Κυριακή 23 Οχτώβρη 2011
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
Βιογραφικό Του Τίτου ΚΟΚΚΙΝΕΑ

Ο Τίτος Κοκκινέας (Δήμος Ζευγολάτης) γεννήθηκε το 1942 στο «Μερολίθι» Φιλιατρών Μεσσηνίας. Από κει, 4 χρόνων, η οικογένειά του αυτοεξορίστηκε στο Ηράκλειο Αττικής στην παρανομία, επειδή ο πατέρας του Τίτος Αινείας (Σταύρος Κοκκινέας), ως υπεύθυνος του ΕΑΜ Φιλιατρών, κυνηγήθηκε για την αντιστασιακή του δράση. Εκεί «έχασε» τη μητέρα του το 1951, στα 9 του χρόνια. Βγήκε στη βιοπάλη στα 13 του χρόνια. Στο εργοστάσιο, στο εργαστήρι ή στο κατάστημα μοχθούσε από τότε ολημερίς. Τα βράδια πήγαινε στο Νυχτερινό Γυμνάσιο, παράλληλα άρχισε από 14 χρόνων να γράφει, στο «Για σας και το παιδί σας», «Διάπλαση των παίδων», «ΦΙΛΙΑΤΡΑ», «Μεσσηνιακά Νέα», «Προς τη νίκη», «Παιδική χαρά», «Ζωή του παιδιού», «Ερυθρός Σταυρός», «Φαντασία», κ.ά.

Για δεκαπέντε χρόνια έγραφε στο «Ρομάντζο» κάθε βδομάδα την παιδική σελίδα με λαϊκά παραμύθια, ιστορίες λαογραφικές, αινίγματα, κλπ. Το 1962 έγινε μέλος των «Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών». Εδώ και 30 περίπου χρόνια είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ έχει εκλεγεί στο ΔΣ της πολλές φορές ως ταμίας, έφορος, κλπ. Εχει γράψει αρκετά βιβλία διηγημάτων, χρονογραφικών ποιημάτων, παραμυθιών, λαογραφικά κλπ., μεταξύ των οποίων: «Το σούρουπο οι ίσκιοι μακραίνουν» (1961), «Στάση ο Ζέφυρος» (1971), «Λαϊκά παραμύθια ελληνικά» (1963), «Παραμύθια του λαού μας» (1974), «Θα 'βρεχε» (1976), «Εύθυμα ελληνικά λαϊκά παραμύθια» (1978-79), Ποιητικά (1981), Χρονογραφικά (1983), «Του λαού και του τόπου» (1985), «Στο μέλλον μας» (1987) κ.ά. κι έχει πολλή ανέκδοτη δουλειά.

Συνταξιούχος σήμερα, για 40 χρόνια βοηθός συμβολαιογράφου, ιδρυτικό μέλος μετά τη χούντα ξανά του Σωματείου Συμβολαιογραφοϋπαλλήλων, του Συλλόγου των «Απανταχού Σαϊδωνιτών» του κόκκινου ηρωικού, πρώτου στην Αντίσταση χωριού της Μάνης και άλλων Συλλόγων και Συνδικαλιστικών Σωματείων. Ιδρυτικό μέλος -πρώτος πρόεδρος στο Βύρωνα Αττικής των Απογόνων και Φίλων της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, σήμερα γραμματέας της ΠΕΑΕΑ Βύρωνα, ιδρυτικό μέλος και στέλεχος της Αγωνιστικής Πανδημοκρατικής Ενότητας Λογοτεχνών-Συνεργαζομένων (ΑΠΕΛ-Σ).

Iταλιάνο «no», παρτιζάνο «si»!

Γρηγοριάδης Κώστας

Ιταλική φασιστική κατοχή στην Πελοπόννησο! Πού και πού οι Γερμανοί ναζιστές, σκληρότεροι για απόλυτη ψευτοϋπεροχή της ψευτοάριας ψευτοθεωρίας τους. Εγκληματίες κι οι δύο! Γεννήθηκαν οι θεωρίες τους για ν' αφανίσουν την ανθρωπότητα στ' όνομα της πλουτοκρατίας που κινδύνευε απ' τους λαούς. Κατάφεραν στο τέλος να καταρρεύσουν και ν' αφανιστούν οι ίδιοι: Φασίστες και ναζιστές μαζί! Μα ο υπολογισμός του αφανισμού τους τραγικότατος. Πάνω από εξήντα εκατομμύρια (60.000.000) νεκροί συνάνθρωποί μας, κι απ' τις δυο πλευρές, συνολικά. Κι ο ανθρώπινος πολιτισμός στο ΜΕΣΑΙΩΝΑ. Κι απ' την αρχή πάλι να χτιστεί. Μαζί με την ανθρωπότητα.

Ο υπεύθυνος του ΕΑΜ του χωριού μας στη Γορτυνία Αρκαδίας είχε το δυνατότερο άλογο στην περιοχή μας. Τ' αυτοκίνητα τότε εξαφανισμένα. Σχεδόν όλα τ' αξιόλογα οχήματα τα κατάσχεσαν οι εχθροί μας. Μα κι όσα σαράβαλα έμειναν, δεν είχαν καύσιμα να κινηθούν! Ετσι ξαναγυρίσαμε στ' άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια. Το κάρο το τραβούσε με δύναμη τ' άλογο τούτο! Τρέχοντας το ανέβαζε στον ανήφορο, φορτωμένο με πράγματα κι ανθρώπους. Τόσο δυνατό ήτανε που τον καλύτερο γιατρό της περιοχής μας, που ξεκίνησε από... κτηνίατρος, τον έκανε να μας πει μια μέρα:

-- Δυνατότερο άλογο δε συνάντησα στη ζωή μου! Σκέφτομαι πως τα νεύρα του και οι μυώνες του θα 'ναι από σκέτο ατσάλι!

Γι' αυτό κι ο διορισμένος απ' τους φασίστες πρόεδρος του χωριού παρουσιάστηκε στον υπεύθυνο του ΕΑΜ μια μέρα κρατώντας μια κατάσταση... κατάσχεσης αλόγων και του λέει προπαγανδιστικά κι όλο δόλο:

-- Γιώργο, οι Ιταλοί ζητούν άλογα για το στρατό τους. Θα κατασχεθούν! Για να μη σας τα πάρουν οι αντάρτες - παρτιζάνοι! Οποιος τα δώσει πριν την κατάσχεση, με τη θέλησή του, θα 'χει την εύνοιά τους! Να γράψω πως το δίνεις θεληματικά εσύ;!

-- Οχι, στους Ιταλούς δεν το δίνω! Στους αντάρτες του ΕΛΑΣ μ' όλη μου την ψυχή αν το δώσω! Γιατί ενώ οι Ιταλοί μας σκλαβώνουν και μας σκοτώνουν, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ σκοτώνονται για να μας λευτερώσουν!

Την άλλη μέρα ζώσανε το χωριό οι φασιστάδες Ιταλοί. Αυτούς τους έτρεμαν κι οι απλοί Ιταλοί φαντάροι. Σκότωναν «εν ψυχρώ» και τους ίδιους, χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανένα. Μάζεψαν όλα τ' άλογα και τα μουλάρια της περιοχής, μαζί με τους αγωγιάτες χωρικούς που είχαν τα ζώα αυτά, στα «πλατάνια». Μια περιοχή στο έμπα του χωριού μας. Κάτω απ' τα πανύψηλα πλατάνια έδεσαν όλα τα δεκάδες ζώα, αφού τα πότισαν πρώτα, στις δροσερές πηγές που 'χε το μέρος αυτό, οι νοικοκύρηδές τους. Εκεί θα γινόταν η διαλογή της... κατάσχεσης! Κατά το μεσημέρι, αφού μαζεύτηκαν όλα τα ζώα απ' τα γύρω χωριά, άρχισε η διαλογή τους. Μια επιτροπή από τρεις (3) Ιταλούς άρχισε να κοιτάζει τις καταστάσεις των φασιστοδιορισμένων προέδρων των χωριών μας, με τα ονόματα, να φωνάζει έναν έναν αγωγιάτη, με το διερμηνέα να δοκιμάζει το κάθε ζώο χωριστά, αφού του κοίταγε τα... δόντια, και αποφάσιζε την κατάσχεσή του ή όχι. Διερμηνέας τους σήμερα έτυχε να 'ναι ένας ξάδελφος του Γιώργη, του υπεύθυνου του ΕΑΜ του χωριού μας. Κι ο διερμηνέας αυτός ήτανε «κρυφός» ΕΑΜίτης. Μας έστελνε πολύτιμες πληροφορίες για τους φασίστες με κίνδυνο ζωής αυτού και της οικογένειάς του.

Σαν η «επιτροπή» έφτασε στο Γιώργη που στεκόταν μπρος στο περήφανο άλογό του τον ρωτά, με δυνατή προσποιητή φωνή ο διερμηνέας:

-- Πώς λέγεσαι;

-- Γιώργος Γιωργέας, απάντησε άφοβα αυτός. Ο επικεφαλής φασίστας έσκυψε και βρήκε τ' όνομά του στην κατάσταση γραμμένο με... κόκκινα γράμματα και υποσημείωση σ' αυτό. Μα προτού μιλήσει ο Ιταλός, μιλά στον Ιταλό ο διερμηνέας και του λέει στα ιταλικά:

-- Ο Γιωργέας είναι συγγενής μου. Εχει ανήμπορη γυναίκα και πέντε (5) πίκολα - μικρά παιδιά ν' αναθρέψει με τούτο τ' άλογο... Αν είναι δυνατόν κύριε λοχαγέ...

-- ΣΚΑΣΜΟΣ! Φωνάζει άγρια τότε ο λοχαγός των φασιστών. Και με άγριες κινήσεις περνά στ' άλογο το ιταλικό χαλινάρι.

Επειτα βγάζει απότομα την καπιστράνα που 'χε πριν τ' άλογο, την πετά χτυπώντας άγρια μες στα μούτρα τον Γιωργέα, πληγώνοντάς του το πρόσωπο με τα μεταλλικά της μέρη, και ουρλιάζοντας του λέει:

-- Ιταλιάνο νο, Παρτιζάνο si, ε; (στους Ιταλούς όχι, στους αντάρτες ναι ε;), και σπρώχνοντάς τον μ' όλη του την δύναμη, παίρνει τ' άλογο και το δίνει στους ανθρώπους του, που μάζευαν τα κατασχεμένα ζώα!

Ολοφάνερο ήτανε πως ο «πρόεδρος» την είχε γράψει αυτολεξεί την απάντηση του υπεύθυνου του ΕΑΜ του χωριού.

-- Στους Ιταλούς όχι στους αντάρτες ναι, μ' όλη μου την ψυχή!

Τ' άλογα οι Ιταλοί τα πήραν. Τα πήγαιναν από χωριό σε χωριό και μάζευαν κι άλλα. Ο Γιωργέας τόσο πολύ αγαπούσε τ' άλογό του, που τ' ακολούθησε. Το τάιζε, το πότιζε, το ξύστριζε, μέχρι που φτάσανε στην Ντρομπολιτσά. Εκεί οι Ιταλοί φόρτωσαν τα ζώα σε φορτηγό τρένο, κι ο Γιωργέας έχασε τα ίχνη του αλόγου του. Σαν γύρισε καταστενοχωρημένος για την τύχη του αλόγου, που τόσο αγαπούσε και λάτρευε ο Γιωργέας, στο χωριό μας, αμέσως την άλλη μέρα, πρωί πρωί του έρχεται ένας αντάρτης. Φορούσε χιαστί φισεκλίκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα γερμανικό αυτόματο, στη μέση του ένα πιστόλι «παράβελουμ», γερμανικό κι αυτό. Και δύο χειροβομβίδες με ξύλινη λαβή. Ολα λάφυρα νικηφόρα από ναζίδες.

-- Σε θέλει ο καπετάνιος, του λέει.

-- Εντάξει παλικάρι μου. Πάμε.

-- Μα δε θα φας πρώτα κάτι... Δε θα πιεις. Ο δρόμος είναι μακρύς!

-- Οχι, συναγωνιστή, είμαστε πάντα βιαστικοί! Πάμε.

Σε μια σπηλιά, στα ριζά του βουνού απέναντι, ο Γιωργέας συνάντησε τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ. Αφού είπανε τα δικά τους, ο Γιωργέας, σαν υπεύθυνος του ΕΑΜ, του έδωσε πληροφορίες, για τους εχθρούς, που είχε συλλέξει η οργάνωση, χρήματα από εράνους για τις ανάγκες των ανταρτών και πληροφορίες για το πού είχαν κρυμμένα τα τρόφιμα, όπλα, σφαίρες, έντυπα, πολύγραφους κ.λπ., κι έκανε να τον χαιρετήσει για να φύγει.

-- Για σιγά, τον κόβει τότε ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Δεν έχεις τίποτε άλλο να μου πεις; Για το άλογό σου που σου το πήραν οι φασίστες!

Για τον πρόεδρο του χωριού σου, που είπε αυτολεξεί στους Ιταλούς ότι είπες: «Ιταλιάνο νο, παρτιζάνο si», που αποδεικνύει ότι πληροφορεί τον εχθρό για τα πάντα;

-- Οχι, όλ' αυτά είναι... διαδόσεις των συγχωριανών μου. Τα έμαθα κι εγώ.

Δεν είναι... αλήθεια!

Απάντησε τότε ο Γιωργέας για να καλύψει τον συγχωριανό του, τον πρόεδρο των Ιταλών. Κι έκανε πάλι να φύγει. Μα τον ξανάκοψε ο καπετάνιος και του λέει:

-- Οπως νομίζεις. Στους προέδρους αυτούς το 'χουμε κάνει γνωστό απ' την αρχή, να μην προδίδουν στον εχθρό τίποτα. Αλλιώς θα λογοδοτήσουν σε εμάς! Να ξέρεις όμως ένα. Αυτοί οι ίδιοι που σήμερα καλύπτετε, αύριο θα έλθουν να μας σκοτώσουν!

Κι έτσι κι έγινε! Ηρθε η απελευθέρωση. Η επέμβαση των Εγγλέζων. Φασιστικές συμμορίες που είχαν ορκιστεί πίστη «μέχρις εσχάτων» στον Χίτλερ, τώρα πολεμούσαν πάλι το λαό, στ' όνομα των Εγγλέζων και για τον ερχομό πάλι εδώ των βασιλιάδων, «Γλίξμπουργκ», σαν τοποτηρητών των καπιταλιστών, όπου Γης. Με τη «Βάρκιζα» ξεγέλασαν τους δικούς μας και παραδώσαμε τα όπλα!

Οργίασαν τότε οι συμμορίες αυτές σε βάρος αγωνιστών της ελευθερίας, του λαού μας. Σε βάρος όλου του ελληνικού λαού. Με τον οποίο είχανε προηγούμενα, για τις προδοσίες τους. Ενα βράδυ μια τέτοια συμμορία πέντε (5) καθαρμάτων, πάνοπλη απ' τους Εγγλέζους, ήρθε στο χωριό μας. Μεθοκόπησαν στο μαγαζί που είχε ανοίξει «ο πρώην πρόεδρος των φασιστών». Ητανε όλη τους η συμμορία ξένη στα μέρη μας. Δε γνώριζε κανέναν. Ούτε δεξιό, ούτε αριστερό. Τώρα, πού έμαθαν το σπίτι του πρώην υπεύθυνου του ΕΑΜ του χωριού, Γιωργέα, δεν είναι μυστήριο! Μεθυσμένοι πήγαν στο σπίτι αυτό μετά τα μεσάνυχτα. Πάνε να σπάσουν την εξώπορτά του και να μπουν μέσα να τους σκοτώσουν! Αυτόν κι όλη την οικογένειά του! Ο Γιωργέας όμως είχε αμπαρώσει την εξώπορτά του το βράδυ, σέρνοντας πίσω της ντουλάπες και μπαούλα, αφού την θωράκισε πρώτα με χοντρούς ντάκους από μέσα. Αφού δεν μπόρεσαν να την ανοίξουν, σπάζοντάς την, τότε αυτοί άρχισαν να πυροβολούν με ολόκληρες ριπές των αυτόματων όπλων τους, και να γαζώνουν με σφαίρες την πόρτα, τα παράθυρα, τους τοίχους!

Ολη η οικογένεια του Γιωργέα, σαν τους άκουσαν κόλλησαν τα σώματά τους στο χοντρό αδιαπέραστο πέτρινο τοίχο του σπιτιού, 80 πόντων πάχους. Σε κάποια στιγμή τότε, ακούστηκε σπαραχτικά δυνατή φωνή της γυναίκας του Γιωργέα μέσα απ' το σπίτι να φωνάζει ξέψυχα, πέφτοντας κάτω με δυνατό γδούπο: Αχ, με σκότωσαν, Γιώργη μου, με σκότωσαν, πάω. Πεθαίνω!

-- Πάμε να φύγουμε... τους σκοτώσαμε! λέει τότε και φωνάζει η συμμορία των καθαρμάτων! Πήγε από κει που ήρθε, απ' την Ντρομπολιτσά που λημέρευε.

Την άλλη μέρα ο Γιωργέας βγήκε από το σπίτι του το μεσημεράκι. Μάζεψε με τις χούφτες του τους αδειανούς κάλυκες, απ' τις σφαίρες που του έριξαν, τους πήγε στο μαγαζί του πρώην προέδρου των φασιστών. Τους πέταξε μπρος στα πόδια του και του λέει:

-- Εγώ σε κάλυψα να μην περάσεις Λαϊκό Δικαστήριο σαν δωσίλογος συνεργάτης των φασιστών. Και εσύ μου τους έστειλες να μας σκοτώσουν! Ευτυχώς που την τελευταία στιγμή η γυναίκα μου σκέφτηκε να κάνει τάχα τη σκοτωμένη, κι έφυγαν... ικανοποιημένοι, αυτά τα κτήνη που μου έστειλες νομίζοντας πως μας σκότωσαν! Πάρε για ανάμνηση και μερικούς κάλυκες απ' τις σφαίρες που μας έριξες!

Ετσι με τέτοια, κι άλλα χειρότερα δραματικά, τραγικά, άδικα, ύπουλα και άνανδρα στήθηκε η λευκή τρομοκρατία. Φόνοι, ξυλοδαρμοί και μαρτύρια μέχρι θανάτου, εξαναγκασμοί, βιασμοί, εξαφανίσεις, εξορίες, φυλακές, τυφεκισμοί, νόμιμα και παράνομα από το δωσίλογο κράτος και παρακράτος. Και εξανάγκασε το λαό μας να ξεσηκωθεί σε νέο Αντάρτικο για να μην εξαφανιστεί σαν λαός στη χειρότερη τυραννία και σκλαβιά. Κι ο Γιωργέας έφυγε για το βουνό στο Δημοκρατικό Στρατό, μ' όλη την οικογένειά του. Γιατί οι βάρβαροι θα ξανάρχονταν δριμύτεροι στο σπίτι του. Κι αυτή τη φορά δε θα έκαναν λάθος!




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org