά, την τελευταία δεκαετία, επιταχύνθηκαν οι εξελίξεις αυτές. Ολες οι κυβερνήσεις είτε της ΝΔ, είτε του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρηματολογούν για την ανάγκη προώθησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, ώστε να επιτευχθούν η πολυπόθητη ανάπτυξη και η έξοδος της χώρας από τη βαθιά καπιταλιστική οικονομική κρίση.

Η πορεία αυτή οδήγησε σε μια φρενήρη ανάπτυξη τουλάχιστον ορισμένων τομέων της οικονομίας, όπως στον Τουρισμό, στις ΑΠΕ, στην Πληροφορική, χωρίς ωστόσο να συνοδευτεί από τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Αντίθετα, παρά την εφαρμογή σειράς μέτρων προκειμένου να θωρακιστεί η κερδοφορία και να έρθει η ανάπτυξη σε βάρος της εργατικής - λαϊκής οικογένειας, σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με μια καινούργια κρίση, τη βαθύτερη των τελευταίων 70 ετών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα αστικά κέντρα - τόνισε ο ομιλητής - επιχειρηματολογούν ότι η νέα κρίση δεν είναι του καπιταλισμού, αλλά αποτέλεσμα του κορονοϊού, επιδιώκοντας να αποκρύψουν τα σημάδια στασιμότητας στην παγκόσμια οικονομία και τους αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία ήδη από τα μέσα του προηγούμενου έτους. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ότι το βάθος της κρίσης στην Ελλάδα είναι μικρότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ παραγνωρίζει ότι η εγχώρια οικονομία έχει υποστεί μια μείωση της τάξης του 25% του ΑΕΠ σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Το περιβόητο θαύμα της εξωστρέφειας, με το οποίο κινήθηκε η ελληνική οικονομία από το 2015 μέχρι σήμερα, δηλαδή η εστίαση στον Τουρισμό, στις Μεταφορές και τις εξαγωγές μπορεί να ενίσχυσε την κερδοφορία του κεφαλαίου για ένα χρονικό διάστημα, πατώντας πάνω στην επίθεση στους εργαζόμενους, αλλά ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν έφερε την αειφόρο και ισχυρή ανάπτυξη, αλλά συντέλεσε σε μία νέα κρίση, που απαιτεί όλο και πιο σκληρά μέτρα, για να μπορέσει το σύστημα να εξέλθει από αυτήν.

Η «πράσινη» ψηφιακή μετάβαση, που έχουν προδιαγράψει ως λύση για την επόμενη μέρα και ενστερνίζονται τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ, με απλά λόγια, απαιτεί να σταματήσουμε να έχουμε αυτοκίνητα παλιά και να αγοράσουμε καινούργια νέας τεχνολογίας, να αντικαταστήσουμε τα σπίτια του παρελθόντος με καινούργια ενεργειακά, να κάνουμε χρήση της πανάκριβης «πράσινης» Ενέργειας, δηλαδή να δεχτούμε να θυσιάσουμε ένα ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματός μας, για να ζήσουμε στο ίδιο επίπεδο που ζούσαμε μόλις μερικά χρόνια νωρίτερα.

Χρεοκοπημένες λύσεις από το παρελθόν

Πάνω στο έδαφος αυτό γίνονται νέες προσπάθειες από τα αστικά κόμματα να πειστεί ο λαός ότι μπορεί να ζήσουμε καλύτερες μέρες, επαναφέροντας χρεοκοπημένες λύσεις από το παρελθόν, επεσήμανε ο ομιλητής.

Προτάσεις όπως για δημόσιο λιμάνι που θα το ελέγχει το κράτος και αυτό θα μπορέσει να συγκεράσει τα διάφορα αντιφατικά συμφέροντα που υπάρχουν, ή η πρόταση η Περιφέρεια Ηπείρου να αναλάβει τη λειτουργία του λιμανιού, ή να σπάσει η ιδιοκτησία του ΟΛΗΓ, για να μην προχωρήσει άμεσα η εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του παραλιακού μετώπου, είτε η δημιουργία εταιρείας λαϊκής βάσης που με έναν μαγικό τρόπο θα συγκεντρώσει δεκάδες εκατομμύρια και θα ανταγωνιστεί επενδυτικούς κολοσσούς στην περιοχή, προσπαθούν να συσκοτίσουν ότι καπιταλισμός σημαίνει κέρδη.

Οποιαδήποτε κρατική ρύθμιση ή κρατική ιδιοκτησία δεν μεταβάλλει το κέρδος ως στόχο της καπιταλιστικής παραγωγής, που απαιτεί φθηνή εργατική δύναμη, νέα πεδία κερδοφορίας σε κλάδους που μέχρι σήμερα ήταν προστατευμένα με κρατικές ρυθμίσεις και τώρα «απελευθερώνονται» όπως γίνεται στην Ενέργεια, στην ύδρευση και αλλού, κρατικές ρυθμίσεις που στηρίζουν την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η ξαναζεσταμένη σούπα της «νέας κοινωνικής συμφωνίας», που με θράσος επαναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, επιδιώκοντας να ξεχαστεί ότι ακριβώς τα ίδια πρότεινε το 2014 μόνο και μόνο για να φέρει το τρίτο μνημόνιο και να υλοποιήσει τα άλλα δύο στην πορεία.

Τέτοιες απατηλές υποσχέσεις προς τους εργαζόμενους έχουν στόχο ο ΣΥΡΙΖΑ να συγκαλύψει τη στρατηγική του σύμπλευση με τη ΝΔ, αφού και οι δύο υπηρετούν τους ίδιους αναπτυξιακούς στόχους. Αποκρύπτουν ότι ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης απαιτεί φθηνή εργατική δύναμη, προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, εμπορευματοποίηση κάθε ελεύθερου χώρου όπου υπάρχει ενδιαφέρον, παράδοση των μεταφορικών υποδομών της χώρας που είναι κλειδιά, όπως λιμάνια, σιδηροδρομικοί άξονες και αεροδρόμια, στο μεγάλο κεφάλαιο.

Οποιο μείγμα διαχείρισης και αν πάρουμε, ίδιο είναι το αποτέλεσμα για τον λαό. Μια περιοριστική πολιτική θα τρώει το εισόδημα μειώνοντας τον ίδιο το μισθό. Μια πιο επεκτατική πολιτική, θα τρώει το εισόδημα με τη φοροληστεία ή τον πληθωρισμό.

Αυτή η πορεία είναι νομοτελειακά δεμένη με μια ανισόμετρη ανάπτυξη διαφορετικών κλάδων και περιοχών, γιατί δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα του 2020 η Θεσπρωτία και η Ηπειρος είναι απ' τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας.

Η διέξοδος στα λαϊκά προβλήματα

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, υπάρχει εναλλακτική, υπογράμμισε ο Γρ. Λιονής. Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Εχει υποδομές, ανεκμετάλλευτο ορυκτό πλούτο, εκτεταμένη αγροτική παραγωγή η οποία μπορεί να θρέψει τον λαό, έχει βιομηχανική παραγωγή η οποία μπορεί να λύσει προβλήματα, πάνω από όλα όμως έχει μία εξειδικευμένη εργατική τάξη και μικρομεσαία λαϊκά στρώματα δίπλα σε αυτήν, που έχουν μάθει να χειρίζονται σύνθετες μηχανές και μπορούν να κατασκευάσουν ό,τι δεν υπάρχει τώρα.

Σήμερα, υπάρχει πολιτική πείρα που μπορεί να αξιοποιηθεί ώστε να γίνει πράξη αυτό που φοβάται πάνω από όλα ο αντίπαλος. Να πάρει ο λαός την εξουσία, τα κλειδιά της οικονομίας. Με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, κοινωνικοποίηση της συγκεντρωμένης ιδιοκτησίας και με βάση τον επιστημονικό σχεδιασμό και τον εργατικό έλεγχο, οι εργαζόμενοι μπορούν να αποφασίζουν τι πρέπει να γίνει με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες. Σε έναν τέτοιο δρόμο ανάπτυξης, το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, όλος ο παραλιακός χώρος θα είναι στα χέρια του λαού της περιοχής. Αυτός ο δρόμος μπορεί να εγγυηθεί μόνιμη και σταθερή εργασία, να αποφεύγει τις περιοδικές καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις, μπορεί να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις στην περιοχή για να προασπίσει και να θωρακίσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Αυτός ο δρόμος απαιτεί την αποδέσμευση από την ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τη διαγραφή του χρέους με τον λαό στην εξουσία. Αυτόν το δρόμο προκρίνουν σήμερα οι κομμουνιστές, παλεύοντας μέσα από ένα ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης με αφετηρία: Καμία προώθηση της ιδιωτικοποίησης στο λιμάνι και στην παραλιακή ζώνη, καμία εμπορευματοποίηση της γης, κρατική χρηματοδότηση με φορολόγηση των μεγάλων ομίλων προκειμένου να προχωρήσουν τα απαραίτητα έργα στην περιοχή. Το πλαίσιο αυτό απαντά στις ανάγκες του λαού και συγκεντρώνει δυνάμεις για την αντεπίθεση των εργαζομένων.

ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ
Γεωπολιτικός και οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας

Με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ χρηματοδοτεί η ΕΕ την αντιπολίτευση και τη διείσδυση κεφαλαίων, ενώ η Ρωσία εντείνει το δικό της «μπάσιμο»

ΕΕ - ΗΠΑ - ΝΑΤΟ επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις διαδηλώσεις για «αλλαγή πορείας» της Λευκορωσίας

Copyright 2020 The Associated

ΕΕ - ΗΠΑ - ΝΑΤΟ επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις διαδηλώσεις για «αλλαγή πορείας» της Λευκορωσίας
«Σφίγγει» ο κλοιός της ΕΕ, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό με τη Ρωσία, όπως δείχνουν σειρά γεγονότων τους τελευταίους μήνες: Η πολιτική κρίση στη Λευκορωσία, η υπόθεση του Ρώσου αντιπολιτευόμενου Αλεξέι Ναβάλνι, η σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, με την Τουρκία να διεκδικεί ανοιχτά αναβαθμισμένο ρόλο στον Νότιο Καύκασο, ενώ ερωτήματα προκαλούν και οι τελευταίες ταραχές στο Κιργιστάν.

Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις της Λευκορωσίας και του Ναβάλνι, ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ επιδιώκουν από τη μία να εκμεταλλευτούν το κίνημα της αντιπολίτευσης και τη λαϊκή δυσαρέσκεια, πιέζοντας για γεωπολιτικές αλλαγές υπέρ τους, και από την άλλη να στριμώξουν οικονομικά τη Ρωσία, επιβάλλοντας νέες κυρώσεις.

Αλλωστε πρόκειται για διαρκείς και επίμονες προσπάθειες δεκαετιών προκειμένου να τραβηχτούν γειτονικές χώρες από την «επιρροή» της Ρωσίας, ενώ ο Λευκορώσος Πρόεδρος Αλεξάντερ Λουκασένκο βρισκόταν σε παζάρια με την ΕΕ και τις ΗΠΑ το διάστημα πριν από την επανεκλογή του στις 9 Αυγούστου, αξιοποιώντας αντιθέσεις και διαφωνίες με τη Ρωσία και προσπαθώντας να διαπραγματευτεί από καλύτερες θέσεις.

Την αυξημένη πίεση της ΕΕ σηματοδότησαν και οι πρόσφατες συναντήσεις που είχε η επικεφαλής της λευκορωσικής αντιπολίτευσης, Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια, με την Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο και με τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν στο Βίλνιους.

Η Τιχανόφσκαγια εξέφρασε ικανοποίηση για το γεγονός ότι ο Λουκασένκο «δεν αναγνωρίζεται ως Πρόεδρος» από τη Γερμανία, τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες, καθώς και για τις κυρώσεις της ΕΕ «σε άτομα που ευθύνονται για τη βία» στη χώρα.

Επανέλαβε πως «το σημαντικό τώρα είναι να ξεκινήσει ένας διάλογος με τις αρχές» και κάλεσε τους Ευρωπαίους ηγέτες να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους «ώστε αυτός ο διάλογος να πραγματοποιηθεί». Σε συνέντευξή της στη γερμανική εφημερίδα FAZ τόνισε ότι «δεν θέλουμε συνομιλίες με τον ίδιο τον Λουκασένκο, αλλά με εκείνους που έχουν ευθύνες στην κυβέρνηση. Και όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, αυτό θα είναι το πρώτο βήμα προς τη νίκη μας». Παράλληλα η Τιχανόφσκαγια εμφανίστηκε «πεπεισμένη ότι ένας άλλος, δημοκρατικά εκλεγμένος Πρόεδρος στη Λευκορωσία θα συνεχίσει να επιδιώκει καλές σχέσεις με τη Ρωσία».

Πακτωλός χρημάτων από την ΕΕ

Το 2016, με πρόσχημα την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στη Λευκορωσία, η ΕΕ υιοθέτησε τη λεγόμενη «κριτική συνεργασία» με τη Λευκορωσία, η οποία με τη σειρά της άρχισε να συμμετέχει ενεργά στην πρωτοβουλία «Ανατολική Εταιρική Σχέση» της ΕΕ.

Ολα αυτά τα χρόνια η ΕΕ υπήρξε ο μεγαλύτερος χορηγός της Λευκορωσίας, ρίχνοντας «ζεστό» χρήμα στη χώρα για τη «βελτίωση της ζωής των πολιτών», για τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και την «κοινωνία των πολιτών». Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της ΕΕ, από το 2016 η χρηματοδοτική «βοήθεια» για τη Λευκορωσία ανήλθε σε περίπου 30 εκατ. ευρώ ετησίως μέσω του Ευρωπαϊκού Εργαλείου Γειτονίας (ENI) 2014 - 2020.

«Στην καταστολή και την κρατική βία μετά τις προεδρικές εκλογές του 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε με ενίσχυση της στοχοθετημένης βοήθειας προς την κοινωνία των πολιτών και την αντιμετώπιση των πιο επειγουσών αναγκών του λαού της Λευκορωσίας», αναφέρεται.

Η ΕΕ έχει ετοιμάσει ένα πακέτο 53,7 εκατ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει ουσιαστικά χρηματοδότηση της αντιπολίτευσης που ονομάζεται «βοήθεια των θυμάτων της καταστολής και της κρατικής βίας», επιχορήγηση «σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης», σε «μικρομεσαίες επιχειρήσεις» και «κοινωνικές υπηρεσίες για τις πιο ευάλωτες ομάδες».

Το ίδιο διάστημα η ΕΕ προσπαθεί να διεισδύσει με κεφάλαια στην «ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας». Προωθήθηκε η συνεργασία με διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), και ορισμένα έργα υποδομών μεγάλης κλίμακας εξετάζονται για χρηματοδότηση. Γίνεται προετοιμασία για ένταξη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, όπως και «ανταλλαγή απόψεων για την οικονομική και χρηματοοικονομική κατάσταση και τις προοπτικές στη Λευκορωσία».

Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας EU4Business για τη στήριξη και ανάπτυξη του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα, 900 επιχειρήσεις, που είχαν επωφεληθεί από δάνεια, εκπαίδευση και συμβουλές, ανέπτυξαν τις εμπορικές τους σχέσεις.

Ξεκίνησε το πρώτο επιχειρηματικό έργο αδελφοποίησης μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας Λευκορωσίας και της γερμανικής «Bundesbank», μαζί με τις Κεντρικές Τράπεζες της Πολωνίας και της Λιθουανίας. Οι τελευταίες πρωτοστατούν στην εκστρατεία για απομάκρυνση του Λουκασένκο, επιβολή κυρώσεων και αλλαγή εξουσίας με νέες εκλογές.

Νέο «μπάσιμο» από τη Ρωσία

Εν μέσω διαδηλώσεων και πιέσεων από τη «Δύση», στα μέσα Σεπτέμβρη ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν υποδέχτηκε τον Λουκασένκο στο Σότσι, όπου συζητήθηκαν «δύσκολα» και «επίπονα» θέματα, όπως είχε προαναγγελθεί.

Στο «τραπέζι» τέθηκαν το χρέος της Λευκορωσίας, ο χάρτης και το μέλλον της ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της Ενωσης Κρατών και άλλων ευρασιατικών οικονομικών και στρατιωτικών οργανισμών, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου που προμηθεύει η Ρωσία, η συνεργασία ενός ευρέος φάσματος επιχειρήσεων κ.ά.

Εκμεταλλευόμενη την έκρυθμη κατάσταση στη Λευκορωσία και τις πιέσεις που δέχεται η πολιτική ηγεσία από τις «δυτικές» δυνάμεις, η Ρωσία ανακοίνωσε δάνειο 1,5 δισ. δολάρια στη Λευκορωσία, το οποίο στην πραγματικότητα είναι «επιχορήγηση» της ρωσικής οικονομίας και μάλιστα έχοντας λαμβάνειν και ...τόκους.

Ενδεικτικά, μέρος του δανείου θα διατεθεί για την αναχρηματοδότηση παλαιών χρεών, δήλωσε το Κρεμλίνο, με τη Λευκορωσία να χρωστάει 270 εκατ. δολάρια μόνο για ρωσικό φυσικό αέριο. Η οικονομική «βοήθεια» θα συμβάλει επίσης στην ενίσχυση του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών, ενώ η Λευκορωσία θα είναι η πρώτη χώρα που θα λάβει το ρωσικό εμβόλιο κατά του Covid-19, «Sputnik V», γράφει η «Izvestia».

Οπως σχολιάζει ο ρωσικός Τύπος, η συνάντηση στο Σότσι ήταν ένα μήνυμα προς τη «Δύση» ότι Μόσχα και Μινσκ δεν θα επιτρέψουν «αποσταθεροποίηση στη Λευκορωσία και στον μετασοβιετικό χώρο συνολικά». «Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο έδαφος της Λευκορωσίας είναι το σενάριο που χρησιμοποιήθηκε στην Ουκρανία. Κάθε 5 - 6 χρόνια προετοιμάζονται (σ.σ. από τη "Δύση") νέοι οδικοί χάρτες για να επηρεάσουν την κατάσταση στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες», σημειώνει στέλεχος της επιτροπής για την ευρασιατική ολοκλήρωση της Κρατικής Δούμας.

Με στόχο να υποχωρήσει η δυσαρέσκεια

Στην ισχυρή «οικονομική αλληλεπίδραση Ρωσίας - Λευκορωσίας» αναφέρθηκε ο Πούτιν μιλώντας στο 7ο Φόρουμ Περιφερειών Ρωσίας και Λευκορωσίας στα τέλη Σεπτέμβρη, σημειώνοντας ότι «παρέχουμε σοβαρή πίστωση και οικονομική βοήθεια στη λευκορωσική οικονομία. Αυτά τα κεφάλαια συμβάλλουν στη δημιουργία νέων βιομηχανιών και θέσεων εργασίας στις περιφέρειες της Λευκορωσίας».

Εξάλλου, ο πολιτικός αναλυτής Βλαντιμίρ Γιεβσέεφ μιλώντας στην «Izvestia» εκτίμησε ότι οι λαϊκές διαμαρτυρίες στη Λευκορωσία «έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση στη χώρα». «Αν η λευκορωσική ηγεσία καταφέρει να αποδείξει ότι το πρόσφατο δάνειο της Ρωσίας μπορεί να εξασφαλίσει οικονομική ανάπτυξη, ενδέχεται να ηρεμήσουν κάπως οι διαδηλωτές», συμπλήρωσε.

Τα ρωσικά συμφέροντα είναι ισχυρά στη χώρα, όπου ευρωπαϊκά και αμερικανικά κεφάλαια επιδιώκουν να διεισδύσουν σε διάφορους τομείς. Οπως τόνισε ο Πούτιν, «η Ρωσία είναι ο βασικός επενδυτής της λευκορωσικής οικονομίας. Οι ρωσικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το μισό του συνόλου των άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα».

«Περισσότερες από 2.000 εταιρείες με ρωσική συμμετοχή δραστηριοποιούνται στη Λευκορωσία και το μεγαλύτερο επενδυτικό σχέδιο υψηλής τεχνολογίας υλοποιείται με επιτυχία - η κατασκευή του πυρηνικού σταθμού της Λευκορωσίας στην περιοχή του Γκρόντνο, αξίας περίπου 10 δισ. δολαρίων», συνέχισε ο Ρώσος Πρόεδρος.

Κατά τη διάρκεια του Φόρουμ Περιφερειών της Ρωσίας και της Λευκορωσίας, οι δύο πλευρές υπέγραψαν περίπου 70 επιχειρηματικές και διακρατικές συμφωνίες άνω των 70 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της Λευκορωσίας.

Διαδοχή Λουκασένκο;

Στο μεταξύ, σύμφωνα με τον Γιεβσέεφ, ένα βασικό θέμα στις συνομιλίες των δύο ηγετών στο Σότσι ήταν και το ζήτημα «ποιος θα ήταν ένας πιθανός διάδοχος του Αλεξάντερ Λουκασένκο», κάτι που έμεινε «στο παρασκήνιο».

«Είναι σημαντικό για τη Μόσχα να μην παραμείνει ο υφιστάμενος Πρόεδρος της Λευκορωσίας. Το βασικό (σ.σ. για τη Ρωσία) είναι να εξασφαλίσει την ειρηνική διέλευση της εξουσίας μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση στη Λευκορωσία», υπογραμμίζει ο Ρώσος πολιτικός επιστήμονας. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι η ταυτότητα του πιθανού διαδόχου διατηρείται σκόπιμα μυστική, «για να μη στοχοποιηθεί από τη Δύση πριν έρθει η κατάλληλη ώρα».

Ο Γιεβσέεφ επιβεβαίωσε στην «Izvestia» ότι «η Ρωσία έχει πολλά "θέματα" με τον Λουκασένκο προσωπικά, κυρίως για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο», αν και θεωρεί ότι «μετά τις τελευταίες συνομιλίες των δύο ηγετών, οι διαφορές αυτές ενδέχεται να υποχώρησαν».


Ε. Μ.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org